Η υπόθεση του Ζβερνέτσι δεν είναι πλέον μόνο ένα ζήτημα επένδυσης, περιβάλλοντος ή τοπικής διαμαρτυρίας. Μετά τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, και κυρίως μετά τη δημόσια τοποθέτηση του Πρωθυπουργού Έντι Ράμα, το θέμα ανέδειξε κάτι βαθύτερο: τον τρόπο με τον οποίο η αλβανική εξουσία, όταν πιέζεται από εσωτερικές κρίσεις, επιστρέφει εύκολα στο παλιό και γνώριμο σχήμα του «εξωτερικού εχθρού».
Αφορμή υπήρξε η ένταση γύρω από το σχέδιο μεγάλης τουριστικής επένδυσης στο Ζβερνέτσι, η οποία προκάλεσε αντιδράσεις, τοπικές κινητοποιήσεις και ειρηνική διαμαρτυρία πολιτών στα Τίρανα. Ιδιαίτερη αγανάκτηση προκάλεσε και η συμπεριφορά υπαλλήλων ιδιωτικής εταιρείας ασφάλειας απέναντι σε διαδηλωτή, γεγονός για το οποίο ο ίδιος ο Ράμα αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι η συμπεριφορά τους ήταν βίαιη, ενώ άσκησε κριτική και στην αστυνομία της Αυλώνας επειδή δεν αντέδρασε άμεσα.
Όμως, αντί η δημόσια συζήτηση να επικεντρωθεί στην ουσία — στη διαφάνεια της επένδυσης, στα δικαιώματα των πολιτών, στη στάση της αστυνομίας, στη λειτουργία των θεσμών και στην ευθύνη του κράτους — ο Πρωθυπουργός επέλεξε να ανοίξει ξανά το γνώριμο κεφάλαιο της Ελλάδας. Σε ομιλία του για το Ζβερνέτσι, διερωτήθηκε: «Πώς είναι δυνατόν οι εφημερίδες της Ελλάδας να είναι σύμμαχοί σας στην προστασία του περιβάλλοντος της Αλβανίας;» και πρόσθεσε ότι οι ελληνικές εφημερίδες «γέμισαν» με την υπόθεση των διαμαρτυρομένων, αφήνοντας να εννοηθεί ότι «κάτι δεν πάει καλά» όταν η ελληνική δημοσιότητα ασχολείται με μια αλβανική υπόθεση.
Η διατύπωση αυτή δεν είναι αθώα. Δεν αποτελεί απλώς πολιτική ειρωνεία. Είναι μια καθαρή προσπάθεια μετατόπισης της προσοχής. Αντί να απαντηθεί το ερώτημα τι συνέβη στο Ζβερνέτσι, ποιος ευθύνεται για τη βία, ποιοι είναι οι όροι της επένδυσης και αν οι πολίτες έχουν δικαίωμα να διαμαρτύρονται, το βάρος μεταφέρεται αλλού: στις «ελληνικές εφημερίδες», στη «γειτονική ζήλια», σε έναν υποτιθέμενο εξωτερικό παράγοντα που τάχα υποκινεί, εκμεταλλεύεται ή ενισχύει την αλβανική κοινωνική αντίδραση.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η δήλωση του Ταουλάντ Μπάλλα, ο οποίος, αναφερόμενος στις αντιδράσεις από την Ελλάδα για το Ζβερνέτσι, είπε ειρωνικά ότι «ο γείτονας ζηλεύει τον γείτονα» όταν πρόκειται για τέτοιες επενδύσεις. Έτσι, ένα θέμα που αφορά την Αλβανία, τους πολίτες της, το περιβάλλον της, τους θεσμούς της και τη συμπεριφορά των κρατικών και ιδιωτικών μηχανισμών ασφαλείας της, παρουσιάζεται ξαφνικά σαν υπόθεση «ελληνικής ενόχλησης».
Αυτό είναι τραγικό για μια χώρα που επιθυμεί να παρουσιάζεται ως ώριμη ευρωπαϊκή δημοκρατία. Ακόμη πιο τραγικό είναι για έναν Πρωθυπουργό που κυβερνά τόσα χρόνια και όμως, κάθε φορά που βρίσκεται μπροστά σε κρίση, δυσκολεύεται να πει το αυτονόητο: «ναι, εδώ υπάρχει ευθύνη· εδώ πρέπει να ελεγχθούν οι θεσμοί· εδώ πρέπει να λογοδοτήσουμε».
