Ερμιόνη Μπρίγκου, η μάνα της Χιμάρας

Ερμιόνη Μπρίγκου, η μάνα της Χιμάρας

Στον κήπο του σπιτιού της έχει φυτέψει μια μυρτιά «Για να μην είναι τα παιδιά στον ήλιο»

Τα παιδιά είναι έξι Ελληνες στρατιώτες που πολέμησαν στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41, σκοτώθηκαν στη Χειμάρρα και θάφτηκαν στον κήπο του πατρικού της.

Πολέμησαν και σκοτώθηκαν ηρωικά μερικά μέτρα μακριά από αυτό το πέτρινο σπίτι που έτυχε να βρεθεί στην πρώτη γραμμή ενός κολασμένου μετώπου.

Κοριτσάκι 8 χρόνων η κ. Ερμιόνη Μπρίγκου είδε τον πατέρα της να θάβει στον κήπο τους Έλληνες φαντάρους με τους οποίους είχαν ζήσει, τραγουδήσει, πολεμήσει μαζί επί μήνες, ώστε να μην τους κατασπαράξουν τα άγρια ζώα.

Πέρασαν 73 χρόνια από τότε. Η οικογένειά της δεν ξέχασε ποτέ. Και η ίδια, ακόμη και σήμερα, μια μαυροφορεμένη γυναίκα 82 ετών με ευγενική φυσιογνωμία που δεν διστάζει να αγκαλιάσει τους ξένους, ξεχορταριάζει με καθημερινή έγνοια τον αυτοσχέδιο τάφο, ανάβει κεριά και αφήνει λουλούδια. Με αυτό το καθήκον μεγάλωσε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1991 ο πατέρας της, σχεδόν αμέσως μετά το άνοιγμα των συνόρων, έφτασε στην Ελλάδα με αποκλειστικό σκοπό να βρει τις οικογένειες αυτών των φαντάρων που έγιναν δικά τους παιδιά και έγιναν δεκτοί ως «απελευθερωτές» κι ας έρχονταν από άγνωστα μέρη.

Δικαίως στην κ. Μπρίγκου έχει δοθεί ο χαρακτηρισμός η «μάνα της Χειμάρρας». Τη συναντήσαμε στην Αθήνα, όπου βραβεύθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για αυτή τη βαθιά ανθρώπινη πράξη και τη συμβολή της στη διατήρηση της εθνικής μνήμης. Βιαζόταν, όμως, να γυρίσει στο χωριό για να φροντίσει «τα παιδιά».

Πώς τους έκρυψαν

«Οταν έφτασε ο ελληνικός στρατός αδειάσαμε ένα δωμάτιο στο σπίτι για να μείνουν οι αξιωματικοί. Δεν ήταν για μας ξένοι, ήταν δικά μας παιδιά. Αισθανόμασταν ότι ήρθαν να μας ελευθερώσουν, να μας σώσουν», λέει η κ. Ερμιόνη. «Ημουν τότε 7-8 χρόνων. Αδειάσαμε, λοιπόν, το δωμάτιο κι εγώ, η μάνα, ο πατέρας και η γιαγιά μου χωρέσαμε στο άλλο. Αδειάσαμε και το μαντρί από τα γίδια και βάλαμε εκεί μία διμοιρία, 15 άτομα ήταν. Αλλαζαν συνέχεια θέσεις για να νομίζουν οι Ιταλοί που βρίσκονταν στο ένα χιλιόμετρο απόσταση ότι ήταν περισσότεροι. Λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι στήθηκε το φυλάκιο».

«Το πρωί με σήκωνε η μάνα μου να πάω στους φαντάρους τσάι. Μου έλεγε "σκύβε όπως πας να μη σε βρει κανένα βλήμα", μου 'λεγε "πήγαινε άκρη άκρη να μη σε δουν". Επειτα με έστελνε στο μαντρί να τους φωνάξω για πρωινό. Η μάνα μου μαγείρευε για όλους.

Κάθε Σάββατο βάζαμε το τσουκάλι και πλέναμε τα ρούχα. Ημασταν μια οικογένεια. Γι' αυτό όταν σκοτώθηκαν ήταν σαν να χάσαμε δικούς μας ανθρώπους», συνεχίζει. «Τους ήξερα με τα μικρά τους ονόματα. Οταν τρώγαμε, όταν τραγουδούσαμε, όταν με έβαζαν να χορέψω, όλοι μαζί τα κάναμε. Μου φορούσαν το στρατιωτικό καπέλο με έβγαζαν φωτογραφία και εγώ το έβρισκα ένα ωραίο παιχνίδι».

Διηγούμενη τις αναμνήσεις της ζωής της βουρκώνει. «Οταν σκοτώθηκαν τους είχαμε μία ολόκληρη μέρα στο σπίτι. Τη νύχτα έριξε ο πατέρας μου δυο-τρία κυπαρίσσια και τους έθαψε ανά τρεις σε δύο σημεία. Ενας άλλος στρατιώτης, πρώτος ξάδελφος ενός από τους νεκρούς, φώναζε, ωρυόταν. Πήρε ένα κιβώτιο, το έκοψε λωρίδες κι έφτιαξε έναν σταυρό πάνω στον οποίο με καρφί χάραξε το όνομα του νεκρού. Ηταν πολλοί οι νεκροί. Αλλους τους έφαγαν τα ζώα, τα πουλιά, πολλούς τους έπαιρνε το ποτάμι», θυμάται...

