Ανάμεσα στα πολλά επιτεύγματα που η αρχαία Ελλάδα προσέφερε στην ανθρωπότητα, λίγα είναι τόσο σπουδαία όσο η δημοκρατία. Από τους πρώτους κιόλας Αθηναίους που επινόησαν αυτό το πολιτειακό σύστημα, η δημοκρατία προσέφερε ελευθερία και αξιοπρέπεια στους πολίτες της πόλης, ενθαρρύνοντάς τους να συμμετέχουν στα κοινά και να νομοθετούν οι ίδιοι για την κοινωνία τους. Ωστόσο, δεν λείπουν οι σημερινές επιφυλάξεις και κριτικές για το γεγονός ότι αυτή η δημοκρατία συνυπήρχε με τον θεσμό της δουλείας. Πολλοί αναρωτιούνται: ήταν πράγματι δυνατόν η δημοκρατία να συνυπάρχει με την υποδούλωση ανθρώπων;
Σύμφωνα με τους επικριτές, στην αρχαία Αθήνα μόνο οι πολίτες είχαν δικαιώματα, ενώ οι δούλοι θεωρούνταν σχεδόν άψυχα εργαλεία, χωρίς καμία ηθική ή νομική υπόσταση. Είναι όμως πράγματι έτσι; Αν εξετάσει κανείς τη νομοθεσία του Σόλωνα, ενός από τους σημαντικότερους νομοθέτες της Αθήνας, ανακαλύπτει μια περισσότερο σύνθετη πραγματικότητα γύρω από την έννοια της δουλείας. Ο Σόλων, άνθρωπος σοφός και με έντονο κοινωνικό αίσθημα, έθεσε σε ισχύ νόμους που φανερώνουν μια πρωτόγνωρη αντίληψη για τους δούλους, αναγνωρίζοντας – έστω και περιορισμένα – ότι ήταν ανθρώπινα όντα και όχι απλά ιδιοκτησία.
Είναι γεγονός πως όλες οι κοινωνίες της αρχαιότητας στηρίζονταν στη δουλεία ως κύρια πηγή εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Αθηναίοι δεν αποτελούσαν εξαίρεση. Εκείνο που τους ξεχώριζε, όμως, ήταν πως πρώτοι διαμόρφωσαν νομοθεσίες που παρείχαν ορισμένα δικαιώματα στους δούλους, τόσο σε εκείνους που ανήκαν στο κράτος όσο και σε αυτούς που ανήκαν σε ιδιώτες. Στην Αθήνα υπήρχαν διάφορες κατηγορίες δούλων, με πιο χαρακτηριστικές τους δημόσιους και τους οικιακούς. Οι δημόσιοι εργάζονταν για το κράτος, συμμετέχοντας σε χειρωνακτικές εργασίες, στο εμπόριο, στις τράπεζες ή και στα πλοία, ενώ οι οικιακοί βρίσκονταν στην υπηρεσία ιδιωτών.
Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι και το κράτος και οι ιδιώτες κύριοι παρείχαν ανταμοιβές στους δούλους. Οι δημόσιοι λάμβαναν χρηματική αποζημίωση για την εργασία τους, ενώ οι οικιακοί αμείβονταν μέσω της εξασφάλισης τροφής και ένδυσης. Στο έργο του «Οικονομικά», ο φιλόσοφος προτείνει στους κυρίους να φροντίζουν τους δούλους τους, να τους δίνουν κατάλληλο ρουχισμό, επαρκή διατροφή και ανάπαυση. Προειδοποιεί, επίσης, κατά της κακομεταχείρισης και προτείνει ως κίνητρο την υπόσχεση απελευθέρωσης.
Οι δημόσιοι δούλοι εργάζονταν συχνά χωρίς επιτήρηση και πλήρωναν στο κράτος ένα συμφωνημένο ποσό (ἀποφορά) για το δικαίωμα εργασίας και κατοικίας. Ήταν κρατική ιδιοκτησία, και γι’ αυτό προστατεύονταν από κάθε μορφή κακοποίησης. Ο Νόμος 56 του Σόλωνα απαγόρευε σε οποιονδήποτε να χτυπήσει τον δούλο άλλου. Από την άλλη πλευρά, οι οικιακοί δούλοι μπορούσαν, έπειτα από συμφωνία με τον κύριό τους, να εργαστούν ανεξάρτητα – π.χ. στο ναυτικό – και να αποδίδουν μέρος των εσόδων τους στον κύριό τους. Επιπλέον, βάσει του Νόμου 61, οι δούλοι είχαν το δικαίωμα να εξαγοράσουν την ελευθερία τους, κάτι που συχνά κατάφερναν από τα χρήματα που κέρδιζαν με τη δουλειά τους.
