Ο κεντρικός οδικός άξονας της Αλβανίας, Qukës-Qafë Plloçë, ένα έργο που εδώ και χρόνια παρουσιάζεται ως μία από τις πιο κοστοβόρες και πολυσυζητημένες παρεμβάσεις στην αλβανική οδοποιία, κατέρρευσε με την πρώτη σοβαρή βροχόπτωση του φθινοπώρου, προκαλώντας νέο κύμα αντιδράσεων για την ποιότητα και την ασφάλεια του έργου.
Οι εικόνες από το σημείο είναι αποκαλυπτικές: ο γκρεμός έχει υποχωρήσει, τεράστιοι βράχοι έχουν πέσει πάνω στο οδόστρωμα, τα στηθαία έχουν λυγίσει και τμήματα του δρόμου εμφανίζουν καταστροφές σαν να έχουν υποστεί ισχυρό πλήγμα. Η κατολίσθηση συνέβη σε περιοχή όπου το βουνό είχε κοπεί σε μεγάλο βάθος, χωρίς την απαραίτητη ενίσχυση των πρανών, εκθέτοντας τον δρόμο σε άμεσο κίνδυνο.
Η κατάπτωση των υλικών μπλόκαρε πλήρως την κυκλοφορία, αναγκάζοντας την εταιρεία συντήρησης να ανοίξει εκ νέου έναν πρόχειρο παράδρομο για να συνεχιστεί έστω και με δυσκολία η διέλευση. Πρόκειται για μία από τις πιο σοβαρές αστοχίες που έχουν σημειωθεί στη συγκεκριμένη διαδρομή, η οποία μόλις πριν λίγους μήνες είχε προβληθεί ως «έργο έτοιμο για χρήση».
Παρά τη σαφή αποτυχία στην αντοχή της κατασκευής, το Αλβανικό Ταμείο Οδοποιίας (ARRSH) έσπευσε να αποδώσει το γεγονός αποκλειστικά στις «ισχυρές βροχοπτώσεις», αποσιωπώντας οποιαδήποτε πιθανότητα κατασκευαστικής αμέλειας ή πλημμελούς μελέτης σε έναν δρόμο που περνά από ιδιαίτερα απαιτητικό ορεινό έδαφος και που έχει κοστίσει εξωφρενικά ποσά για τα δεδομένα της χώρας.
Το γεγονός, όμως, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα: πώς γίνεται μια επένδυση εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ να υποκύπτει τόσο εύκολα στα φυσικά φαινόμενα; Γιατί ένας δρόμος που εδώ και δεκαετίες απορροφά δημόσιους πόρους παρουσιάζει τέτοια εικόνα μετά από μια συνηθισμένη φθινοπωρινή καταιγίδα; Η νέα αστοχία έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά σειρά κριτικών για υπερκοστολόγηση, συνεχείς καθυστερήσεις και ασάφεια ως προς την ποιότητα των εργασιών.
Ο άξονας Qukës-Qafë Plloçë βρίσκεται στο κέντρο της Αλβανίας και αποτελεί βασική σύνδεση μεταξύ Λιμπραζντί και Πόγραδετς, λειτουργώντας ως σημαντική δίοδος προς την ανατολική πλευρά της χώρας. Παρά τη στρατηγική του σημασία, δεκαέξι χρόνια μετά την έναρξη του έργου παραμένει σύμβολο ενός προβληματικού μοντέλου δημοσίων έργων: υψηλό κόστος, αμφιλεγόμενες τεχνικές λύσεις και αποτέλεσμα που δεν ανταποκρίνεται ούτε στην επένδυση ούτε στις ανάγκες των οδηγών.
Συνεργεία εξακολουθούν να εργάζονται για την απομάκρυνση των φερτών υλικών, ενώ οι αρχές εξετάζουν νέα μέτρα για την αποκατάσταση της κυκλοφορίας. Ωστόσο, η πρόσφατη κατάρρευση αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το πώς διαχειρίζονται οι αλβανικοί θεσμοί τα μεγάλα έργα και κατά πόσο υπάρχει ουσιαστικός έλεγχος στην ποιότητα και στη διαφάνεια των δημόσιων επενδύσεων.