«Τα παιδιά αυτά πολέμησαν σαν ήρωες. Και δεν θα οπισθοχωρούσαν ποτέ αν δεν έρχονταν οι Γερμανοί. Οι Ελληνες ποτέ δεν υποχωρούν», λέει ήρεμα η κ. Ερμιόνη. «Ηταν τόσο άξιοι, ψύχραιμοι, ζωηροί, μόλο που άφηναν πίσω σκοτωμένους, είχαν μια παλικαριά, μια αξιάδα. Αέρα και Αέρα φώναζαν, όσα κι αν είχαν τραβήξει, αυτό δεν το ξεχνούσαν. Σε δύο λεπτά ήταν έτοιμοι. ''Μια καρδιά, μια πατρίδα, ή θάνατος ή λευτεριά'', έλεγαν και έφευγαν λες και θα πήγαιναν σε γάμο. Πήγαιναν όμως σε πόλεμο. Ξέρετε, δεν ξαναγύρισαν πότε στις μάνες τους κι αυτό είναι μεγάλο πράγμα. Γι' αυτό πάω και καθαρίζω τους τάφους, δεν με υποχρεώνει κανένας, θέλω και το κάνω. Αφήνω λουλούδια, τους μιλάω κιόλας πού και πού.

Τους λέω ''κοιτάξτε, βρε παιδιά, που εγώ έζησα, και έγινα μεγάλη και έγινα γιαγιά κι εσείς παιδιά μου δεν γυρίσατε ποτέ στην πατρίδα...''».

Τα έξι παιδιά της και τα κειμήλια

Κάτω από το ξύλινο πάτωμα του σπιτιού στη Χειμάρρα κατά τη διάρκεια ανακαίνισης βρέθηκε πριν από λίγα χρόνια μια ζώνη με θήκες γεμάτες σφαίρες. Απομεινάρι 70 ετών από τη φιλοξενία των Ελλήνων στρατιωτών. «Είχαμε επίσης φωτογραφίες, το πορτοφόλι ενός φαντάρου και μια ξυριστική μηχανή που τα έδωσε ο ίδιος στον πατέρα μου την ώρα που ξεψυχούσε στο Μέτωπο», λέει η κ. Ερμιόνη. «Ο πατέρας μου, που ήταν οδηγός του ελληνικού στρατού, τα κράτησε- αν και αργότερα καταστράφηκαν όλα- και μέσα στο πορτοφόλι έγραψε τα ονόματα των έξι παιδιών που θάψαμε στην αυλή: Παναγιώτης Αλογογιάννης, Ανδρέας Προβατάς, Ματθαίος Λαγός, Δημήτρης Σελλάς, Νικόλαος Βουρλούμης, Σταυρός Καντάς».

Ενα βιβλίο για τους χαμένους ήρωες

Τον τίτλο «Μάνα των Πεσόντων» απένειμε στην Ερμιόνη Μπρίγκου το περασμένο καλοκαίρι η Ενωση Συγγενών Πεσόντων μαχητών του Επους 1940-1941. Ο επίτιμος πρόεδρός της κ. Γεώργιος Σούρλας έχει ασχοληθεί επισταμένα με το θέμα των χιλιάδων άταφων ή πρόχειρα θαμμένων στρατιωτών και έχει γράψει το βιβλίο «Οι ήρωες του 1940 περιμένουν».

Εδωσαν χείρα βοηθείας και σε Ιταλό στρατιώτη

«Η μάνα μου ήταν πολύ δυναμική γυναίκα. Και ο πατέρας μου δεν άφησε χωρίς ψωμί άνθρωπο που είχε ανάγκη», λέει η κ. Ερμιόνη. «Τη θυμάμαι να φορτώνει στην πλάτη της το κιβώτιο με τα πυρομαχικά και να τα πηγαίνει στο Μέτωπο για να μην καθυστερούν οι στρατιώτες.

Μερικές φορές τους έβαζε και τις φωνές να κάνουν πιο γρήγορα. Ηταν εκεί μια Αγγλίδα δημοσιογράφος και μόλις την είδε με το κιβώτιο έκανε τον σταυρό της.

Μαζί με τη γιαγιά μου έλιωναν στο τηγάνι κερήθρα και με ένα φτερό άλειβαν τα πόδια στρατιωτών που είχαν πάθει κρυοπαγήματα, που είχαν κομματιαστεί βγάζοντας τα παπούτσια τους. Τους έκαναν και ποδόλουτρο με χαμομήλι.

«Για λίγο νερό»

Μιαν άλλη φορά εκεί όπου πήγε τα γίδια η μάνα μου βρήκε κρυμμένο σε έναν θάμνο κάποιο στρατιώτη από την Κορυτσά που είχε λιποτακτήσει απ' τον ιταλικό στρατό. Φοβισμένος εκείνος, με μαυρισμένα χείλη, χάλια, πέθαινε για λίγο νερό.

Ερχεται και λέει στον πατέρα μου ''Τι θα τον κάνουμε;'' - ''Αν μας μάθουν καήκαμε'' της απαντά εκείνος. - ''Εγώ θα πάω'', λέει. Του πήγε φαγητό, ψωμί, νερό, του έδωσε σανό για να φτιάξει στρώμα και τον έκρυψε σε μια σπηλιά.

Δεν το είπαμε ούτε στον μπάρμπα μου που έμενε δίπλα. Τον φρόντιζε τρεις μήνες χωρίς να τον πάρει χαμπάρι κανένας. Και μια νύχτα έρχονταν οι Γερμανοί. Πήγε και τον ειδοποίησε. Με αγκάλιασε, με φίλησε και η μάνα μου του είπε ''φύγε τώρα να πας στη μάνα σου ζωντανός''. Και πήγε. Μετά από χρόνια, το 1945, αυτός ο στρατιώτης που είχε γίνει παρτιζάνος, γλίτωσε τον πατέρα μου από τη φυλακή...».

Κατερίνα Ροββά

Σχετικά άρθρα


Σχόλια

Προσθήκη σχολίου