Το ότι η μνήμη είναι κλειδί όχι μόνο της αυτογνωσίας, αλλά και της αυτοπροστασίας από μελλοντικούς κινδύνους, πολύ περισσότερο όταν είναι ιστορική (όπλο διαφύλαξης της εθνικής συνείδησης), το γνωρίζουμε από τα βιβλία σε τοπικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Ωστόσο, στη δεύτερη τουλάχιστον περίπτωση, η γνώση αυτή φαίνεται να υποτιμάται από τις ηγεσίες των ισχυρών της Ε.Ε, ίσως γιατί αυτοί δεν έχουν τη στόφα των αυθεντικών του παρελθόντος που διέθεταν σοφία και διορατικότητα και δε θα ρίσκαραν ποτέ τη συνοχή της Ενωμένης Ευρώπης βάζοντας μες στους κόλπους της έναν περιφερειακό «λύκο» της Μεσογείου (βλ. Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν) ο οποίος εποφθαλμιά από χρόνια να προσεταιριστεί τα κράτη-μέλη της (οιονεί «πρόβατά» της).
Δε θα ρίσκαραν και δε θα την οδηγούσαν στον ολισθηρό δρόμο της αυτοκαταστροφής επιτρέποντας να εμφιλοχωρήσουν στην καρδιά της Ευρώπης υποβολιμαίες περιφερειακές δυνάμεις (σαν την αναθεωρητική Τουρκία εν προκειμένω) με βεβαρημένο ιστορικό παρελθόν.
Παρελθόν γενοκτόνου και εισβολέα ο οποίος – χάρη στη διπλωματική ευλυγισία και τις οβιδιακές μεταμορφώσεις του – καταφέρνει να αναβαθμίζεται συνεχώς πολιτικά και στρατιωτικά αποκρύπτοντας την επικινδυνότητά του (βλ. «Γαλάζια Πατρίδα»: τουρκικό δόγμα επεκτατισμού και αναθεώρησης των ευρωπαϊκών συνόρων- των ελληνοτουρκικών αρχικά – με στόχο μια Νεοοθωμανική αυτοκρατορία που θα αφομοιώσει τα Βαλκάνια, θα διαφεντεύει στην Ανατολική Μεσόγειο και θα απλώσει τα πλοκάμια της σε όλη την Ευρώπη).
Ήδη ο «σουλτάνος» Ταγίπ Ερντογάν έχει καταφέρει (για λογαριασμό της χώρας του) να παίζει τον ρόλο του «ειρηνοποιού», της εγγυήτριας δύναμης της Ουκρανίας και του διαμεσολαβητή μεταξύ εμπολέμων (Ρωσία-Ουκρανία) ασκώντας εντυπωσιακή γεωπολιτική επιρροήαπό τη Χερσόνησο του Αίμου μέχρι τη Μέση Ανατολή, αφού κατόρθωσε προηγουμένως να θάψει το ποινικό παρελθόν του, που στοιχειώνει ακόμα τη μνήμη των θυμάτων του και των απογόνων τους.
Έχει καταφέρει – σε μια διπλωματική και στρατιωτική εκστρατεία διαρκείας – να ανεβάσει την Τουρκία στο επίπεδο μεγάλων «παικτών» έχοντας στο πλευρό του Πούτιν και Τραμπ με σχέδια… διαπλανητικά για περαιτέρω ενίσχυση της πυρηνικής δυναμικής της (βλ. κατασκευή [από εταιρείες του Καναδά, της Κίνας, της Ρωσίας ή της Νότιας Κορέας]) άλλων δύο πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, στη Σινώπη (Εύξεινος Πόντος, αρχαία Παγλαγονία) και τη βορειοδυτική περιφέρεια της Ανατολικής Θράκης, πέραν του Ακούγιου στην Μερσίνα (Νότια Τουρκία).
Κι αν σε αυτά προσθέσουμε το γεγονός ότι η δυναμική της νέας τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας (που αποδείχθηκε επί του πεδίου των πολεμικών συγκρούσεων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή)στηρίζεται στα μεγαλεπήβολα και συνεχόμενα προγράμματα των ΤΕΔ (τουρκικών ενόπλων δυνάμεων), τότε θα καταλάβουμε γιατί άλλαξε η γνώμη των Ευρωπαίων μετά τον Μάρτιο και έπαψαν να είναι τόσο επιφυλακτικοί μαζί της.
Επιφυλακτικοί όσον αφορά το ενδεχόμενο συμφωνίας μαζί της με βάση το κείμενο του κανονισμού SAFE για το αμυντικό ταμείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δανειακό πακέτο 150 δις ευρώ κοινοτικών πόρων για εξοπλιστικά και ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία), που θα ανοίξει το παραθυράκι ενίσχυσης των αμυντικών διαθεσίμων των 27 κρατών-μελών της από κράτος μη μέλος της…
Ωστόσο έχει αρθεί, ως φαίνεται, κάθε επιφυλακτικότητα απέναντι στην Τουρκία δυο μήνες μετά από τον σκεπτικισμό του Μαρτίου. Η ευνοϊκή προδιάθεση των Ευρωπαίων στο ενδεχόμενο συμμετοχής της Τουρκίας στα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα είχε διαφανεί άλλωστε στην Αθήνα από τη στάση συγκεκριμένων ηγετών της, όπως αυτή του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς στη συνάντησή του με τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο Βερολίνο.