Αντί για αυτό, επανέρχεται το παλιό εργαλείο: φταίνε οι άλλοι. Φταίνε τα μέσα ενημέρωσης. Φταίνε οι πολίτες που «παρασύρθηκαν». Φταίνε οι αντίπαλοι. Και όταν η κρίση αγγίζει ευαίσθητες περιοχές ή σχέσεις, φταίει και η Ελλάδα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η αλβανική πολιτική σκηνή χρησιμοποιεί την Ελλάδα ως βολικό σκιάχτρο. Η επίκληση του «εξωτερικού εχθρού» έχει βαθιές ρίζες στην πολιτική κουλτούρα που κληρονόμησε η Αλβανία από το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα. Για 45 χρόνια, το μονοκομματικό κράτος συντηρούσε την κοινωνία μέσα στον φόβο, παρουσιάζοντας διαρκώς εχθρούς που απειλούσαν την πατρίδα. Έτσι απέφευγε την αυτοκριτική, απέκρυπτε την αποτυχία του και μετέτρεπε κάθε εσωτερική δυσλειτουργία σε αποτέλεσμα ξένης επιβουλής.
Δυστυχώς, αυτή η μέθοδος δεν εξαφανίστηκε μαζί με το καθεστώς. Επιβιώνει, αλλάζει μορφή και επανέρχεται κάθε φορά που χρειάζεται. Σήμερα δεν χρησιμοποιείται με το ίδιο ιδεολογικό λεξιλόγιο, αλλά λειτουργεί με τον ίδιο μηχανισμό: όταν η κοινωνία αντιδρά, όταν υπάρχουν σκάνδαλα, όταν οι θεσμοί πιέζονται, όταν η διαφθορά γίνεται δημόσια πληγή, τότε χρειάζεται ένας «άλλος» για να φορτωθεί η ευθύνη.
Και η Ελλάδα προσφέρεται συχνά για αυτόν τον ρόλο. Παρά το γεγονός ότι εδώ και 35 χρόνια αποτελεί τον τόπο όπου εργάστηκαν, πρόκοψαν, σπούδασαν και ενσωματώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί πολίτες. Παρά το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία, με όλες τις δυσκολίες και τις αντιφάσεις της, άνοιξε τις πόρτες της σε ανθρώπους που έφευγαν από τη φτώχεια, τον φόβο και την απομόνωση της μετακομμουνιστικής Αλβανίας. Παρά το γεγονός ότι Έλληνες και Αλβανοί ζουν επί δεκαετίες σε μια καθημερινή, πραγματική και συχνά υποδειγματική συνύπαρξη.
Αυτή η αλήθεια, όμως, δεν εξυπηρετεί την προπαγάνδα. Η αλήθεια της κοινής ζωής, της εργασίας, της γειτονίας, της φιλίας και της αλληλοβοήθειας δεν βολεύει όσους χρειάζονται φαντάσματα. Διότι τα φαντάσματα είναι χρήσιμα στην πολιτική όταν μια εξουσία δεν θέλει να κοιτάξει τον καθρέφτη.
Και ο καθρέφτης σήμερα είναι βαρύς για την κυβέρνηση Ράμα. Η Αλβανία έχει ζήσει τα τελευταία χρόνια σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς, που αγγίζουν υψηλά κυβερνητικά επίπεδα. Ο πρώην αναπληρωτής Πρωθυπουργός Άρμπεν Αχμέταϊ κατηγορήθηκε από την ειδική εισαγγελία SPAK για διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος και απόκρυψη περιουσίας σε σχέση με την υπόθεση των αποτεφρωτήρων, ενώ εγκατέλειψε τη χώρα μετά το αίτημα σύλληψής του. Η Μπελίντα Μπαλούκου, πρώην αναπληρώτρια Πρωθυπουργός και υπουργός Υποδομών, βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο έρευνας για δημόσιους διαγωνισμούς μεγάλης αξίας, με το Reuters να αναφέρει ότι κατηγορήθηκε για χειραγώγηση διαγωνισμών, ενώ η ίδια αρνείται τις κατηγορίες.
Αυτά δεν είναι ελληνική προπαγάνδα. Δεν τα δημιούργησαν ελληνικές εφημερίδες. Δεν είναι φαντασίες κάποιου «ζηλόφθονου γείτονα». Είναι υποθέσεις που έχουν απασχολήσει την αλβανική δικαιοσύνη, τη διεθνή ειδησεογραφία και την ίδια την αλβανική κοινωνία. Και δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται έξω από τη χώρα, αλλά μέσα στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία.
Γι’ αυτό και η εικόνα ενός Πρωθυπουργού που, αντί να σταθεί με θεσμική σοβαρότητα απέναντι στην κοινωνία, επιλέγει να εμφανιστεί ως ο μόνος προστάτης του λαού απέναντι στους «ξένους», είναι βαθιά προβληματική. Η φράση του ότι σκέφτηκε να πάει στο χωριό του και να αφήσει τους πολίτες να διαλέξουν ποιος θα τους προστατεύσει από τους ξένους, όπως μεταδόθηκε από αλβανικά μέσα, κινείται ακριβώς σε αυτή τη λογική: εγώ είμαι ο φρουρός σας, εγώ σας προστατεύω, χωρίς εμένα είστε εκτεθειμένοι.
