Το ιταλικό Ακυρωτικό Δικαστήριο (Corte di Cassazione) αλλάζει στάση σχετικά με το διάταγμα για τη συνεργασία με την Αλβανία και προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις για την ιταλική κυβέρνηση. Σε ό,τι αφορά το κέντρο υποδοχής μεταναστών στο Γκιάντρι της Αλβανίας και γενικότερα την επιχειρησιακή δομή που έχει προβλεφθεί στη συμφωνία Ρώμης-Τιράνων, οι ανώτατοι δικαστές ζητούν τώρα από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποφασίσει για τη νομιμότητα του εγχειρήματος.
Το περιεχόμενο της προδικαστικής παραπομπής, που εστάλη χθες στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου υπό μορφή δύο αιτημάτων, έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς για πρώτη φορά ζητείται από τους Ευρωπαίους δικαστές να εξετάσουν κατά πόσον είναι συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης ένας μηχανισμός ασύλου εκτός των εδαφικών ορίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το ιταλικό Ακυρωτικό Δικαστήριο εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσον η επιχείρηση “Αλβανία”, μέσω της οποίας η εγκατάσταση στο Γιάδερ εξομοιώνεται με τα ιταλικά Κέντρα Κράτησης για Επαναπατρισμό, συμμορφώνεται με τις ευρωπαϊκές ρυθμίσεις και τις θεμελιώδεις εγγυήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προβλέπει το ενωσιακό δίκαιο.
Η πλήρης αιτιολόγηση της απόφασης αναμένεται να κατατεθεί τις επόμενες ημέρες, ωστόσο η προσωρινή αυτή τοποθέτηση έχει ήδη ισχυρό αντίκτυπο και ενδέχεται να προκαλέσει διχασμό ακόμη και στο εσωτερικό του ιταλικού δικαστικού σώματος. Μέχρι να διευθετηθεί η νομική αυτή εκκρεμότητα, θεωρείται απίθανο οι δικαστικές αρχές να εγκρίνουν τη μεταφορά ή την κράτηση μεταναστών σε δομές εντός της αλβανικής επικράτειας.
Αφορμή για την παρέμβαση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου στάθηκαν δύο πρόσφατες αποφάσεις του Ποινικού Τμήματος Α’, με πρόεδρο τον Giuseppe De Marzo και εισηγητές τους Daniele Cappuccio και Carmine Russo. Οι αποφάσεις αυτές σχετίζονται με εφέσεις του Υπουργείου Εσωτερικών σε περιπτώσεις δύο μεταναστών για τους οποίους το Εφετείο της Ρώμης είχε απορρίψει το αίτημα κράτησής τους. Οι δύο άνδρες κρατούνταν ήδη στην Αλβανία και είχαν υποβάλει αίτηση για διεθνή προστασία, γεγονός που έκανε τις ιταλικές εφέσεις να πέσουν στο κενό.
Το Ακυρωτικό Δικαστήριο πάγωσε τις διαδικασίες και απηύθυνε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύο κρίσιμα ερωτήματα: αν οι συμφωνίες Ρώμης-Τιράνων συνάδουν με τις ευρωπαϊκές οδηγίες και αν διασφαλίζουν τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο. Το πρώτο ερώτημα αφορά τη συμβατότητα μιας συγκεκριμένης πρόβλεψης του νόμου 14/2024, με τον οποίο κυρώθηκε το σχετικό πρωτόκολλο συνεργασίας. Ο νόμος αυτός επιτρέπει την κράτηση μεταναστών χωρίς «προκαθορισμένες προοπτικές» επαναπατρισμού, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την Οδηγία 2008/115 της ΕΕ. Το δεύτερο ερώτημα αφορά τον σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος του αιτούντος άσυλο να παραμένει στο έδαφος του κράτους στο οποίο υπέβαλε το αίτημά του. Το βασικό νομικό ζήτημα είναι ότι η Αλβανία δεν αποτελεί τμήμα της ιταλικής επικράτειας.
