Η Αλβανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δημογραφική υποχώρηση χωρίς προηγούμενο στα Δυτικά Βαλκάνια, καθώς ο πληθυσμός της μειώνεται με ρυθμούς αισθητά ταχύτερους από εκείνους των υπόλοιπων υποψήφιων προς ένταξη χωρών της περιοχής, όπως προκύπτει από τα νεότερα στοιχεία της Eurostat.
Το 2025 ο πληθυσμός της χώρας διαμορφώθηκε σε περίπου 2,36 εκατομμύρια κατοίκους, έχοντας χάσει μέσα σε έναν μόλις χρόνο σχεδόν 28.000 άτομα. Η ποσοστιαία μείωση, που ξεπερνά το 1%, αποτελεί την πιο έντονη σε ολόκληρη την περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων.
Η εικόνα αυτή διαφοροποιείται έντονα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες υποψήφιες χώρες: στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη η πληθυσμιακή συρρίκνωση είναι περιορισμένη, στη Βόρεια Μακεδονία σχεδόν οριακή, στη Σερβία αισθητή αλλά χαμηλότερη, ενώ στο Μαυροβούνιο καταγράφεται η μικρότερη πτώση. Κατά μέσο όρο, οι τέσσερις αυτές χώρες εμφανίζουν απώλειες που δεν ξεπερνούν το 0,3%, ποσοστό πολλαπλάσια χαμηλότερο από εκείνο της Αλβανίας.
Η απόκλιση αυτή αποτυπώνει το βάθος των δημογραφικών πιέσεων που δέχεται η χώρα, με βασικούς παράγοντες τη συνεχιζόμενη μαζική μετανάστευση και τη δραματική πτώση των γεννήσεων. Σε αντίθεση με άλλες βαλκανικές κοινωνίες, τα φαινόμενα αυτά πλήττουν την Αλβανία με μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η συρρίκνωση του νεανικού πληθυσμού, η οποία τα τελευταία χρόνια επιταχύνει τη συνολική πληθυσμιακή μείωση. Η μείωση των νέων οδηγεί αυτομάτως και σε λιγότερες γεννήσεις, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο δημογραφικής αποδυνάμωσης.
Η ηλικιακή ομάδα κάτω των 30 ετών έχει δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα, κυρίως λόγω της έντονης εξόδου προς το εξωτερικό. Η Αλβανία εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά μετανάστευσης στην Ευρώπη, καθώς νέοι και εξειδικευμένοι εργαζόμενοι εγκαταλείπουν τη χώρα αναζητώντας καλύτερες αποδοχές, σταθερότερες συνθήκες εργασίας και προοπτικές εξέλιξης σε κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η τάση αυτή ενισχύθηκε μετά το άνοιγμα των ευρωπαϊκών αγορών εργασίας και τα στοχευμένα προγράμματα προσέλκυσης εργατικού δυναμικού, ιδιαίτερα από χώρες όπως η Γερμανία.
Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι, σύμφωνα με διαθέσιμα εσωτερικά στοιχεία, ο πληθυσμός ηλικίας 15 έως 29 ετών —η βασική δεξαμενή μετανάστευσης— έχει μειωθεί σχεδόν κατά το ήμισυ μέσα σε διάστημα δεκατεσσάρων ετών.
Την ίδια στιγμή, η χώρα καταγράφει ιστορικά χαμηλά επίπεδα γεννητικότητας, με τον δείκτη να κυμαίνεται περίπου στο 1,2 παιδί ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το επίπεδο που απαιτείται για την αναπλήρωση του πληθυσμού. Οικονομική ανασφάλεια, αυξημένο κόστος ζωής και η φυγή ενός εκ των δύο συντρόφων στο εξωτερικό οδηγούν πολλά ζευγάρια στην αναβολή ή ακόμη και στην εγκατάλειψη της προοπτικής δημιουργίας οικογένειας.
Οι δημογραφικές προβολές για τα επόμενα χρόνια είναι εξίσου δυσοίωνες, καθώς εκτιμάται ότι οι θάνατοι θα υπερτερούν σταθερά των γεννήσεων, δημιουργώντας ένα μόνιμο φυσικό έλλειμμα πληθυσμού, το οποίο αναμένεται να διευρυνθεί περαιτέρω ελλείψει ουσιαστικών παρεμβάσεων.
