Η βυζαντινή κοινωνία ήταν πολυπολιτισμική και πολυεθνική, περιλαμβάνοντας Έλληνες χριστιανούς, Σλάβους, Αρμένιους, Γεωργιανούς, Κόπτες, Εβραίους και άλλες ομάδες. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι αν οι Βυζαντινοί θα πρέπει να θεωρούνται Ρωμαίοι, Έλληνες ή ένας συνδυασμός και των δύο. Κατά την εποχή του Ιουστινιανού, όταν η αυτοκρατορία γνώρισε την ακμή της, τα όριά της απλώνονταν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, φτάνοντας μέχρι την Ιταλία, την Ελλάδα, τη Βόρεια Αφρική και περιοχές της Μέσης Ανατολής. Η νέα αυτή πραγματικότητα είχε τις ρίζες της στον Μέγα Κωνσταντίνο, ο οποίος το 330 μ.Χ. μετέφερε την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, μια αρχαία ελληνική πόλη που μετονομάστηκε σε Κωνσταντινούπολη προς τιμήν του.
Οι Βυζαντινοί Έλληνες, ελληνόφωνοι Ανατολικοί Ρωμαίοι, κατοικούσαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, στη Μικρά Ασία, στα ελληνικά νησιά, στην Κύπρο και στη Νότια Βαλκανική, ενώ αποτελούσαν και σημαντικές μειονότητες σε πόλεις της Συρίας και της Αιγύπτου. Αν και οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι, η σύγχρονη ιστοριογραφία συνηθίζει να τους αποκαλεί «Βυζαντινούς Έλληνες». Οι λατινόφωνοι της εποχής τούς αποκαλούσαν άλλοτε Έλληνες και άλλοτε «Romaei». Η ελληνική γλώσσα ήταν ήδη διαδεδομένη στην ανατολική επικράτεια όταν ο Κωνσταντίνος μετέφερε εκεί την πρωτεύουσα, ενώ τα λατινικά παρέμειναν για αρκετό καιρό η επίσημη γλώσσα της διοίκησης. Ωστόσο, από την εποχή του Ηράκλειου (610–641 μ.Χ.), τα ελληνικά έγιναν κυρίαρχα τόσο στην καθημερινή ζωή όσο και στη δημόσια διοίκηση.
Η αυτοκρατορία αρχικά είχε έντονο πολυεθνικό χαρακτήρα, αλλά μετά τις αραβικές κατακτήσεις του 7ου αιώνα, που στέρησαν από τους Βυζαντινούς πολλές μη ελληνόφωνες επαρχίες, το κράτος απέκτησε όλο και περισσότερο ελληνικό προσανατολισμό. Οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί κυριαρχούσαν τότε σε περιοχές όπως η Ελλάδα, η Μικρά Ασία, η Κύπρος, η Σικελία, τμήματα της Βουλγαρίας, η Κριμαία και η Αλβανία. Παράλληλα, οι σχέσεις με τη Δύση, και ιδιαίτερα με τη Λατινική Ευρώπη, χειροτέρευαν συνεχώς. Η ρήξη οξύνθηκε με το Σχίσμα μεταξύ Καθολικής Δύσης και Ορθόδοξης Ανατολής, το οποίο οδήγησε στη δαιμονοποίηση των Βυζαντινών από τη Δύση ως αιρετικών. Μετά μάλιστα τη στέψη του Καρλομάγνου στη Ρώμη το 800 μ.Χ., οι Βυζαντινοί δεν θεωρούνταν πια από τους Δυτικούς κληρονόμοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά ένα ελληνικό ανατολικό βασίλειο.
Οι ίδιοι οι Βυζαντινοί, ωστόσο, εξακολουθούσαν να θεωρούν τους εαυτούς τους Ρωμαίους, και ακόμη και οι μουσουλμάνοι γείτονές τους μιλούσαν για τη «χώρα των Ρωμαίων». Στη Δυτική Ευρώπη αντίθετα, τους χαρακτήριζαν απλώς ως Έλληνες, με αρνητικές μάλιστα αποχρώσεις. Η ονομασία «Βυζαντινοί», που προέρχεται από το Βυζάντιο, αρχικά αφορούσε αποκλειστικά τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης· η αυτοκρατορία η ίδια λεγόταν «Ρωμανία». Μετά την πτώση της, Ευρωπαίοι λόγιοι την αποκαλούσαν άλλοτε «Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης», άλλοτε «Ελληνική Αυτοκρατορία» ή «Ανατολική Αυτοκρατορία». Η χρήση του όρου «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» καθιερώθηκε από τον 15ο αιώνα και τελικά επικράτησε τον 19ο, αν και πολλοί ιστορικοί θεωρούν τον όρο παραπλανητικό.
Η κοινωνική και πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας είχε ρωμαϊκές βάσεις, αλλά ήταν βαθιά διαποτισμένη από τον ελληνικό πολιτισμό. Οι Βυζαντινοί διεκδικούσαν ως δική τους κληρονομιά την αρχαία ελληνική γραμματεία, αντιγράφοντας και διασώζοντας τα κείμενα που σε διαφορετική περίπτωση ίσως να είχαν χαθεί. Η εκπαίδευση στηριζόταν κυρίως στη μελέτη της ελληνικής λογοτεχνίας, με κεντρικό ρόλο τον Όμηρο και τους τραγικούς ποιητές. Παράλληλα, ο δημόσιος βίος συνέχιζε να θυμίζει τον ρωμαϊκό, με λουτρά, ιπποδρομίες και άλλες παραδόσεις. Ωστόσο, η καθημερινή γλώσσα ήταν τα ελληνικά, και ακόμη και οι αυτοκράτορες όφειλαν να τη γνωρίζουν. Με την πάροδο του χρόνου, η αυτοκρατορία απέκτησε όλο και πιο ελληνικό χαρακτήρα, συνθέτοντας ένα μοναδικό μείγμα ελληνορωμαϊκού πολιτισμού που άνθισε ιδιαίτερα από τον 6ο έως τον 12ο αιώνα.
Οι διαιρέσεις δεν περιορίζονταν στη γλώσσα και την ταυτότητα αλλά εκφράστηκαν και μέσα στην Εκκλησία. Στην Ανατολή, ο πατριάρχης διοριζόταν από τον αυτοκράτορα, κάτι που ουσιαστικά καθιστούσε τον ίδιο τον ηγεμόνα επικεφαλής της Εκκλησίας, ενώ στη Δύση οι χριστιανοί αναγνώριζαν ως ανώτατη θρησκευτική αρχή τον πάπα. Μετά την πτώση της Ρώμης το 476 μ.Χ., ο πάπας διεκδίκησε μάλιστα πνευματική και πολιτική υπεροχή πάνω σε όλη την Ευρώπη. Οι διαφορές αυτές οξύνθηκαν και κορυφώθηκαν το 1054, όταν οι δύο Εκκλησίες αλληλοαφορίστηκαν, γεγονός που επισφράγισε το Μεγάλο Σχίσμα και τη διαίρεση που παραμένει μέχρι σήμερα.
