Κανείς δεν αμφιβάλλει, νομίζω, ότι ο Ταγίπ Ερντογάν συνδυάζει την Οδύσσεια πανουργία με την ασιατική, ανατολίτικη πονηριά σε θέματα εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας και όχι μόνο, καθώς αντανακλώνται και στην εσωτερική πολιτική αυτά τα γνωρίσματά του (αφοπλισμός PKK με… εισήγηση του ιστορικού αρχηγού της Οτζαλάν, φυλάκιση του π. δημάρχου Κωνσταντινούπολης και πολιτικού αντιπάλου του στη διεκδίκηση της Προεδρίας Εκρέμ Ιμάμογλου κλπ).
Χάρη σ’ αυτά τα γνωρίσματα – σε συνδυασμό με τη διπλωματική ευλυγισία και διορατικότητά του – ο Πρόεδρος της Τουρκίας διαμορφώνει εξελίξεις που οδηγούν σε τετελεσμένα. Κινείται υπολογιστικά, αναθεωρητικά και πολυεπίπεδα αλλάζοντας προσωπείο ανάλογα με τις περιστάσεις.
Έτσι, τη μια δείχνει με έμφαση την προθυμία του να λειτουργήσει ως “ειρηνοποιός”, διαπραγματευτής, διαιτητής και συμφιλιωτής μεταξύ αντιπάλων ένοπλης σύγκρουσης (Ουκρανία-Ρωσία) πείθοντας τον Ουκρανό Πρόεδρο Ζελένσκι να ζητήσει την αναγόρευση της Τουρκίας σε εγγυήτριας δύναμης της χώρας του, αν και ο ίδιος είναι στρατηγικός σύμμαχος του εισβολέα της Πούτιν.
Την άλλη παριστάνει τον πρωταγωνιστή για την επίτευξη ειρήνης στη Συρία, αν και συνέβαλε εμμέσως στην πτώση του Άσαντ στηρίζοντας τους τζιχαντιστές ισλαμιστές του Αχμέντ Αλ Σάρα, με σκοπό να ζητήσει απ’ τον τελευταίο ανταλλάγματα στο Κουρδικό και όχι μόνο, καθώς απ’ την πρώτη στιγμή είχαν υποβληθεί στο πλήρως ελεγχόμενο από τον ίδιο τον Ερντογάν φερέφωνό του της συριακής “αντιπολίτευσης” (η οποία ανήλθε στην εξουσία) αιτήματα προς ικανοποίηση της Τουρκίας.
Αιτήματα όπως η δημιουργία δύο τουρκικών βάσεων στη Συρία, η εκπαίδευση του συριακού στρατού και των πιλότων του από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, η στάθμευση στη Συρία τουρκικών μαχητικών, η δημιουργία συριακής πολεμικής αεροπορίας και η χρήση από την Τουρκία του συριακού εναέριου χώρου για στρατιωτικούς σκοπούς.
Την ασιατική πονηριά του Ταγίπ Ερντογάν (που τον οδηγεί περιοδικά σε θεαματική αλλαγή 180 μοιρών στην εξωτερική πολιτική του) την είδαμε τελευταία και στη στάση του στο Παλαιστινιακό, όπου πρωτοστάτησε στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, εκτοξεύοντας μύδρους κατά του Ισραήλ και πείθοντας από το ’24 για αναγνώριση “κράτους της Παλαιστίνης” από ευρωπαϊκές χώρες (Νορβηγία, Ιρλανδία και η Ισπανία).
Πέραν αυτών – πιστός, καθώς είναι, στο όραμα ανασύστασης της “Γαλάζιας Πατρίδας” των Τούρκων με νεοοθωμανικά χαρακτηριστικά και εμβέλεια ως την Ασία – διείδε έγκαιρα ότι Άγκυρα και Ισλαμαμπάντ έχουν κοινά γεωστρατηγικά συμφέροντα και γι’ αυτό επιδίωξε και πέτυχε αμυντική συνεργασία με το Πακιστάν δίνοντάς του το δικαίωμα να υψώνει το ανάστημά του απέναντι στην Ινδία με διεκδικούμενη την περιοχή του Κασμίρ και να στέλνει πλοία για φόβητρο στο Αιγαίο, αν και στην Ελλάδα διαβιούν χιλιάδες μετανάστες πακιστανικής καταγωγής.
Στην περίπτωση πάλι της στάσης του απέναντι στο ελληνορθόδοξο στοιχείο της Κωνσταντινούπολης, η πανουργία του εκδηλώθηκε με ύπουλους τακτικισμούς και χρήση – ως άλλοθι – της παρουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, μέχρι να πετύχει το σχέδιό του.
Το σχέδιό του για ισλαμοποίηση της εμβληματικής Αγίας Σοφίας, την οποία μετέτρεψε από σύμβολο της Ορθοδοξίας και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε σύμβολο του τουρκικού ιμπεριαλισμού και της σύγκρουσης του ισλαμικού με τον χριστιανικό κόσμο (Ιούλιος 2020, “Μεγάλο Τζαμί”).
