Την προβληματική κατάσταση που επικρατεί στην Αλβανία ανέδειξε ο ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Φρέντης Μπελέρης, κατά την τοποθέτησή του στη Συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπου εξετάστηκαν οι Εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Αλβανία για τα έτη 2023 και 2024.
«Η έκθεση που συζητούμε σήμερα ωραιοποιεί την πραγματικότητα αντί να την αποτυπώνει αντικειμενικά», υπογράμμισε ο κ. Μπελέρης, φέρνοντας ως παράδειγμα σειρά από σοβαρά ζητήματα.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Πρώτον, η απογραφή του πληθυσμού αμφισβητήθηκε έντονα ως προς τη μεθοδολογία και τα αποτελέσματά της από οκτώ στις εννέα επίσημα αναγνωρισμένες εθνικές μειονότητες. Δεύτερον, η πολυσυζητημένη δικαστική μεταρρύθμιση έχει ουσιαστικά ναυαγήσει, λόγω των συνεχών παρεμβάσεων της κυβέρνησης. Μόλις πριν από λίγες ώρες, ο ίδιος ο πρέσβης της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατήγγειλε δημόσια μια νέα παρέμβαση από τον Αλβανό πρωθυπουργό».
Στη συνέχεια, ο κ. Μπελέρης αναφέρθηκε στις πρόσφατες εκλογές, επικαλούμενος τις εκθέσεις παρατηρητών της ΟΑΣΕ και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που κάνουν λόγο για πολιτικές πιέσεις προς τους ψηφοφόρους, χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης, παρεμβάσεις του οργανωμένου εγκλήματος στη διαδικασία, και αδιαφανείς πηγές χρηματοδότησης.
Παράλληλα, υπογράμμισε πως μόνο το 50% των περιουσιών έχει επιστραφεί στους νόμιμους δικαιούχους σε εθνικό επίπεδο, ενώ στις περιοχές της ελληνικής εθνικής μειονότητας το ποσοστό πέφτει δραματικά στο 20%.
Επιπλέον, τόνισε πως ο νόμος για την αυτοδιοίκηση παραμένει σκοπίμως ανεφάρμοστος.
«Και τέλος, σύμφωνα με τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, κυκλοφορούν εκτός τραπεζικού συστήματος 4 δισεκατομμύρια ευρώ, σε μια χώρα με ΑΕΠ μόλις 27 δισ. ευρώ», σημείωσε.
Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, προειδοποίησε:
«Αν συνεχίσουμε να αγνοούμε αυτή την πραγματικότητα, ενισχύουμε τον ευρωσκεπτικισμό – κάτι που δεν χρειάζεται ούτε η Αλβανία, ούτε η Ευρώπη».
Η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων (AFET) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε στη σημερινή της συνεδρίαση στο Στρασβούργο την Έκθεση για την Πρόοδο της Αλβανίας για τα έτη 2023 και 2024. Η έκθεση εγκρίθηκε με 502 ψήφους υπέρ, 120 κατά και 64 αποχές.
Τη σύνταξη της έκθεσης ανέλαβε ο εισηγητής Αντρέας Σίντερ, ο οποίος χαιρέτισε την ταχεία πρόοδο της Αλβανίας, χαρακτηρίζοντάς την «βασική υποψήφια για ένταξη στην ΕΕ». Ο ίδιος επισήμανε ότι για να επιτευχθεί ο στόχος της πλήρους ένταξης έως το 2030, η Αλβανία πρέπει να συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική της πορεία, να ενισχύσει το οικονομικό της μοντέλο, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να βελτιώσει το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, υλοποιώντας ταυτόχρονα μια ουσιαστική και καθολική εκλογική μεταρρύθμιση.
Η έκθεση, η οποία εγκρίθηκε μετά από σχετική συζήτηση και προηγούμενη έγκριση στις 4 Ιουνίου 2025, αναγνώρισε τη σταθερή δέσμευση της Αλβανίας για ευρωπαϊκή ένταξη και τον στόχο της ολοκλήρωσης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων μέχρι το τέλος του 2027.
Βάσει των συμπερασμάτων της, η Αλβανία καλείται να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του κράτους δικαίου, την τόνωση της οικονομίας, την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος, την αντιμετώπιση της εμπορίας ανθρώπων, την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, την προώθηση της ελευθερίας έκφρασης και ενημέρωσης, καθώς και τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης.
Εκφράζεται, επίσης, ανησυχία για την επιδείνωση της κατάστασης της ελεύθερης δημοσιογραφίας και των ανεξάρτητων δημοσιογράφων τα τελευταία χρόνια, ενώ τονίζεται η ανάγκη για επείγοντα μέτρα που θα διασφαλίσουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και την ακεραιότητα των θεσμών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη σεβασμού και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Οι αλβανικές αρχές καλούνται να ενισχύσουν τους θεσμικούς μηχανισμούς κατά των διακρίσεων και να εξασφαλίσουν την ουσιαστική πολιτική συμμετοχή όλων των κοινοτήτων. Παράλληλα, τονίζεται η σημασία της διατήρησης και ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς, της γλώσσας και των παραδόσεων των εθνικών μειονοτήτων.
Τέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλεί την Αλβανία να εντείνει τις προσπάθειές της για την εναρμόνιση με το περιβαλλοντικό κεκτημένο της ΕΕ, δίνοντας έμφαση στην προστασία του κλίματος, την ενεργειακή απόδοση, τον οικολογικό μετασχηματισμό της ενέργειας και των μεταφορών.