Η απελευθέρωση δούλων ήταν μια σχετικά συνηθισμένη πρακτική και, σε πολλές περιπτώσεις, ενθαρρυνόταν από το ίδιο το κράτος. Αυτό συνέβαινε επειδή οι απελεύθεροι δούλοι μπορούσαν να εγγραφούν ως μέτοικοι και να πληρώνουν τον φόρο μετοικίου, γεγονός πιο συμφέρον για την οικονομία της πόλης απ’ ό,τι η διατήρησή τους ως δούλων. Πολλοί Αθηναίοι, γι’ αυτό τον λόγο, παραχωρούσαν την ελευθερία σε δούλους ώστε να ενισχύσουν τα δημόσια έσοδα. Ο ολιγαρχικός συγγραφέας Ψευδο-Ξενοφών εκφράζει τη δυσφορία του για τη μεταχείριση των δούλων στην Αθήνα, παραπονιόμενος πως ούτε μπορείς να τους χτυπήσεις ούτε παραμερίζουν για να περάσεις, γιατί οι Αθηναίοι βασίζονται στην οικονομική τους δραστηριότητα. Όπως γράφει χαρακτηριστικά, «είναι αναγκαίο να γινόμαστε δούλοι των δούλων, ώστε να απολαμβάνουμε μερίδιο από τα κέρδη τους – και έτσι, πρέπει να τους αφήνουμε ελεύθερους».
Ο Πλάτων, κριτικός της δημοκρατίας, σχολίαζε σκωπτικά πως, στο δημοκρατικό πολίτευμα, οι δούλοι είναι σχεδόν τόσο ελεύθεροι όσο και οι αγοραστές τους.
Παρά την κατώτερη κοινωνική θέση τους, οι δούλοι συμμετείχαν σε διάφορες πτυχές της δημόσιας ζωής. Πίστευαν στους ίδιους θεούς με τους ελεύθερους πολίτες, συμμετείχαν σε γιορτές, ακόμα και σε θεατρικές παραστάσεις. Δεν μπορούσαν να εκτελεστούν χωρίς δίκη, και κάθε βασανιστήριο απαιτούσε προηγούμενη δικαστική απόφαση. Ο Σόλων είχε θεσπίσει νόμους για την προστασία των δούλων από την κακοποίηση. Αν ένας δούλος κακοποιούνταν, είχε δικαίωμα να ζητήσει άσυλο στον ναό του Θησείου. Αν το δικαστήριο δικαίωνε την προσφυγή του, μπορούσε να τοποθετηθεί υπό την εποπτεία άλλου κυρίου με ηπιότερη συμπεριφορά.
Ο ρήτορας Δημοσθένης, επικαλούμενος τη σχετική νομοθεσία, ανέφερε με υπερηφάνεια πως ο νόμος απαγόρευε την κακομεταχείριση ακόμη και των δούλων. «Αθηναίοι», έλεγε, «σκεφτείτε τι σημαίνει αυτό. Αν μεταφέραμε αυτόν τον νόμο στους βάρβαρους από τους οποίους προέρχονται οι δούλοι μας και τους λέγαμε ότι υπάρχουν στην Ελλάδα άνθρωποι που, ενώ έχουν υποφέρει από εσάς, δεν επιτρέπουν ούτε στους δούλους που έχουν αγοράσει να υβρίζονται ή να χτυπιούνται, δεν θα σας έβλεπαν άραγε ως φυσικούς τους προστάτες;»
Η δουλεία, όσο απάνθρωπη κι αν παραμένει σε κάθε της μορφή, είχε στην Αθηναϊκή Δημοκρατία χαρακτηριστικά που δεν συναντώνται εύκολα αλλού στον αρχαίο κόσμο. Νομικές προβλέψεις, κάποιες μορφές προστασίας και η δυνατότητα απελευθέρωσης διαφοροποιούσαν την κατάσταση των δούλων στην Αθήνα από την εικόνα της πλήρους καταπίεσης που έχουμε στη σύγχρονη φαντασία. Παρ’ όλα αυτά, οι δούλοι παρέμεναν κατώτεροι από τους πολίτες, χωρίς πολιτικά δικαιώματα – αλλά όχι χωρίς φωνή και ελπίδα για αλλαγή.
