Ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Διογένης, γνωστός ως ο πατέρας του Κυνισμού, έχει μείνει στην ιστορία για τις ιδιόρρυθμες αντιλήψεις του και τις μοναδικές του συναντήσεις, με πιο χαρακτηριστική εκείνη με τον Μέγα Αλέξανδρο.
Ο Διογένης ο Κυνικός, ή αλλιώς Διογένης από τη Σινώπη, έζησε εντελώς έξω από τα κοινωνικά πλαίσια της εποχής του. Απαρνήθηκε κάθε είδους πολυτέλεια, κοιμόταν μέσα σε έναν μεγάλο πήλινο πίθο και ζούσε ζητιανεύοντας στους δρόμους—κάτι σχεδόν αδιανόητο για τα ήθη της αρχαίας Αθήνας.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας, συνήθιζε να κυκλοφορεί κρατώντας ένα φανάρι, λέγοντας πως αναζητούσε έναν τίμιο άνθρωπο. Όπως έλεγε αργότερα, δεν κατάφερε ποτέ να βρει ούτε έναν.
Γεννημένος στη Σινώπη, μια ιωνική πόλη στις ακτές του Εύξεινου Πόντου, γύρω στο 412 ή 404 π.Χ., ο Διογένης θεωρείται ένας από τους βασικούς θεμελιωτές της Κυνικής φιλοσοφίας, μαζί με τον Αντισθένη και τον Κράτη. Ο όρος “κυνικός” προέρχεται από τη λέξη «κύων» (σκύλος), και αποδόθηκε στον Διογένη εξαιτίας της ασυνήθιστης και, κατά πολλούς, «σκυλίσιας» συμπεριφοράς του: ζούσε στον δρόμο, έτρωγε ωμό κρέας και δεν δίσταζε να επιτελεί τις φυσικές του ανάγκες δημοσίως, όπως ακριβώς τα ζώα.
Πίσω όμως από αυτές τις εκκεντρικές συμπεριφορές κρυβόταν ένας ιδιαίτερα οξυδερκής φιλόσοφος. Οι σκέψεις του για την κοινωνία, την πολιτική και τη ζωή ήταν συχνά αποστομωτικές και γεμάτες αλήθεια—αν και συνήθως εκφράζονταν με τραχύ και προσβλητικό τρόπο. Δεν έδινε καμία σημασία στην κοινωνική θέση ή εξουσία των ανθρώπων. Για τον Διογένη, όλοι ήταν ίσοι· βασιλιάς ή δούλος, τους αντιμετώπιζε όλους με τον ίδιο τρόπο—συνήθως με περιφρόνηση.
Η φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα και προσέλκυσε ανθρώπους απ’ όλον τον αρχαίο κόσμο που ήθελαν να τον γνωρίσουν, είτε από θαυμασμό είτε από περιέργεια.
Ανάμεσά τους και ο Μέγας Αλέξανδρος, ο στρατηλάτης που διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό σε Ασία και Αφρική. Ως μαθητής του Αριστοτέλη, ο Αλέξανδρος είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους φιλοσόφους και σοφούς άνδρες της εποχής. Έτσι, αποφάσισε να συναντήσει ο ίδιος τον Διογένη.
Ταξίδεψε στην Κόρινθο, όπου διέμενε τότε ο φιλόσοφος. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, οι δυο τους αντάλλαξαν ελάχιστες λέξεις. Ο Αλέξανδρος πλησίασε τον Διογένη την ώρα που εκείνος καθόταν και λιαζόταν. Με σεβασμό, τον ρώτησε αν θα ήθελε κάτι από αυτόν. Ο Διογένης απάντησε ψυχρά: «Κάνε λίγο πιο πέρα· μου κρύβεις τον ήλιο».
Ο Αλέξανδρος εντυπωσιάστηκε τόσο από την απάντηση, που είπε: «Αν δεν ήμουν ο Αλέξανδρος, θα ήθελα να είμαι ο Διογένης». Η φράση αυτή έμεινε στην Ιστορία ως σύμβολο της αλληλοεκτίμησης ανάμεσα σε έναν πανίσχυρο ηγέτη και έναν αφοσιωμένο φιλόσοφο.
Ο Αλέξανδρος Γ΄ της Μακεδονίας, γνωστός ως Μέγας Αλέξανδρος, υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της ανθρώπινης ιστορίας. Φέρων τίτλους όπως «Βασιλέας των Μακεδόνων», «Ηγεμών της Πανελλήνιας Συμμαχίας», «Βασιλιάς των βασιλέων» της Περσίας, «Φαραώ» της Αιγύπτου και «Κύριος της Ασίας», ο Αλέξανδρος άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του σε τρεις ηπείρους.
Γεννήθηκε στην Πέλλα, στη σημερινή Κεντρική Μακεδονία, το 356 π.Χ., και ήταν γιος του βασιλιά Φιλίππου Β΄ και της Ολυμπιάδας. Δεν ήταν απλώς διάδοχος του θρόνου, αλλά ήδη από πολύ νεαρή ηλικία ξεχώρισε για τις εξαιρετικές στρατηγικές και πολιτικές του ικανότητες. Το όνομά του, «Αλέξανδρος», που σημαίνει «προστάτης των ανθρώπων», αντικατοπτρίζει τη μοίρα του να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πορεία της Ιστορίας.

