Το οικονομικό αποτύπωμα των πλημμυρών στην Αλβανία, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέχρι σήμερα, προσεγγίζει τα 2,5 δισ. δολάρια. Κι όμως, τρεις δεκαετίες μετά, κανένα στέλεχος κρατικού ή αυτοδιοικητικού φορέα που είχε αρμοδιότητα στη διαχείριση υδάτων, στην πρόληψη κινδύνων ή στη διαχείριση εκτάκτων αναγκών δεν έχει λογοδοτήσει ουσιαστικά στη Δικαιοσύνη.
Το μέγεθος της ζημιάς αποτυπώνεται σε εκτενή έκθεση του Ανώτατου Κρατικού Ελεγκτικού Οργάνου, η οποία χαρτογραφεί ένα πλέγμα συστημικών αποτυχιών: από το Υπουργείο Γεωργίας μέχρι τις δημόσιες επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με αναχώματα, αποστραγγιστικά δίκτυα και υποδομές αντιπλημμυρικής προστασίας. Η εικόνα που προκύπτει δεν αφορά μεμονωμένες παραλείψεις, αλλά διαχρονική αδράνεια.
Αφορμή για τον πιο πρόσφατο έλεγχο στάθηκαν οι πλημμύρες του 2024 στην περιοχή της Αυλώνας. Εκεί εξετάστηκαν εκατοντάδες φάκελοι που αφορούν υδρολογικούς χάρτες, αποχετευτικά δίκτυα, υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις και συμβάσεις συντήρησης. Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι βασικά αποστραγγιστικά κανάλια παρέμεναν ακαθάριστα επί δεκαετίες, ενώ η εθνική στρατηγική διαχείρισης πλημμυρικού κινδύνου δεν είχε ποτέ προσαρμοστεί στις νέες κλιματικές συνθήκες, παρά τις ρητές προβλέψεις της νομοθεσίας για την πολιτική προστασία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο ζήτημα της άναρχης δόμησης. Περισσότερες από 3.200 κατασκευές έχουν ανεγερθεί χωρίς άδεια εντός κρίσιμων ζωνών άρδευσης, αποστράγγισης και προστασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση, το πρόβλημα δεν εξαντλείται εκεί: η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και η χρόνια εγκατάλειψη των υποδομών επιτείνουν τις συνέπειες κάθε έντονου καιρικού φαινομένου.
Η χώρα έχει βιώσει επανειλημμένα μεγάλες πλημμύρες από το 1990 και μετά, με χιλιάδες εκτοπισμένους, κατεστραμμένες κατοικίες, πνιγμένες καλλιέργειες και σοβαρές ζημιές στο οδικό δίκτυο. Παρά τη συχνότητα και την ένταση των φαινομένων, η ποινική διερεύνηση υπήρξε εξαιρετικά περιορισμένη. Μόλις δύο υποθέσεις έφτασαν σε επίπεδο έρευνας, με το σκεπτικό ότι οι καταστροφές δεν μπορούσαν να αποδοθούν αποκλειστικά στις καιρικές συνθήκες.
Η πρώτη αφορούσε τις πλημμύρες στη Σκόδρα το 2010, μετά το άνοιγμα των θυροφραγμάτων σε μεγάλα υδροηλεκτρικά φράγματα. Η έρευνα τελικά τέθηκε στο αρχείο, καθώς οι πραγματογνώμονες έκριναν ότι οι χειρισμοί ήταν τεχνικά αναπόφευκτοι. Η δεύτερη, που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, ξεκίνησε πρόσφατα από την εισαγγελία Δυρραχίου και αφορά τόσο τις υλικές καταστροφές όσο και πιθανή κατάχρηση εξουσίας κατά τη διαχείριση πλημμυρικών επεισοδίων.
Μέχρι στιγμής, ούτε σε αυτή την υπόθεση έχουν κατονομαστεί ύποπτοι. Έτσι, παρά τα δισεκατομμύρια σε ζημιές και τις επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις των ελεγκτικών αρχών, η ευθύνη παραμένει διάχυτη και απρόσωπη, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν το επόμενο ακραίο φαινόμενο θα βρει τη χώρα καλύτερα προετοιμασμένη ή απλώς με έναν ακόμη απολογισμό καταστροφών.
