Μπορεί η δημοσιογραφία να έχει παιδαγωγικό ρόλο;

Μπορεί η δημοσιογραφία να έχει παιδαγωγικό ρόλο;

Ας ξεκινήσω πρώτα απ' αυτό, κι ας μοιάζει με απαρχή παραγωγικού συλλογισμού... απροσμέτρητου βάθους, πριν οδηγηθώ στο "δια ταύτα" των σκέψεών μου. Άγνωστο για ποιον λόγο, ασκούσαν πάντοτε πάνω μου μια ιδιαίτερη γοητεία δυο λέξεις φορτισμένες αρνητικά από την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα: η λέξη "εισπήδηση" και η λέξη "αλχημεία".

Λέξεις που στη λογοτεχνική οπτική μου αποκτούσαν θετικό πρόσημο, γιατί απεκδύονταν είτε τη θεολογική (αιρετική ή σχισματική) είτε την αποκρυφιστική ερμηνεία τους (αλχημεία του "απαγορευμένου" της αποκρυφιστικής πρακτικής) και προσαρμόζονταν στις ανάγκες... αναμόχλευσης των στερεοτυπικών κανόνων με την έννοια της ανάμειξης σε "ξένα χωράφια" χάριν της επανασύνθεσης, της πρόσμιξης στην πεπαλαιωμένη ύλη νέων (λογοτεχνικών) υλικών για αναδημιουργία.

Ο στόχος ήταν ένας: Η ανανέωση των δειγμάτων γραφής στον πεζό λόγο και δη τον δημοσιογραφικό. Η γέννηση, ουσιαστικά, ενός νέου τρόπου "γραμμικής" επικοινωνίας με το ευρύ αναγνωστικό κοινό των έντυπων και ηλεκτρονικών ΜΜΕ ως δείγμα νεωτεριστικής έκφρασης και σκέψης με παρούσα τη Λογοτεχνία.

Πράγμα που μεταφράζεται σε ανεύρεση καταλληλότερων καναλιών (με τη βοήθεια των λογοτεχνικών μέσων) για τη μετάδοση του μηνύματος με αρτιότερο τρόπο γλωσσικά, γνωστικά και συναισθηματικά.

Το "σπάσιμο" κατεστημένων κανόνων που προσιδιάζουν την "ξύλινη" γλώσσα δογματικών, τυποποιημένων αντιλήψεων ήταν, ομολογώ, η μόνιμη έγνοια μου η οποία έτρεφε την ελπίδα της στροφής της νεολαίας μας (μέσω της φιλαναγνωσίας λογοτεχνικών κειμένων και ποιοτικά αναβαθμισμένων δημοσιογραφικών) στην αξιοποίηση του πολιτιστικού θησαυρού της γλώσσας μας ως καλού αγωγού για την εξέλιξή τους ως ανθρώπων και ως Ελλήνων.

Για την αναβίωση των αξιών και ιδανικών που κληρονομήσαμε από τους αρχαίους προγόνους μας και για το γκρέμισμα παλιών νοοτροπιών και ιδεοληπτικών στερεοτύπων τα οποία διοχέτευσαν στους νέους μας πολιτικοκοινωνικό "δηλητήριο".

"Δηλητήριο" που έσβησε με τον χρόνο το δημοσιογραφικό "έργο μαθητείας και διαπαιδαγώγησης" των παλιών καταξιωμένων δημοσιογράφων, με πομπό τα ΜΜΕ σε ρόλο κοινωνικού σχολείου. Σχολείου που θα μπορούσε να αναδείξει σήμερα με διαφορετικό, εποικοδομητικότερο τρόπο τα ζητήματα της τρέχουσας πραγματικότητας.

Έτσι θα συνεισέφερε στην απεξάρτηση του λαού μας απ' τον πολιτικό πατερναλισμό (που καταργεί την ελευθερία), ώστε να μπορεί να αποκτήσει αυτός την αυτονομία που απαιτεί η δημοκρατία. Να μπορεί να συμμετέχει στα κοινά έχοντας πλήρη επίγνωση του ρόλου του. Να μπορεί να διαθέτει συναισθηματική νοημοσύνη και πολιτική ωριμότητα για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν το μέλλον του και το μέλλον του τόπου.