Κι αυτό παρά την έγκαιρη δική μας ενεργοποίηση μέσω των πρέσβεών μας στις Βρυξέλλες και τα κράτη-μέλη της Ε.Ε, προς ενημέρωση της θέσης της Ελλάδας στα υπουργεία τους Εξωτερικών και Άμυνας (βάσει του άρθρου 212 της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ) ότι σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα για την Άμυνα της Ευρώπης έπρεπενα συμμετάσχουν μόνο κράτη-μέλη της κι όχι υποψήφια για να μπουν κράτη που δεν ασπάζονται το αξιακό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους κανόνες της Δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Δένδιας). Ζητούμενα που δεν εκπληροί η Τουρκία…
Ζητούμενα που περιλαμβάνονταν στα ελληνικά επιχειρήματα, αλλά αντιμετωπίστηκαν σαν… έπεα πτερόεντα με το αιτιολογικό ότι η Ευρώπη δεν μπορούσε να αποκλείσει ένα χέρι βοήθειας σ’ αυτήν από χώρα ΝΑΤΟϊκή που έχει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας (βλ. Τουρκία).
Έχει, επίσης, επιρροή στα τεκταινόμενα στην Ουκρανία (με πρόταση Ζελένσκι η Τουρκία αναγορεύτηκε εγγυήτρια δύναμη της Ουκρανίας, χωρίς να τα «σπάσει» με την αντίπαλό της Ρωσία) και τη Μέση Ανατολή (βλ. Σχέδιο «Τουρκική Ημισέληνος»).
Είναι φανερή πλέον η αστάθεια των ευρωπαϊκών συμμαχιών μας απ’ τη στιγμή που, μ’ ένα νεύμα της Γερμανίας (γιατί αυτή εξακολουθεί να ηγείται της Ευρώπης και την μεταμνημονιακή εποχή, όσο κι αν έχει εξασθενίσει), δεν μας υπολογίζει κανείς στο θέμα της συνδρομής τρίτων εταίρων εκτός Ε.Ε.
Ειδικά, μάλιστα, επί πλανητικής κυριαρχίας των φιλότουρκων Τραμπ και Πούτιν και λόγω ανάγκης της Γερμανίας να τα βρει με την Τουρκία, καθώς η πρώτη αντιμετωπίζει οικονομικές και στρατιωτικές δυσκολίες.
Δυσκολίες που καθιστούν την Τουρκία ιδανικό εταίρο της, δεδομένων και των παραγωγικών δυνατοτήτων που διαθέτει η τουρκική βιομηχανία (ακόμη και στην αεροναυπηγική), πέραν του τομέα των οπλικών συστημάτων, τα οποία την έχουν μετατρέψει από καιρό σε παραγωγό και εξαγωγό χώρα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά έφτασαν Ελλάδα και Κύπρος να παρακολουθούν την αλματώδη εξέλιξή της γείτονος εξ Ανατολών ως απλοί θεατές, με φόντο τον πόλεμο στην Ουκρανία και τα όσα τραγικά διαδραματίζονται στη Γάζα.
Η Κομισιόν, όπως αποδείχθηκε – παρά την κατανόηση των επιχειρημάτων Αθήνας-Λευκωσίας – «μιλάει» τη γλώσσα του συμφέροντος που γέρνει προς την κατοχική Τουρκία. Έτσι, προς ενίσχυση της άμυνάς της, δε διστάζει να την εντάξει στη δρομολόγηση των άμεσων σχεδίων της για κοινά αμυντικά πρότζεκτ, έστω κι αν δεν είναι κράτος-μέλος της Ε.Ε και δεν έχει αναγνωρίσει ως τώρα την Κυπριακή Δημοκρατία (την οποία, παρεμπιπτόντως, αποκαλεί «Νότια Κύπρο»), σαν να είναι… εκλιπούσα.
Έτσι το μόνο κάπως ενθαρρυντικό στην υπόθεση ανάμειξης της Τουρκίας στα ευρωπαϊκά κονδύλια άμυνας, είναι το γεγονός ότι – χάρη στην επιμονή της Γαλλίας – πέρασε το αίτημά της για περιορισμένη συμμετοχή των υπεργολάβων τρίτων χωρών (15% για μη κράτη-μέλη της Ε.Ε, όπως η Τουρκία), αν και – μες στη γενικευμένη αστάθεια, που βολεύει την Τουρκία – δεν αποκλείεται να αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής της στην Ευρωάμυνα.
Δεν αποκλείεται – χάρη στη διπλωματική ευελιξία του Ερντογάν και δεδομένων τωνχρήσιμων για την Ευρώπη ναυπηγικών δυνατοτήτων της Τουρκίας στη σχεδίαση και ναυπήγηση κορβετών, φρεγατών και υποβρυχίων – ναφτάσει στο 35% η συμμετοχή της, πράγμα ζημιογόνο και επικίνδυνο για τα εθνικά συμφέροντα Ελλάδας και Κύπρου…
Επικίνδυνο και για την Ευρώπη μακροπρόθεσμα αυτό το άνοιγμα «παραθύρου» για συμμετοχή της ισλαμιστικής Τουρκίας στην χριστιανική Ευρώπη και την άμυνά της. Συμμετοχή στα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα, παρά τις αντιδράσεις Ελλάδας και Κύπρου, με δικαιολογητικό ότι είχαν προηγηθεί «σκληρές διαπραγματεύσεις για τα κριτήρια επιλεξιμότητας των συμμετεχόντων τρίτων χωρών».
Διαπραγματεύσεις όπου τον πρώτο λόγο έχουν φυσικά (στους κόλπους της Ε.Ε) οι τρεις χώρες οι οποίες συνεργάζονται με την τουρκική βιομηχανία: η Γερμανία, η Ιταλία και η Πολωνία. Χώρες που στηρίζουν – σε γενικότερο πλαίσιο – τα τουρκικά συμφέροντα, καθώς – κατ’ αναλογία με το λεχθέν του Μποστ το ’60 («Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους») – και «Οι καλοί εξοπλισμοί κάνουν τους καλούς φίλους»…

