Η Ουγγαρία εξακολουθεί να ξεχωρίζει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως η πιο έντονη φωνή αντίθεσης προς την ενταξιακή πορεία της Ουκρανίας, φτάνοντας στο σημείο να απειλεί με βέτο το άνοιγμα διαπραγματευτικών κεφαλαίων για το Κίεβο. Ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη: η κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν δεν είναι αντίθετη στην διεύρυνση συνολικά – υποστηρίζει με έμφαση την ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων και τάσσεται υπέρ της ενσωμάτωσης της Μολδαβίας και της Γεωργίας σε μία ισορροπημένη, στρατηγική προσέγγιση.
Η Βουδαπέστη έχει ταχθεί επισήμως κατά της ρωσικής εισβολής και καλεί σε άμεση κατάπαυση του πυρός και διαπραγματεύσεις. Παρέχει ανθρωπιστική βοήθεια και ηλεκτρικό ρεύμα στην Ουκρανία, αλλά διατηρεί σθεναρή άρνηση σε οποιαδήποτε οικονομική ή στρατιωτική στήριξη που, σύμφωνα με τη λογική της, θα μπορούσε να παρατείνει τη σύγκρουση και να οδηγήσει σε κλιμάκωση που θα απειλούσε την ειρήνη στην Ευρώπη.
Η ουγγρική επιχειρηματολογία περιλαμβάνει επίσης ανησυχίες για τα σύνορα του Κιέβου και το κόστος αποκατάστασης: σύμφωνα με τη Βουδαπέστη, η ένταξη της Ουκρανίας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα θα μεταφέρει μεγάλο μέρος του οικονομικού βάρους στον κοινοτικό προϋπολογισμό και ενδέχεται να στρέψει κονδύλια προς την ανοικοδόμηση. Επιπλέον, η Ουγγαρία φοβάται ότι η πλήρης ενσωμάτωση μιας χώρας που παραμένει σε εμπόλεμη κατάσταση θα μπορούσε να βαπτίσει και την ΕΕ και άρα και την ίδια, σε μία «έξωθεν» αντιπαράθεση.
«Δεν θα ήθελα η Ουγγαρία να είναι μέλος μίας συμμαχίας όπου ένα νεοεισερχόμενο μέλος κινδυνεύει συνεχώς από πόλεμο και μπορεί να μας τραβήξει μέσα σε αυτόν. Αν οι Ουκρανοί γίνουν μέλη, αυτός ο πόλεμος θα γίνει επίσης και δικός μας πόλεμος. Και δεν το θέλουμε αυτό», δήλωσε ο Βίκτορ Όρμπαν στη συνάντηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Στο εσωτερικό της Ουγγαρίας, η κυβέρνηση διεξήγαγε φέτος μια «εθνική διαβούλευση», μη δεσμευτικό δημοψήφισμα-ερωτηματολόγιο όπου το 95% των συμμετεχόντων τάχθηκε κατά της ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ. Το αποτέλεσμα αυτό, αν και αμφιλεγόμενο ως προς την αντιπροσωπευτικότητά του, αξιοποιείται πολιτικά για να στηρίξει την εξωτερική γραμμή της κυβέρνησης.
Παρά τις εντάσεις με αρκετούς ευρωπαίους εταίρους για τις εμπορικές και ενεργειακές σχέσεις με τη Ρωσία, η Ουγγαρία προωθεί ενεργά την ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων – Σερβίας, Βόρειας Μακεδονίας, Μαυροβουνίου, Αλβανίας και Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, θεωρώντας την επέκταση ως μοχλό περιφερειακής σταθερότητας και οικονομικής ανάπτυξης.
Όπως υπογράμμισε ο Ούγγρος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, «η θέση τους είναι σαφώς στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Ο υπουργός Εξωτερικών έχει επίσης επισημάνει ότι χωρίς σταθερότητα στα Δυτικά Βαλκάνια η περιοχή θα παραμένει πηγή αστάθειας για ολόκληρη την ήπειρο. Επιπλέον, οι ουγγρικές επιχειρηματικές και ενεργειακές σχέσεις με την περιοχή, μεταξύ άλλων στον τραπεζικό τομέα και την ενέργεια, ενισχύουν την πολιτική υποστήριξης προς τις ενταξιακές φιλοδοξίες των γειτόνων.
Η Βουδαπέστη επίσης δηλώνει αμέριστη στήριξη στην ένταξη της Μολδαβίας χωρίς προσκόμματα, επισημαίνοντας την προσφορά εργατικού δυναμικού που η χώρα μπορεί να παράσχει στην ΕΕ. Για τη Γεωργία, η Ουγγαρία εκφράζει επίσης θετική στάση, αν και η διαδικασία έχει «παγώσει» σε μεγάλο βαθμό μετά τις εντάσεις μεταξύ Βρυξελλών και της κυβέρνησης του κόμματος Georgian Dream.
Στο κρίσιμο ζήτημα της απόφασης, το ερώτημα της ομοφωνίας παραμένει στο προσκήνιο: το ουγγρικό μέτωπο επιμένει στην διατήρηση των κανόνων ομοφωνίας, προκειμένου να κρατά τη δυνατότητα βέτο. Ωστόσο, η πολιτική του Όρμπαν δείχνει και στοιχεία ρεαλισμού: στο παρελθόν έχει αποδειχθεί ότι είναι διατεθειμένος να αποσύρει προσωρινά αντιρρήσεις όταν κρίνει ότι υπάρχουν σημαντικά οικονομικά ανταλλάγματα. Έτσι, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2023, αποχώρησε από τη συνάντηση για τις ιδιωτικές συνομιλίες των ηγετών, αφήνοντας τη διαδικασία να προχωρήσει για τους υπόλοιπους 26 χωρίς να επιβάλει βέτο, ενώ λίγες μέρες νωρίτερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε την εκταμίευση κονδυλίων προς την Ουγγαρία.
Παράλληλα, στο παρελθόν ο Όρμπαν είχε άρει το βέτο για τη δημιουργία του «Ταμείου για την Ουκρανία» που επέτρεψε ένα πακέτο στήριξης ύψους 50 δισεκατομμυρίων ευρώ, δείχνοντας ότι οι πολιτικές ισορροπίες μπορούν να αλλάξουν όταν προκύπτουν κοινοί συμβιβασμοί ή άμεσες ωφελίες.
Η πολιτική κατεύθυνση της Ουγγαρίας απέναντι στην ουκρανική ένταξη ενδέχεται να αλλάξει ριζικά σε περίπτωση κυβερνητικής αλλαγής: αν η σημερινή κυβέρνηση ηττηθεί στις κοινοβουλευτικές εκλογές που έχουν προγραμματιστεί για τον Απρίλιο, μια νέα ηγεσία θα μπορούσε να υιοθετήσει διαφορετική, πιο ευθυγραμμισμένη με τις υπόλοιπες πρωτεύουσες της ΕΕ, στάση απέναντι στο Κίεβο.
Συνολικά, η ουγγρική στάση συνιστά ένα περίπλοκο μείγμα ρεαλισμού, εσωτερικής πολιτικής διαχείρισης και γεωστρατηγικών επιλογών: όχι άρνηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως έννοιας, αλλά στοχευμένες αντιρρήσεις όταν θεωρείται ότι η διεύρυνση θα θέσει σε κίνδυνο την ειρήνη, τα οικονομικά συμφέροντα ή την εσωτερική πολιτική σταθερότητα της Ουγγαρίας.