Σύγκρουσης με θρησκευτικό χρωματισμό, που συνεχίστηκε με την ισλαμοποίηση της Μονής της Χώρας (Σεπτέμβριος 2020, “Καριγιέ Τζαμί”) την ίδια χρονιά υπογραφής της ημιτελούς ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας, η οποία έγινε βεβιασμένα (προς απάντηση του τουρκολιβυκού μνημονίου του Δεκεμβρίου του ’19) κατά τρόπο που εξυπηρετεί την Αίγυπτο (και δι’ αυτής την ομόθρησκή της Τουρκία).
Κι αυτό γιατί αφήνει εκτός ελληνικής επήρειας (κυριαρχίας) τη θαλάσσια ζώνη μεταξύ 28ου-32ου μεσημβρινού, όπου βρίσκονται τα νησιά μας: Ν. Ρόδος, σύμπλεγμα Μεγίστης (Μεγίστη/Καστελόριζο-Ρω-Στρογγύλη κλπ), Κάσος, Κάρπαθος, Κρήτη).
Για τον λόγο αυτό η Τουρκία τα θεωρεί διεκδικούμενα στη Χάγη μαζί με άλλα (βλ. λίστα “EGAYDAAK”) – συνολικά 152 νησιά μας -των οποίων αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία). Στην ουσία, δηλαδή, λόγω της ημιτέλειας της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας (την οποία υπέγραψε ο τότε ΥΠΕΞ μας Ν. Δένδιας με τον Αιγύπτιο ομόλογό του Σάμεχ Σούκρι) επιτρέψαμε το 2020 στο τουρκικό ωκεανογραφικό Ορούτς Ρέις να μπει παρανόμως στα Ελληνικά Χωρικά Ύδατα και να κάνει έρευνες επί τρίμηνο 7 μίλια απ’ το Καστελόριζο χωρίς δική μας αντίδραση.
Όπως επιτρέψαμε να γίνει το ίδιο με τουρκικά πλοία το ’24 έξω απ’ την Κάσο απεμπολώντας συμβολικά τη δυνατότητα επέκτασης των ΕΧΥ από 6 σε 12 μίλια. Δικαίωμα που μας έδωσε η υπογραφή από την Ελλάδα (και άλλες 166/67 χώρες) της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1982 (σύναψη της UNCLOS) στο Μοντέγκο Μπέι της Τζαμάικα.
Και τώρα ήρθε η απόφαση του αιγυπτιακού δικαστηρίου της Ισμαηλίας για να μας θυμίσει ότι το κουμάντο σε κάθε τι ελληνικό (ιδιοκτησιακά) στην Αίγυπτο το έχουν οι φίλοι του Ερντογάν Αδελφοί Μουσουλμάνοι, στους οποίους υπέκυψε προφανώς ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Αλ Σίσι με εύσχημο τρόπο. Η βεντάλια των υπό σκιά τουρκοαιγυπτιακών σχέσεων μόλις άρχισε να ανοίγει, με κίνδυνο να προκαλέσει σύγκρουση του ισλαμικού με τον χριστιανικό κόσμο…
Το τέλος της δικαστικής διαμάχης (που άρχισε από το 2014) δικαίωσε αναμφισβήτητα τους φανατικούς Αδελφούς Μουσουλμάνους της Αιγύπτου οι οποίοι ζητούσαν από το ’12 ακόμα τη Γη και το Ύδωρ της παλαιότερης χριστιανικής Μονής στον κόσμο.
Της Μονής της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, η οποία ιδρύθηκε επί Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού στο διάστημα 527-565 μ.Χ. και περικλείει το παρεκκλήσι της “Φλεγόμενης Βάτου”, όπου ο Μωυσής είδε τον Θεό, ενώ κρύβει προστατευτικά στα σπλάχνα της τα θαυματουργά λείψανα της εν λόγω Αγίας (νεαρής χριστιανής μάρτυρας) από την οποία πήρε το όνομά της η Μονή.
Μπορεί, προς ώρας, να μην υπάρχει απόδειξη της διασύνδεσης Ερντογάν- (κρυπτο)εκβιαζόμενου Σίσι σ’ αυτήν την περίπτωση, όμως υπάρχουν ενδείξεις υποστηριζόμενες από αλληλουχία γεγονότων τα οποία άρχισαν να γίνονται ορατά από τον Σεπτέμβριο του 2024.
Σημείο αιχμής στις σχέσεις Τουρκίας-Αιγύπτου, γιατί ήταν η απαρχή μιας πολύπλευρης συνεργασίας των δύο χωρών στη Μέση Ανατολή, με αφορμή τις συνομιλίες κατάπαυσης του πυρός στη Γάζα. Με δεδομένο αυτό, από τον Σεπτέμβριο κιόλας της περασμένης χρονιάς θα έπρεπε η ελληνική κυβέρνηση (ψυλλιασμένη) να βάλει στο στόχαστρό της την εν λόγω συνεργασία.