Το "σπάσιμο" των κατεστημένων κανόνων και νοοτροπιών με στόχο τη δημιουργία "νέου υλικού" στον δημόσιο λόγο σ' αυτό ακριβώς αποσκοπεί, καθώς σηματοδοτεί αλλαγή εποχής με κυρίαρχο το ελεύθερο πνεύμα.

Η "νέα πνοή" που θα το εγκιβωτίζει είναι συνδεδεμένη με την ποιοτική αναβάθμιση. Και αυτή είναι το ζητούμενο, γιατί θα ταράξει τα "λιμνάζοντα ύδατα" και θα εξελίξει τα είδη γραφής αφυπνίζοντας συνειδήσεις οι οποίες καθεύδουν υπό μανδραγόρα υπό τη βαριά σκιά πότε των "αριστοκρατικών" και πότε των "μαρξιστικών" αντιλήψεων.

Η εξέλιξη και η αφύπνιση όμως προϋποθέτουν απαλλαγή από το σύνδρομο του κομματισμού κι από τον κοινωνικοπολιτικό "συντηρητισμό" ή "προοδευτισμό", που κσταλήγουν να είναι παραφυάδες του "κυκλώματος" του Εθνικού Διχασμού των Ελλήνων.

Του διχασμού ο οποίος τους χώρισε σε Βασιλικούς και Βενιζελικούς (1915-'22), με κερασάκι στην τούρτα της ιδεολογικής σύγκρουσης τον Εμφύλιο πόλεμο που ξεκίνησε εν μέσω Εθνικής Αντίστασης στην γερμανική Κατοχή -- με προειδοποιητικές βολές απ' το'43 -- για να εξελιχθεί σε αδελφοκτόνο πόλεμο το 1946-'49.

Ας επανέλθω όμως στο ζητούμενο της "νέας πνοής" που αναπτερώνει περιοδικά τις ελπίδες για παλικαρίσια διαμαρτυρία αυτών που τολμούν να βάλουν το δάχτυλο επί των τύπων των ήλων με μετερίζι την ανεξάρτητη δημοσιογραφία και αρωγό τη λογοτεχνία.

Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει η δημοσιογραφία να απαλλαγεί από την κοινωνική και πολιτική παθογένεια, την ξενομανία και τον μιμητισμό, τον λαϊκισμό, τον πολιτικό χαμαιλεοντισμό και την υιοθέτηση του μύθου της ουδετερότητας που φτάνει στα όρια της ουδετεροπατρίας.

"Αν δε σπάσεις αυγά, ομελέτα δεν φτιάχνεις", λέει ο θυμόσοφος λαός μας. Κι αυτήν την παραδοχή της αλήθειας (μέσα από την ελεύθερη έκφραση γνώμης για τα κακώς κείμενα) λίγοι την τόλμησαν ανά εποχή -- στον δημοσιογραφικό, τουλάχιστον, λόγο -- αψηφώντας καθιερωμένα κοινωνικού κομφορμισμού.

Λίγοι τόλμησαν. με τη δύναμη της γραφής και την αποφασιστικότητά τους, να πολεμήσουν κατεστημένες νοοτροπίες και κάθε λογής στερεότυπα (από ιδεολογικά έως ηλικιακά) με λόγο που φτάνει ενίοτε σε επίπεδο φάρσας, σάτιρας ή τραγωδίας σε τόνο σαρκασμού ή κραυγής οδύνης...

Ενδεικτικό παράδειγμα, για την πρώτη περίπτωση (φάρσα-σάτιρα) είναι αυτό που μας έδωσε ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Ιωάννης Κονδυλάκης (ο οποίος, σημειωτέον, αναβάθμισε την ηθογραφία σε ψυχογραφία και απέσπασε από τη δημοσιογραφία το χρονογράφημα, για να το κάνει "είδος" προσαρτώντας το στην τέχνη του λόγου).

Κάτι ανάλογο βλέπουμε και στην περίπτωση του ξενιτεμένου Ηπειρώτη διηγηματογράφου-δοκιμιογράφου Πάνου Τσίνα, του οποίου πολλά διηγήματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν "χρονικά" ή "χρονογραφήματα" (δημοσιογραφικό είδος).

Τι έκανε ο Κονδυλάκης, ειδικότερα; Μπόλιασε στην πυκνή αφήγηση τον ζωηρό, νευρώδη και μεστό από χιούμορ διάλογο του ήρωά του Πατούχα ("φυσικός άνθρωπος με πρωτόγονο ένστικτο") με τους δευτεραγωνιστές του έργου.

