Στις 17 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε μια ιδιότυπη επιχειρηματική συναλλαγή. Η εταιρεία Timak, η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή, προσαρμογή και συναρμολόγηση μεταλλικών και πλαστικών κατασκευών για οχήματα, πούλησε το 49% των μετοχών της. Η Timak είχε προβληθεί έντονα το τελευταίο διάστημα από την κυβέρνηση. Η ιδιοκτήτριά της είχε φιλοξενηθεί σε εκπομπή του αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα, ενώ οι εγκαταστάσεις της εταιρείας στο Κασάρ είχαν επισκεφθεί κατ’ επανάληψη κυβερνητικοί υπουργοί.
Παρά τη στήριξη αυτή, η ιδιοκτήτρια αποφάσισε να πουλήσει σχεδόν τον μισό εταιρικό της μερίδιο έναντι μόλις 490 ευρώ. Αγοραστής ήταν ο Ρον Γέφετ, ισραηλινός επιχειρηματίας με αλβανική υπηκοότητα και στενός φίλος του Ράμα. Η εξευτελιστική αυτή τιμή σήκωσε ερωτήματαμ. Η απάντηση φάνηκε δύο μήνες αργότερα: η πώληση ήταν μέρος ενός σχεδίου με ξεκάθαρο στόχο – τη δημιουργία μιας κοινής επιχείρησης με το κράτος.
Στις 4 Αυγούστου, εν μέσω θέρους, η κρατική αμυντική εταιρεία Kayo και η Timak ίδρυσαν την Timak Defence. Το νέο σχήμα ανήκει κατά 80% στην Timak και κατά 20% στην Kayo. Σκοπός της εταιρείας είναι η παραγωγή ή τροποποίηση ειδικών οχημάτων με ανοικτή αρχιτεκτονική, ώστε να μπορούν να εξοπλιστούν με οπλικά συστήματα ή άλλο εξοπλισμό ασφαλείας και να χρησιμοποιηθούν από τις Ένοπλες Δυνάμεις, την Αστυνομία, την Εθνοφυλακή, την Πολιτική Προστασία ή ακόμη και διεθνείς πελάτες. Με απλά λόγια, η Timak Defence αποκτά το μονοπώλιο στον εφοδιασμό του κράτους με οχήματα για στρατιωτικούς, αστυνομικούς και πολιτικούς σκοπούς. Η έδρα της θα στεγαστεί στην παλιά βιομηχανική μονάδα ανταλλακτικών αυτοκινήτων στη Σκόζα, στο κτήριο όπου λειτουργούσε ο τηλεοπτικός σταθμός News 24.
Μόλις πέντε ημέρες μετά τη σύσταση της εταιρείας, η κυβέρνηση έστειλε αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις για να εκκενώσουν βίαια τους δημοσιογράφους του News 24 από το κτήριο, διευκολύνοντας την εγκατάσταση της Timak Defence. Το νέο μονοπώλιο είναι μια αγορά δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Ωστόσο, μένει ασαφές ποια προστιθέμενη αξία δημιουργεί, αφού η Αλβανία δεν παράγει οχήματα. Το πιθανότερο είναι η εταιρεία να εισάγει αυτοκίνητα από το εξωτερικό, να τα τροποποιεί επιφανειακά και να τα πουλάει στο κράτος σε πολλαπλάσια τιμή.
Ο Γέφετ δεν είναι άγνωστος στην Αλβανία. Στο παρελθόν προσπάθησε να εμπλακεί στην ίδρυση της Air Albania, αγοράζοντας το 23% της μητρικής εταιρείας MDN, αλλά αποχώρησε μόλις έναν μήνα αργότερα μετά από διαφωνίες. Τον Ιανουάριο, ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Αλβανίας Αρμπέν Αχμετάι αποκάλυψε ότι ο Ράμα τού είχε ζητήσει το 2018 να μεταβιβάσει «ιδιωτικά» το δημόσιο χρέος της Αλβανίας στον Γέφετ, πρόταση την οποία ο ίδιος αρνήθηκε. Εκτός από το χρέος, ο Γέφετ είχε επιχειρήσει να αποκτήσει και το οικόπεδο της πρεσβείας της Αλβανίας στην Ουάσινγκτον, προκειμένου να ανεγείρει εκεί πολυκατοικίες. Η ιδέα απορρίφθηκε τότε από τον αλβανό υπουργό Εξωτερικών. Παρόμοιες κινήσεις είχε δοκιμάσει και στη Σενεγάλη, με το σχέδιο κατασκευής μαρίνας και πύργων κατοικιών στην ακτή του Ντακάρ.
Ο Γέφετ εμφανίζεται συχνά στο πλευρό του Έντι Ράμα, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι έχουν πραγματοποιήσει κατ’ ιδίαν συναντήσεις ακόμη και σε VIP αίθουσες αεροδρομίων. Κύκλοι προσκείμενοι στον πρωθυπουργό τον περιγράφουν ως «ανεπίσημο οικονομικό σύμβουλο» του Ράμα, αν και αυτές οι αναφορές δεν έχουν επιβεβαιωθεί επίσημα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι δύο άνδρες διατηρούν στενή φιλία και πως το παρελθόν του Γέφετ περιλαμβάνει αμφιλεγόμενες επιχειρηματικές κινήσεις. Στη Σενεγάλη, για παράδειγμα, εξασφάλισε μέσω της εύνοιας του προέδρου Μάκι Σαλ παραθαλάσσιο κρατικό οικόπεδο 10.000 τ.μ., αλλά η συμφωνία ακυρώθηκε όταν άλλαξε η κυβέρνηση και χαρακτηρίστηκε «καθαρά διαφθορά».
Σε αντίθεση με τη Σενεγάλη, όπου η πολιτική εναλλαγή έβαλε φρένο στις συμφωνίες του, στην Αλβανία ο Γέφετ φαίνεται να απολαμβάνει μεγαλύτερη ασφάλεια. Η απουσία πραγματικού πολιτικού ανταγωνισμού προσφέρει πρόσφορο έδαφος για επιχειρηματίες αυτού του είδους.