Ψυλλιασμένη γιατί ο Ταγίπ Ερντογάν από το ’20 ακόμα που η Ελλάδα συνήψε ισχυρή συμμαχία με τα ΗΑΕ (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα) – με ρήτρα αμυντικού χαρακτήρα (κάτι το οποίο νομικά είναι σημαντικό επίτευγμα για δυο χώρες που δεν έχουν κοινά σύνορα και δεν ανήκουν σε κοινές συμμαχικές οεγανώσεις) – βάλθηκε να χαλάσει μια-μια τις συμμαχίες της χώρας μας και της Κύπρου (σ.σ: Το ίδιο έκανε ο Τούρκος Πρόεδρος το ’21 μετά την αμυντική συμφωνία μας με τη Σαουδική Αραβία το ’20 και μετά τη συμφωνία Ελλάδας-Κατάρ το ’24) .
Το ίδιο (το γκρέμισμα, δηλαδή, των ελληνικών συμμαχικών γεφυρών και το χτίσιμο των τουρκικών που είχε γκρεμίσει) επεχείρησε να κάνει ο Ερντογάν προσεγγίζοντας το Ισραήλ το ’22, μετά την υπογραφή της μεγαλύτερης ως τότε συμφωνίας του με την Ελλάδα για την προμήθεια αμυντικού εξοπλισμού.
Ήταν τότε που οι εφημερίδες έγραψαν για νέα φάση στις σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ στον τομέα των αερομεταφορών, ενώ τον τελευταίο Απρίλιο ο Τούρκος Πρόεδρος έβαλε τον φίλο του “πλανητάρχη” Ντόναλντ Τραμπ να μεσολαβήσει για την επίλυση των διαφορών της χώρας του με το Ισραήλ, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα…
Γιατί τα αναφέρω αυτά μέσω αναδρομών στο από πενταετίας παρελθόν κινήσεων της Τουρκίας και του Προέδρου της; Γιατί έχουμε αδύνατη ιστορική μνήμη εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες (πέραν της αδυναμίας μας να πιστέψουμε στις δυνατότητες του εαυτού μας). Και γι’ αυτό επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη και είμαστε επιρρεπείς στο να χάνουμε διπλωματικές μάχες με τον πανούργο αντίπαλο, που έχουμε γείτονά μας.
“Αν γνωρίζεις τον εχθρό σου και γνωρίζεις και τον εαυτό σου, δεν χρειάζεται να φοβάσαι το αποτέλεσμα εκατό μαχών. Εάν γνωρίζεις τον εαυτό σου αλλά όχι τον εχθρό σου, για κάθε νίκη που θα κερδίσεις θα υποστείς και μια ήττα. Αν δεν γνωρίζεις ούτε τον εχθρό ούτε τον εαυτό σου, θα υποκύψεις σε όλες τις μάχες”, λέει ο Κινέζος στρατηγός Σουν Τσου “φωτογραφίζοντας” τις αδυναμίες και τα διλήμματα διαχρονικά της εξωτερικής πολιτικής μας.
Υπό το πλαίσιο ωστόσο των δεδομένων που έχουμε για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σήμερα και με τρέχουσα συγκυρία την γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας εκ παραλλήλου με τη διπλωματική ικανότητα του ηγέτη της να περνάει τον προπαγανδιστικό μύθο της Τουρκίας, πρέπει να αφυπνιστούμε Ελλάδα και Κύπρος ως κράτη-μέλη της Ε.Ε.
Να αφυπνιστούμε προκειμένου να αποτρέψουμε με κάθε διπλωματικό και πολιτικό μέσο το ενδεχόμενο συμμετοχής της Τουρκίας στο πρόγραμμα δράσης για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, απ’ τη στιγμή που δε διαφαίνεται χαραμάδα ελπίδας να κάνει δεκτό αυτή το αντάλλαγμα που της ζητήθηκε ήδη δια στόματος του Έλληνα πρωθυπουργού (άρση του casus belli) και, ενδεχομένως – από πλευράς Ελληνοκυπρίων – η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πολύ περισσότερο όταν ο Ταγίπ Ερντογάν, με τον αέρα του ισχυρού που βλέπει την Ευρώπη ανασφαλή αμυντικά και οικονομικά λόγω της δασμολογικής πολιτικής Τραμπ, ζητά να γίνει δεκτή η συμμετοχή τουρκικών εταιρειών στην Ευρωασφάλεια με τους δικούς του όρους, ανεξάρτητα απ’ το πλαίσιο των προϋποθέσεων οι οποίες απαιτούνται για την ένταξη τρίτων χωρών στον μηχανισμό “Δράση για την Ασφάλεια στην Ευρώπη” (SAFE), ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ…

