Στις 7 και 8 Αυγούστου 2025, οι αλβανικές αρχές πραγματοποίησαν συντονισμένες εφόδους που οδήγησαν στη σύλληψη δέκα ατόμων, τα οποία κατηγορούνται ότι ανήκουν σε εγκληματικό δίκτυο με εμπλοκή στη διακίνηση κοκαΐνης πολλών τόνων και στο ξέπλυμα χρημάτων. Η επιχείρηση υλοποιήθηκε σε συνεργασία με τις αρχές του Βελγίου, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ολλανδίας, με την υποστήριξη της Europol, και είχε ως στόχο ένα δίκτυο που λειτουργούσε με δομή οικογενειακής-κλανικής οργάνωσης. Οι έρευνες αποκάλυψαν ότι η οργάνωση είχε στενές διασυνδέσεις με διεθνείς εγκληματικές ομάδες υψηλού κινδύνου, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε πολλές χώρες της Ευρώπης και εκτός αυτής.
Η υπόθεση πήρε νέα τροπή μετά τη σύλληψη, στα τέλη Ιουνίου 2025, ενός εκ των κορυφαίων μελών της οργάνωσης από τις αλβανικές αρχές. Ακολούθησαν εκτεταμένες έρευνες, οι οποίες οδήγησαν σε κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, μεταξύ των οποίων ξενοδοχείο, ακίνητα και επιχειρήσεις, καθώς και σε δέσμευση χρημάτων σε μετρητά. Παράλληλα συγκεντρώθηκε σημαντικός όγκος φυσικών και ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων, που αναμένεται να αξιοποιηθούν στην πορεία των ερευνών.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η αξιοποίηση της κρυπτογραφημένης πλατφόρμας επικοινωνίας Sky ECC, η οποία, αν και είχε αποσυναρμολογηθεί πριν από τέσσερα χρόνια, εξακολουθεί να αποδίδει καρπούς χάρη στις αναλύσεις δεδομένων που διεξάγει η Europol. Μέσα από τη μελέτη του υλικού αυτού κατέστη δυνατό να αποκαλυφθεί η δομή και η δράση οργανώσεων οργανωμένου εγκλήματος υψηλού προφίλ, αλλά και να εντοπιστεί ο ρόλος επιμέρους πρωταγωνιστών.
Η συγκεκριμένη επιχείρηση, υπό τον συντονισμό της Ειδικής Εισαγγελίας Κατά της Διαφθοράς και του Οργανωμένου Εγκλήματος (SPAK), επικεντρώθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους Αλβανούς στόχους, ο οποίος φέρεται να είχε ηγετικό ρόλο στη διακίνηση κοκαΐνης και στο ξέπλυμα χρήματος. Ερευνητές από την Αλβανία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και την Ολλανδία, μαζί με ειδικούς της Europol, ανέλυσαν στοιχεία από τις κρυπτογραφημένες επικοινωνίες, οι οποίες αποκάλυψαν εγκληματικά επεισόδια που αφορούσαν αποστολές κοκαΐνης πολλών τόνων από τη Λατινική Αμερική προς τα ευρωπαϊκά λιμάνια, όπως το Αμβούργο και το Ρότερνταμ. Σύμφωνα με τις έρευνες, μόνο σε μία από αυτές τις αποστολές ο κεντρικός στόχος εισέπραξε πάνω από 40 εκατομμύρια δολάρια.
Ο αρχηγός της οργάνωσης είχε τον απόλυτο έλεγχο στον σχεδιασμό και την επένδυση σε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών, ενώ συντόνιζε τις δραστηριότητες ακόμη και από το εξωτερικό, χρησιμοποιώντας κρυπτογραφημένα μέσα επικοινωνίας. Πριν από τη σύλληψή του, ήταν καταζητούμενος, καθώς αλβανικό δικαστήριο είχε αναγνωρίσει ποινή κάθειρξης 21 ετών που του είχε επιβληθεί στην Ιταλία για σειρά εγκλημάτων, όπως ανθρωποκτονία, παράνομη κράτηση, απόπειρα απόκρυψης πτώματος, απειλές, παράνομη κατοχή εκρηκτικών και πυρομαχικών, καθώς και παρεμπόδιση της δικαιοσύνης. Η εγκληματική οργάνωση, σύμφωνα με τα στοιχεία, λειτουργούσε σε διεθνές επίπεδο, συνεργαζόμενη με άλλες ομάδες που διευκόλυναν τις μεταφορές φορτίων ναρκωτικών προς τα λιμάνια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα τεράστια κέρδη της, τα οποία ανέρχονταν σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, επενδύονταν σε ακίνητα και επιχειρήσεις τόσο στην Αλβανία όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η Europol προσέφερε εξειδικευμένη στήριξη καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχείρησης, παρέχοντας αναλύσεις μεγάλων βάσεων δεδομένων, πληροφοριακές εκθέσεις και συντονιστική υποστήριξη. Παράλληλα, κατά την ημέρα των επιχειρήσεων, απέστειλε στην Αλβανία ειδικό για το οργανωμένο έγκλημα, ο οποίος παρείχε τεχνική βοήθεια και συνέβαλε στη διευκόλυνση της διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας.
