Από την 1η Ιανουαρίου 2026 τίθενται σε ισχύ οι νέες τιμές αναφοράς για διαμερίσματα και εμπορικές μονάδες, με τις τιμές να φτάνουν έως και 200.000 λεκ ποσό που αντιστοιχεί σε 2.070€.
Οι αλλαγές αυτές αναμένεται να συνοδευτούν από αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας, κυρίως στις πιο περιζήτητες περιοχές της χώρας, όπως οι παραθαλάσσιες ζώνες και τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Όπως επισημαίνουν οικονομικοί αναλυτές, οι διαφοροποιήσεις στις τιμές αντικατοπτρίζουν τη μεγάλη απόκλιση που υπάρχει στη ζήτηση ακινήτων μεταξύ των περιοχών. Σε πόλεις όπως τα Τίρανα, το Δυρράχιο και η Αυλώνα, η ζήτηση παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, ενώ στους υπόλοιπους δήμους —ιδίως στις πιο απομακρυσμένες περιοχές— η αγορά ακινήτων κινείται με πολύ πιο αργούς ρυθμούς.
Οι νέες ρυθμίσεις προβλέπουν επίσης αύξηση του αριθμού των κτηματολογικών ζωνών από 65 σε 119, με στόχο την πιο ακριβή αποτίμηση των τιμών αναφοράς, ώστε αυτές να αντανακλούν καλύτερα τις πραγματικές αξίες της αγοράς.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, προς το παρόν θεωρείται δύσκολο η φορολόγηση των ακινήτων να βασιστεί στις τιμές της αγοράς και όχι στις τιμές αναφοράς, καθώς κάτι τέτοιο θα απαιτούσε συνεχή και συστηματική επικαιροποίηση των δεδομένων από την κτηματογράφηση — μια διαδικασία σύνθετη και χρονοβόρα.
Παράλληλα, η αγορά κατοικιών παρουσιάζει ανοδική πορεία που δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την προσφορά και τη ζήτηση, γεγονός που αυξάνει περαιτέρω τις προκλήσεις στην εκτίμηση των πραγματικών αξιών.
Ο φόρος ακίνητης περιουσίας θεωρείται σημαντική πηγή εσόδων για τους δήμους, ωστόσο η αποτελεσματική είσπραξή του εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πρόβλημα. Σήμερα, τα έσοδα από τον συγκεκριμένο φόρο στους 61 δήμους της Αλβανίας αντιστοιχούν μόλις στο 0,5% του ΑΕΠ, ποσοστό πολύ χαμηλότερο από τους στόχους που έχουν τεθεί στη στρατηγική της αποκέντρωσης, γεγονός που καταδεικνύει τις αδυναμίες στη συλλογή των τοπικών εσόδων.
