Η Ειδική Εισαγγελία Κατά της Διαφθοράς και του Οργανωμένου Εγκλήματος στην Αλβανία (SPAK) έχει στρέψει την προσοχή του προς την Ελβετία, σύμφωνα με δημοσιεύματα των ελβετικών μέσων ενημέρωσης Blick και CH Media. Όπως αναφέρουν, ένα αλβανικό εγκληματικό δίκτυο φέρεται να «ξεπλένει» επί σειρά ετών χρήματα από διακίνηση ναρκωτικών μέσω ταξιδιωτικού γραφείου που λειτουργεί στη Λουκέρνη, στο κέντρο της Ελβετίας.
Στην Αλβανία, το SPAK έχει ήδη δεσμεύσει δύο ακίνητα και μεγάλα χρηματικά ποσά που ανήκουν σε δύο φερόμενους αρχηγούς της οργάνωσης, με την κατηγορία ότι η περιουσία τους προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες.
Η υπόθεση ήρθε στο φως μετά από συντονισμένη επιχείρηση της Ελβετικής Ομοσπονδιακής Εισαγγελίας τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, κατά την οποία συνελήφθησαν έξι ύποπτοι για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και διακίνηση ναρκωτικών. Τέσσερις από αυτούς συνδέονται άμεσα με το ταξιδιωτικό γραφείο στη Λουκέρνη, ενώ ένας πέμπτος φέρεται να λειτουργούσε ως «κομιστής» χρημάτων και οδηγός.
Σύμφωνα με τις αρχές, το δίκτυο χρησιμοποιούσε το λεγόμενο σύστημα «Hawala-Banking» για τη μεταφορά εκατομμυρίων ευρώ από την Ελβετία προς το Κόσοβο και την Αλβανία. Το σύστημα αυτό είναι άτυπο, βασίζεται στην εμπιστοσύνη και λειτουργεί εκτός των επίσημων χρηματοπιστωτικών μηχανισμών, γεγονός που το καθιστά εξαιρετικά δύσκολο στον έλεγχο και ιδανικό εργαλείο για ξέπλυμα χρήματος και παράνομες συναλλαγές.
Η διαδικασία είναι απλή: κάποιος που θέλει να στείλει χρήματα, π.χ. από τη Λουκέρνη στην Αλβανία, απευθύνεται σε έναν «Hawaladar» – άτυπο μεσάζοντα χρημάτων, ο οποίος συχνά διατηρεί και μία νόμιμη επιχείρηση, όπως ένα ταξιδιωτικό γραφείο, εστιατόριο ή κατάστημα. Ο αποστολέας παραδίδει μετρητά, ο Hawaladar του δίνει έναν κωδικό και ο παραλήπτης στην Αλβανία, αφού ενημερωθεί για τον κωδικό, παραλαμβάνει το αντίστοιχο ποσό σε τοπικό νόμισμα από τον συνεργάτη του Hawaladar, συχνά μέσα στην ίδια ημέρα.
Οι μεταξύ τους διαφορές διευθετούνται αργότερα, μέσω άλλων συναλλαγών ή μεταφορών που συνήθως δεν αφήνουν ίχνη. Ούτε ο αποστολέας ούτε ο παραλήπτης απαιτείται να ταυτοποιηθούν, δεν υπάρχουν επίσημα έγγραφα ή αποδείξεις – γεγονός που καθιστά τον εντοπισμό από τις αρχές σχεδόν αδύνατο.
Ωστόσο, ύστερα από πολύμηνη παρακολούθηση, οι αλβανικές και ελβετικές αρχές κατάφεραν να ξετυλίξουν το κουβάρι. Κομβικό ρόλο έπαιξε το ταξιδιωτικό γραφείο της Λουκέρνης, το οποίο λειτουργούσε ως κέντρο των άτυπων μεταφορών χρημάτων. Υλικό από κάμερες ασφαλείας κατέγραψε μεταφορές μεγάλων χρηματικών ποσών από «κομιστές», ενώ οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις αποκάλυψαν συνομιλίες για μεγάλα χρηματικά ποσά, συμφωνίες για τον χρόνο παράδοσης και χρήση του γραφείου ως σημείο συνάντησης και συντονισμού των παράνομων δραστηριοτήτων.
