Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς παράγοντες της Κωνσταντινούπολης και ιδιαίτερος τραπεζίτης τριών σουλτάνων της εποχής του. Διέπρεψε ως εθνικός ευεργέτης, στήριξε ιδιαίτερα την ελληνική παιδεία με τη χρηματοδότηση και ίδρυση σχολείων και το όνομά του συνδέθηκε στενά με την κίνηση για την προαγωγή και τη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων. Οι γενναίες δωρεές που προσέφερε στον τομέα των επιστημών, συνέβαλαν αποφασιστικά στη μόρφωση των υπό οθωμανικό ζυγό κυρίως ελληνικών πληθυσμών.
Βιογραφικά στοιχεία
Γεννήθηκε στο χωριό Κεστοράτι της επαρχίας Αργυροκάστρου στη Βόρεια Ήπειρο στις 6 Δεκεμβρίου 1820. Υπήρξε γόνος εύπορης και εμπορικής οικογένειας καθώς ο πατέρας του Βίκτορας εμπορευόταν στην Κωνσταντινούπολη. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στη γενέτειρά του και συνέχισε τις σπουδές του στη Ζωσιμαία Σχολή για δύο χρόνια από το 1832 ως το 1833 με δασκάλους τον Κρανά και τον Σακελλάριο. Αμέσως μετά μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου αρχικά εργάστηκε κοντά στον εκεί εγκατεστημένο πατέρα του.
Ήδη από τα εφηβικά του χρόνια έδειξε την προτίμησή του στο χρηματιστηριακό-τραπεζιτικό επάγγελμα και σε πολύ νεαρή ηλικία ίδρυσε στον συνοικισμό Γαλατά της Πόλης μία μικρή ιδιωτική τράπεζα μαζί με τον συμπατριώτη του Μιχαήλ Δήμου. Μετά τον θάνατο του συνεταίρου του, η τράπεζα εξακολούθησε τη λειτουργία της επεκτείνοντας συνεχώς την επιχειρηματική της εμβέλεια με αποτέλεσμα να καταστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα μία από τις κορυφαίες της οθωμανικής πρωτεύουσας, διαθέτοντας υποκατάστημα και στο Παρίσι.
Ως τραπεζίτης, ο Ζωγράφος υπήρξε μεταξύ των δανειοδοτών του οθωμανικού κράτους και συνέστησε τη «Γενική Εταιρεία του Οθωμανικού Κράτους» και την «Εταιρεία Τροχιοδρόμων Κωνσταντινουπόλεως». Διετέλεσε επίσης μέλος της επιτροπής για τη σύνταξη του οθωμανικού προϋπολογισμού και προσωπικός οικονομικός σύμβουλος τριών σουλτάνων: του Αμπντούλ Αζίζ, του Μουράτ Ε’ και του Αμπντούλ Χαμίτ Β’.
Στις αρχές της δεύτερης πεντηκονταετίας, ο Ηπειρώτης απόδημος διέθετε μεγάλο κοινωνικό κύρος και οικονομική επιφάνεια, ενώ είχε τιμηθεί επανειλημμένως με τα ανώτατα οθωμανικά παράσημα. Υπήρξε δραστήριο μέλος της ομογένειας της Κωνσταντινούπολης και πρόεδρος επί σειρά ετών του «Εθνικού Μικτού Συμβουλίου».
Η οικονομική στήριξη στο Έθνος
Από το 1873 και έπειτα, επένδυσε στον ελλαδικό χώρο, δίνοντας ώθηση στις χρηματιστηριακές και τραπεζικές δραστηριότητες. Μετά την ένωση της Θεσσαλίας με την Ελλάδα το 1881, αγόρασε έντεκα μεγάλα τσιφλίκια στους νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας, συνολικής έκτασης 64.000 στρεμμάτων. Ανάμεσά τους και το τσιφλίκι της Λαζαρίνας. Μαζί με τους γιους του Γεώργιο και Σόλωνα, εισήγαγε την επιστημονική καλλιέργεια, το πρώτο ατμάλετρο, και ανέπτυξε σύγχρονο αγρόκτημα και στάβλους.