Αυτή δεν είναι δημοκρατική γλώσσα. Είναι γλώσσα προσωπολατρίας. Είναι η παλιά πολιτική σκηνοθεσία του ηγέτη που δεν απαντά για τα προβλήματα, αλλά ζητά ευγνωμοσύνη επειδή τάχα συγκρατεί τους κινδύνους. Όμως μια χώρα δεν χρειάζεται σωτήρες. Χρειάζεται θεσμούς. Χρειάζεται λογοδοσία. Χρειάζεται διοίκηση που σέβεται τον πολίτη. Χρειάζεται αστυνομία που προστατεύει τον αδύναμο και όχι τον αφήνει στα χέρια ιδιωτικής βίας. Χρειάζεται κυβέρνηση που να μη βαφτίζει κάθε αντίδραση «υποκίνηση».
Η αλαζονεία της εξουσίας δεν μένει ποτέ μόνο στην κορυφή. Κατεβαίνει προς τα κάτω. Διαποτίζει τη διοίκηση, τους διευθυντές, τους μηχανισμούς, τις υπηρεσίες, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο απλός πολίτης. Όταν η κορυφή μιλά με περιφρόνηση, η βάση διοικεί με αυθαιρεσία. Όταν η κορυφή δεν ζητά ποτέ συγγνώμη, η διοίκηση μαθαίνει να μη λογοδοτεί. Όταν ο Πρωθυπουργός δεν δέχεται ευθύνη, ο κάθε μικρός αξιωματούχος αισθάνεται κι αυτός ανεξέλεγκτος.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό αδιέξοδο της Αλβανίας. Από τη μία μια κυβέρνηση που έχει μετατραπεί σε μηχανισμό εξουσίας με τεράστια φθορά. Από την άλλη μια αντιπολίτευση που παραμένει βαριά τραυματισμένη από το δικό της παρελθόν και από το πρόσωπο του Σαλί Μπερίσα. Δύο πολιτικοί πόλοι που συχνά προσβάλλουν τη νοημοσύνη ενός λαού που έχει περάσει φτώχεια, απομόνωση, μετανάστευση, ταπείνωση και ατελείωτες μεταβάσεις.
Ο αλβανικός λαός αξίζει καλύτερα. Αξίζει μια πολιτική που να μην τον φοβίζει με εχθρούς. Αξίζει ηγεσίες που να μη χρησιμοποιούν την Ελλάδα ως άλλοθι. Αξίζει δημόσιο λόγο που να αναγνωρίζει ότι η σχέση Ελλήνων και Αλβανών δεν είναι σχέση ζήλιας, αλλά σχέση ζωής. Είναι σχέση οικογενειών, εργασίας, εμπορίου, σπουδών, φιλίας, πίστης, κοινών δυσκολιών και κοινής καθημερινότητας.
Γι’ αυτό η σημερινή ρητορική είναι επικίνδυνη. Όχι επειδή θα χαλάσει εύκολα τη βαθιά σχέση των δύο κοινωνιών — αυτή είναι πολύ πιο δυνατή από τις δηλώσεις των πολιτικών — αλλά επειδή δηλητηριάζει τον δημόσιο λόγο. Καλλιεργεί καχυποψία εκεί όπου υπάρχει εμπειρία συνύπαρξης. Μετατρέπει την κριτική σε εθνική απειλή. Κάνει τον πολίτη να φοβάται αντί να σκέφτεται.
Η Ελλάδα δεν είναι ο ένοχος για τα προβλήματα της Αλβανίας. Δεν φταίει η Ελλάδα για τη διαφθορά. Δεν φταίει η Ελλάδα για την αλαζονεία της εξουσίας. Δεν φταίει η Ελλάδα για τη βία ιδιωτικών φρουρών. Δεν φταίει η Ελλάδα όταν οι πολίτες ζητούν σεβασμό, διαφάνεια και δικαιοσύνη.
Η ευθύνη βρίσκεται εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις. Στην κυβέρνηση. Στους θεσμούς. Στην πολιτική τάξη. Στον τρόπο με τον οποίο η εξουσία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της.
Και όσο πιο γρήγορα το καταλάβει αυτό η Αλβανία, τόσο πιο ελεύθερη θα γίνει από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Διότι οι λαοί δεν σώζονται από ηγέτες που τους φοβίζουν. Σώζονται όταν έχουν το θάρρος να κοιτάξουν την αλήθεια κατάματα.
Δρ. Θ. Μπ.
Για το Πελασγό Κορυτσάς


Καλά ρε παιδιά, ο Ράμα ακόμα με την Ελλάδα ασχολείται; Τα δικά του ας κοιτάξει πρώτα!
Καλά, μας έλειπε κι αυτός τώρα! Πάντα η ίδια καραμέλα όταν ζορίζονται στο εσωτερικό.