Βέλγιο: Στη δικαιοσύνη έμπορος ναρκωτικών που ξέπλυνε χρήματα στην Αλβανία με ακίνητα

Στο Εφετείο των Βρυξελλών, οι συνήγοροι υπεράσπισης ενός εκ των κατηγορουμένων σε υπόθεση ξεπλύματος χρήματος που σχετίζεται με την ευρύτερη δικογραφία με την κωδική ονομασία «Black Eagle», αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της ποινικής δίωξης. Υποστηρίχθηκε ότι η κατηγορία εις βάρος του πελάτη τους είναι απαράδεκτη και βασίζεται σε ελλιπή αποδεικτικά στοιχεία.

Πρόκειται για μια υπόθεση διεθνούς διάστασης, που αφορά 34 κατηγορούμενους για διακίνηση κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική προς την Ευρώπη, την περίοδο 2018–2020. Η υπεράσπιση έθεσε σοβαρά ερωτήματα για την αξιοπιστία του φακέλου της υπόθεσης, υπογραμμίζοντας ότι τα στοιχεία σε βάρος του εντολέα τους προέρχονται από έρευνες των αρχών της Ιταλίας και της Ισπανίας, ωστόσο στο Βέλγιο έχουν μεταφραστεί μόνο αποσπασματικά και όχι με ακρίβεια, γεγονός που –κατά τους συνηγόρους– δεν επαρκεί για τη θεμελίωση κατηγορίας.

Ο κατηγορούμενος είναι περίπου 60 ετών και δραστηριοποιείται στον τομέα των ακινήτων σε Αλβανία και Ιταλία. Εικάζεται ότι λειτουργούσε ως ενδιάμεσος μεταξύ ενός από τα ηγετικά πρόσωπα του κυκλώματος και επενδυτών, προκειμένου να διοχετεύονται παράνομα έσοδα από ναρκωτικά σε οικοδομικά έργα στα Τίρανα και σε άλλες περιοχές.

Η υπεράσπιση υποστήριξε επίσης πως η δίωξη θα έπρεπε να θεωρηθεί άκυρη λόγω του νομικού κανόνα non bis in idem, που απαγορεύει τη διπλή δίωξη για τα ίδια αδικήματα. Ο πελάτης τους είχε ήδη καταδικαστεί στο παρελθόν για παρόμοια υπόθεση στην Αμβέρσα, όπου είχε συλληφθεί κατά την εκφόρτωση κοκαΐνης από κοντέινερ πλοίου. Υποστηρίζεται ότι τα γεγονότα για τα οποία δικάζεται τώρα είναι τα ίδια, ενώ η υπεράσπιση προσκόμισε δεδομένα γεωεντοπισμού που, όπως υποστηρίζει, αποδεικνύουν ότι δεν είχε καμία εμπλοκή με εγκληματική δραστηριότητα στη συγκεκριμένη περίοδο.

Ένας ακόμη από τους κατηγορούμενους ισχυρίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου ότι δεν είχε γνώση της παράνομης δραστηριότητας που λάμβανε χώρα στους χώρους που διαχειριζόταν. Κατηγορείται ότι είχε στην ευθύνη του γκαράζ, όπου φυλάσσονταν οχήματα και χημικά που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά και επεξεργασία ναρκωτικών. Δήλωσε ότι μόλις αντιλήφθηκε την ύπαρξη των παράνομων υλικών, ενημέρωσε άμεσα τον εργοδότη του και αποχώρησε από την εταιρεία.

Οι εισαγγελικές αρχές περιέγραψαν μια βελγική εταιρεία που εμπλέκεται στην υπόθεση ως “κέλυφος”, η οποία στα χαρτιά εμφανιζόταν να δραστηριοποιείται στις εισαγωγές-εξαγωγές οχημάτων, στην πραγματικότητα όμως χρησιμοποιούνταν για τη νομιμοποίηση εσόδων από το εμπόριο κοκαΐνης.

Η έρευνα αποκαλύπτει εμπλοκή αρκετών προσώπων καταγόμενων από τα Βαλκάνια, τα οποία συνδέονται με δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών, καθώς και με διεφθαρμένες πρακτικές που σχετίζονται με κρατικούς λειτουργούς. Συγκεκριμένα, φέρονται να έχουν γίνει δωροδοκίες – ακόμη και με δώρα μεγάλης αξίας – προκειμένου να εξασφαλιστούν άδειες οικοδομής για μεγάλα έργα στα Τίρανα. Επαφές και συναντήσεις για τον σκοπό αυτό φέρονται να έχουν πραγματοποιηθεί στην Ολλανδία. Ωστόσο, πολλά από αυτά τα στοιχεία δεν έχουν ακόμη αναδειχθεί πλήρως στα τοπικά μέσα ενημέρωσης.

Μοιράσου το
Σχολίασε

Αφήστε μια απάντηση

Το σχόλιο θα ελεγχθεί πριν τη δημοσίευση του.