Στην περιοχή των Κιούρκων (μετέπειτα Ζωγραφία), ίδρυσε εργοστάσιο ζάχαρης, ένα από τα πρώτα στα Βαλκάνια. Λειτούργησε από το 1895 έως το 1909, αλλά έκλεισε λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού και έλλειψης κρατικής στήριξης.
Υποστήριξε ενεργά την Εκκλησία και τις πνευματικές δραστηριότητες του ελληνισμού. Ίδρυσε τα «Ζωγράφεια Διδασκαλεία» στη γενέτειρά του, καλύπτοντας τα έξοδα 60 υπότροφων μαθητών. Ίδρυσε τη «Ζωγράφειο Ελληνική Βιβλιοθήκη» στην Κωνσταντινούπολη και το περίφημο «Ζωγράφειο Γυμνάσιο», το οποίο λειτουργεί μέχρι σήμερα.
Στήριξε τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, τον Ηπειρωτικό Σύλλογο Κωνσταντινούπολης, και το Παρθεναγωγείο Αργυροκάστρου. Υπήρξε επίτιμος πρόεδρος του «Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου» και θέσπισε τα «Ζωγράφεια Διαγωνίσματα» στην Κωνσταντινούπολη, το Παρίσι και το Μόναχο.
Το 1894 απέστειλε 5.000 δραχμές στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο για την ενίσχυση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων. Παρείχε επίσης 25.000 δραχμές για φιλανθρωπικά καταστήματα. Παρά τις ευεργεσίες του, η οικογένειά του διατήρησε μεγάλη περιουσία.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Παρίσι. Απέκτησε δύο γιους και τρεις κόρες. Πέθανε το 1896 και τα οστά του μεταφέρθηκαν στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Ανακηρύχτηκε επίσημα μέγας ευεργέτης του Γένους και της Εκκλησίας.
Με τα έσοδα του Ζωγράφειου Κληροδοτήματος και τη δωρεά της Μερόπης Παπαθεοδώρου-Κοτρώτσιου, ιδρύθηκε το 2002 και ολοκληρώθηκε το 2010 ο Ζωγράφειος Οίκος Ευγηρίας Ιωαννίνων.
Διάδοχος κατάσταση
Ο Γεώργιος Ζωγράφος (Κωνσταντινούπολη, 1863 – Αργυρόκαστρο, 1920), γιος του Χρηστάκη Ζωγράφου, υπήρξε εξέχουσα πολιτική φυσιογνωμία της εποχής και διακρίθηκε για την προσφορά του στον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι και στη Λειψία και σταδιοδρόμησε αρχικά στη διπλωματική υπηρεσία της Ελλάδας.
Διετέλεσε πρέσβης στο Βερολίνο και υπουργός Εξωτερικών επί κυβερνήσεως Θεοτόκη, ενώ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στα διπλωματικά ζητήματα των αρχών του 20ού αιώνα. Το 1914 ανέλαβε την Προεδρία της Προσωρινής Κυβέρνησης της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου με έδρα το Αργυρόκαστρο. Στις 17 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, με την υποστήριξη του ελληνικού πληθυσμού και αντιπροσώπων της τοπικής κοινωνίας, ανακήρυξε την Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου, διεκδικώντας ελευθερία και δικαιώματα για τον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής.
Ο Γεώργιος Ζωγράφος υπήρξε σύμβολο του αγώνα των Βορειοηπειρωτών για αυτοδιάθεση και η δράση του αναγνωρίζεται μέχρι σήμερα. Πέθανε το 1920 στο Αργυρόκαστρο και ετάφη με τιμές. Το όνομά του παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία και τις διεκδικήσεις του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.