Και αυτά σε ατμόσφαιρα διονυσιακού οίστρου λόγω του σφοδρού έρωτα του Πατούχα (παρατσούκλι που του κόλλησε η "ψεγαδιάστρα" Σπυριδολενιάς) για την ψηλομύτα Μαργή, με αποτέλεσμα τη γελοία απαγωγή ένα βράδυ της ερωτευμένης χήρας μάνας της, αντί της ίδιας.

Όλα τα χιουμοριστικά και ευθυμογραφικά χαρίσματα "παντρεμένα" με τη ζωντάνια, την παραστατικότητα και την ειρωνεία που εφάρμοσε στη λογοτεχνία ο Κονδυλάκης, τα μετέφερε και στον Τύπο (χρονογραφήματα), με αποτέλεσμα να σπάσει τα στεγανά που κρατούν αποξενωμένες τη δημοσιογραφία απ' την λογοτεχνία.

Να σπάσει, προπάντων, τη μονοτονία της καθημερινής ζωής και τη ρουτίνα της άχρωμης και τυποποιημένης δημοσιογραφίας, δεδομένου ότι πέτυχε να "μπολιάσει" τα αφηγήματά του με στοιχεία δημοσιογραφικού λόγου (επιφυλλίδας ή χρονογραφήματος) και τον δημοσιογραφικό λόγο του με στοιχεία λογοτεχνίας ("εισπήδηση" και "αλχημεία" θετικής προοπτικής και αρμονίας. Κάτι ανάλογο με το "πάντρεμα" λογοτεχνίας-αποδεικτικού δοκιμίου [Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ] και λογοτεχνίας-στοχαστικού δοκιμίου [Α.Τερζάκης, Γ. Σεφέρης, Οδ. Ελύτης και Γ. Σαββίδης]).

Περίπτωση, τώρα, όπου ο δημοσιογράφος-συγγραφέας δίνει στη γραφή του κραυγή οδύνης ισοδύναμη με λυγμό τραγωδίας ή κλαυσίγελο πικρής ειρωνείας, είναι αυτή του Μιχαήλ Μητσάκη, ο οποίος στηλιτεύει με καγχασμό το σύστημα εξουσίας στο διήγημά του "Το βάπτισμα".

Εκεί, σε μια οδυνηρή συνεύρεση σαρκασμού και οδύνης, ο γνωστότερος ως διηγηματογράφος Μητσάκης (βλ. "Η αρκούδα") περιγράφει με δραστικό τρόπο την αυταπάτη της Μεγάλης Ιδέας, χωρίς να δείχνει καμιά συμπόνια για όσους την πίστεψαν:

"... Οι υιοί και οι εγγονοί των αληθών Ελλήνων της Επαναστάσεως έπαυσαν μεν κατά μικρόν να είναι 'Έλληνες. δεν κατόρθωσαν όμως αληθώς να γίνουν Φράγκοι. Αποβάλλοντες το μεγαλείον και το ύφος της παρελθούσης εποχής, δοατήρησαν κατά βάθος τα ελαττώματα αυτής, εκ δε των πολιτισμένων εδανείσθησαν μόνον την εξωτερικήν εκδήλωσιν... Ούτε δούλοι ακριβώς, ούτε ελεύθεροι αληθώς. Ούτε Ανατολίται, ούτε Ευρωπαίοι ακόμη...".

"Απάντηση" βέβαια στον σημαντικό εκπρόσωπο της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, που σάρκαζε με πάθος (στη δεκαετία του 1880) την Μεγάλη Ιδέα (της οποίας η πρώτη ήττα ήρθε με τον άτυχο πόλεμο του 1897 και η δεύτερη με την Μικρασιατική Καταστροφή το 1922), έδωσε χρόνια αργότερα η θεμελιώτρια της Παιδικής Λογοτεχνίας στην Ελλάδα Πηνελόπη Δέλτα, η οποία "ύφανε" τις ιστορίες της με τις εθνικές διεκδικήσεις της εποχής συνυφασμένες με την ελληνική ιστορία (ιδεώδης σύζευξη λογοτεχνίας-ιστορίας-πολιτικής, που σημάδεψε για δεκαετίες εθνοπλαστικά γενεές επί γενεών Ελλήνων.

Κρινιώ Καλογερίδου

×
Subscribe

Σχετικά άρθρα