Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, που υπεγράφη στις 30 Αυγούστου 1832, αποτέλεσε την τελική και καθοριστική διεθνή πράξη με την οποία ρυθμίστηκαν τα σύνορα μεταξύ του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και της Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το πρωτόκολλο υπογράφηκε στο Λονδίνο από τις τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις – Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία – και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ολοκληρώνοντας ουσιαστικά τη μακρά διπλωματική διαδικασία που ακολούθησε την Ελληνική Επανάσταση.
Η συμφωνία ήρθε ως συνέχεια των προηγούμενων διεθνών πρωτοβουλιών για το ελληνικό ζήτημα και είχε ως βασικό στόχο την οριστική χάραξη των ελληνοοθωμανικών συνόρων. Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας καθορίστηκαν στη γραμμή Άρτας–Βόλου, διαμορφώνοντας την εδαφική έκταση του ανεξάρτητου κράτους.
Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η απόφαση για την παραχώρηση της περιοχής της Λαμίας (τότε γνωστής ως Ζητούνι) στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι δεν είχε καταληφθεί από ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Η εξέλιξη αυτή θεωρήθηκε διπλωματική επιτυχία για την ελληνική πλευρά, καθώς ενίσχυε τη συνοχή και τη βιωσιμότητα του νέου κράτους.
Σε αντάλλαγμα, το Πρωτόκολλο προέβλεπε την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ύψους 40 εκατομμυρίων γροσίων. Παράλληλα, ξεκαθαριζόταν ότι σημαντικές περιοχές με ελληνικό πληθυσμό, όπως η Κρήτη και η Σάμος, δεν εντάσσονταν στο ελληνικό κράτος, γεγονός που προκάλεσε δυσαρέσκεια και άφησε ανοιχτό το ζήτημα της μελλοντικής εδαφικής επέκτασης.
Μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, συγκροτήθηκε μικτή επιτροπή οριοθέτησης, η οποία από τον Σεπτέμβριο έως τον Νοέμβριο του 1832 χάραξε επί του πεδίου τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα σύνορα αυτά παρέμειναν σε ισχύ έως τις μεταγενέστερες εδαφικές μεταβολές του ελληνικού κράτους.
Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 30ής Αυγούστου 1832 δεν αποτέλεσε απλώς μια τεχνική διευθέτηση συνόρων, αλλά τη διεθνή πράξη που σφράγισε τη γέννηση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους με σαφή εδαφικό και νομικό προσδιορισμό, θέτοντας τις βάσεις για την πολιτική και γεωγραφική του εξέλιξη τον 19ο αιώνα.
