Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, στις 21 Φεβρουαρίου 1913, αποτελεί έναν από τους καθοριστικότερους σταθμούς της νεότερης ελληνικής ιστορίας και την κορυφαία στιγμή των επιχειρήσεων του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου στο μέτωπο της Ηπείρου. Δεν επρόκειτο για μια μεμονωμένη στρατιωτική επιτυχία, αλλά για το αποτέλεσμα συντονισμένης πολιτικής βούλησης, επίμονου στρατιωτικού αγώνα και μακρόχρονης εθνικής προετοιμασίας, που ξεπερνούσε τα όρια του πεδίου της μάχης.
Το καλοκαίρι του 1912, τα χριστιανικά κράτη των Βαλκανίων κατέληξαν σε κοινή στρατιωτική σύμπραξη με στόχο την αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας. Με την έναρξη του πολέμου, στις αρχές Οκτωβρίου, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να κατανεμηθεί σε δύο βασικά θέατρα επιχειρήσεων. Η προτεραιότητα δόθηκε στη Μακεδονία, όπου κρίνονταν ζωτικά εθνικά συμφέροντα, ενώ στην Ήπειρο οι ελληνικές δυνάμεις περιορίστηκαν αρχικά σε αποστολή φύλαξης της μεθορίου και συγκράτησης του αντιπάλου.
Η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται σταδιακά από τα μέσα Οκτωβρίου, όταν οι ελληνικές μονάδες στην Ήπειρο, ενισχυμένες και από εθελοντικά σώματα, κατέλαβαν στρατηγικά σημεία όπως η Φιλιππιάδα και η Πρέβεζα. Παρά τις επιτυχίες αυτές, η πορεία προς τα Ιωάννινα παρέμενε εξαιρετικά δύσκολη. Το υψίπεδο της πόλης, φυσικά οχυρωμένο και ενισχυμένο με σύγχρονα αμυντικά έργα, προσέφερε στους Οθωμανούς ένα ισχυρό πλεονέκτημα. Κεντρικό στοιχείο της άμυνας ήταν το συγκρότημα των οχυρών του Μπιζανίου, που έλεγχε τον άξονα Άρτας – Ιωαννίνων και θεωρούνταν απόρθητο.

Οι πρώτες ελληνικές επιθετικές ενέργειες, στα τέλη του 1912 και στις αρχές του 1913, δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οι απώλειες, η εξάντληση των ανδρών και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες επέβαλαν ανασύνταξη. Τον Ιανουάριο του 1913, τη διοίκηση του Στρατού της Ηπείρου ανέλαβε ο διάδοχος Κωνσταντίνος, ο οποίος προχώρησε σε εκτεταμένη αναδιοργάνωση, ενίσχυση των μονάδων και προσεκτικό σχεδιασμό της τελικής επιχείρησης. Στόχος δεν ήταν πλέον η μετωπική σύγκρουση, αλλά η υπερκέραση της οχυρωμένης τοποθεσίας και ο αιφνιδιασμός του αντιπάλου.
Το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή τον Φεβρουάριο του 1913, με συνδυασμένες επιθέσεις σε πολλαπλές κατευθύνσεις και εκτεταμένη χρήση του πυροβολικού. Καθοριστική υπήρξε η νυχτερινή διείσδυση ελληνικών τμημάτων στα δυτικά και νότια των οχυρών, που οδήγησε στη διάσπαση της άμυνας και στην αποκοπή των επικοινωνιών των οθωμανικών δυνάμεων. Η εμφάνιση ελληνικών μονάδων στα μετόπισθεν, στις παρυφές της πόλης, κατέστησε σαφές ότι η περαιτέρω αντίσταση ήταν μάταιη.

Το βράδυ της 20ής Φεβρουαρίου, η οθωμανική διοίκηση υπέβαλε πρόταση άνευ όρων παράδοσης. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Φεβρουαρίου 1913 δόθηκε εντολή γενικής κατάπαυσης του πυρός και άνοιξε ο δρόμος για την είσοδο του ελληνικού στρατού στα Ιωάννινα. Η απελευθέρωση της πόλης έθεσε οριστικό τέλος στην οθωμανική παρουσία στην Ήπειρο και άλλαξε ριζικά τους συσχετισμούς στην περιοχή.
Πίσω από τη στρατιωτική επιτυχία, ωστόσο, προϋπήρχε μια μακρά περίοδος εθνικής προετοιμασίας. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραμάτισε η Ηπειρωτική Εταιρεία, που από τις αρχές του 20ού αιώνα εργάστηκε συστηματικά για την οργάνωση και την αφύπνιση του ηπειρωτικού ελληνισμού. Με πρωτοβουλίες αξιωματικών και αγωνιστών, και με τη στήριξη τοπικών παραγόντων, η Εταιρεία συνέβαλε στη διάδοση της εθνικής ιδέας και στη δημιουργία δικτύων υποστήριξης, τα οποία αποδείχθηκαν καθοριστικά όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Παράλληλα, η παρουσία εθελοντών από διάφορες περιοχές του ελληνισμού ανέδειξε τον πανελλήνιο χαρακτήρα του αγώνα για την Ήπειρο.

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων είχε άμεσο αντίκτυπο τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και διεθνώς, ενισχύοντας το κύρος της Ελλάδας και επιβεβαιώνοντας τη στρατιωτική της αναβάθμιση. Ταυτόχρονα, άνοιξε τον δρόμο για τη συνέχιση των επιχειρήσεων βορειότερα, αν και οι εξελίξεις που ακολούθησαν άφησαν ανοιχτά ζητήματα για τον ελληνισμό της Βόρειας Ηπείρου.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, η επέτειος της 21ης Φεβρουαρίου δεν λειτουργεί μόνο ως υπενθύμιση μιας στρατιωτικής νίκης. Αποτελεί σημείο αναφοράς για τη συλλογική μνήμη της Ηπείρου και υπενθύμιση ότι η απελευθέρωση των Ιωαννίνων υπήρξε το αποτέλεσμα συνδυασμένης προσπάθειας στρατού, πολιτείας και κοινωνίας, σε μια κρίσιμη καμπή της εθνικής ιστορίας.
