Η απέλαση Αλβανών διπλωματών από την Αθήνα για κατασκοπεία το 1983

Σταύρος Ντάγιος
ksenofon-nushi-karamanlis.webp

Τον Μάρτιο του 1978, εν όψει της αλβανοκινεζικής ρήξης και της διαφαινόμενης οικονομικής ύφεσης στην Αλβανία, ο Ενβέρ Χότζα, επιδιώκοντας την εξαγωγή της χώρας του από την απομόνωση, επισκέφτηκε περιοχές όπου ζούσε ελληνικό στοιχείο, καθώς θεωρούσε την Ελλάδα ως βολική πύλη εξόδου προς τη Δύση.

Στον λόγο του στη Γράψη ζήτησε την περαιτέρω σύσφιξη των διμερών σχέσεων, επιδαψιλεύοντας υποσχέσεις και προβαίνοντας σε άμεσες προτροπές για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στα μειονοτικά σχολεία και τη διάσωση του εθνικού πολιτισμού των ελλήνων μειονοτικών.

Οι δηλώσεις του –απροσδόκητες για την εποχή– αποτελούσαν τομή στην πνευματική ζωή των Βορειοηπειρωτών, οι οποίοι, ενθαρρυμένοι και εκμεταλλευόμενοι τη συγκυρία, δήλωναν πλέον χωρίς την πλεγματική φοβία του παρελθόντος ότι είναι Έλληνες.

Μάλιστα, ορισμένοι θεώρησαν ότι είχε επέλθει η ώρα της εθνικής επιβεβαίωσης και της πνευματικής υπέρβασης. Στα σχολεία παρατηρήθηκε πρωτόγνωρη εγρήγορση για τη συλλογή του προφορικού πολιτισμού, ο οποίος αργόσβηνε στα χωριά, ενώ στην εφημερίδα «Λαϊκό Βήμα» εμφανίσθηκαν παράτολμα δημοσιεύματα για τη σωστή διδασκαλία και εκμάθηση της μητρικής γλώσσας.

Αυτή, όμως, αποτελούσε τάση των αφελών ή των αγνοούντων τον υποκαίοντα κίνδυνο. Οι υποψιασμένοι, από την άλλη, πίστεψαν ότι οι δηλώσεις του αλβανού δικτάτορα ενείχαν τον αποκρυπτικό μανδύα των εθνικιστικών προθέσεών του και δεν ήταν παρά ένας ακόμη εύσχημος ελιγμός κινούμενος από ελατήρια ιδιοτέλειας, όπως όλες οι προηγούμενες.

Στα ενδόμυχα της κοινής συνείδησης επικρατούσε η άποψη ότι η πολιτική της εθνικής μεταμόρφωσης και διαρκούς συνειδησιακής απονέκρωσης της βορειοηπειρωτικής περιοχής από το αλβανικό κράτος δεν θα μεταστρεφόταν.

Σε ρητορικό επίπεδο, αυτή η ακατάσχετη υποσχετική πλειοδοσία και τα παραπειστικά κελεύσματα τα οποία δεν αναμηρυκάζονταν από τους πολιτικούς επιτρόπους των τοπικών αρχών –όπως συνέβαινε συνήθως– παρήγαγε μόνον μια παραπειστική αληθοφάνεια και αυθυποβολή.

Πράγματι, λίγες μόνον μέρες μετά, οι μεθοδεύσεις και η αδιάκριτη παρατήρηση των Βορειοηπειρωτών από την αλβανική ασφάλεια προκαλούσε απογοήτευση και αγανάκτηση. Ήταν η αρχή μιας νέας ανθελληνικής εμβολής.

Τα μέτρα παρακολούθησης των υπόπτων (κυρίως ελληνοδιδασκάλων) προηγήθηκαν των προσπαθειών καταστολής της γνώσης γενικά.

Παρέμεινε ως είχε η σχέση της μειονότητας με τη μητρική της φύτρα, η οποία φυτοζωούσε ως αυτοφυής και αυθύπαρκτη κοινότητα, απειλούμενη με διαρκή μαρασμό, αργό θάνατο, απονάρκωση και παράλυση του εθνικού της φρονήματος.

Στην Ελλάδα, από την άλλη, κυβερνητικοί κύκλοι, με μια δόση ανεξήγητης απλοϊκότητας και πολιτικής αφέλειας δέχθηκαν με ικανοποίηση τόσο τις επίσημες διακηρύξεις του Χότζα για φιλία και συνεργασία με τον ελληνικό λαό, όσο και τις θερμές προτροπές του προς την ελληνική μειονότητα για την ανάγκη διαφύλαξης της γλώσσας και της πνευματικής κληρονομιάς της.

Οι δηλώσεις αυτές ανταποκρίνονταν στη σταθερή πολιτική της Ελλάδας για την ανάπτυξη των σχέσεων φιλίας και καλής γειτονίας με την Αλβανία.

Όλοι αυτοί, όμως, έβλεπαν το προπέτασμα αλλά όχι την ουσία.

Η αλβανική πολιτική, όντως, δεν άλλαξε, αλλά καλλιεργήθηκε προσώρας, μολαταύτα, ένα κλίμα εθνικής και πνευματικής μεταρσίωσης, το οποίο εμφώλευε στα μύχια της βορειοηπειρωτικής ψυχής.

Το άσβεστο μάτι της αλβανικής ασφάλειας αγρυπνούσε και στα σκοτεινά γραφεία της χαρακτηρίστηκε αποθράσυνση η υποκαίουσα βούληση των Βορειοηπειρωτών.

Εισηγήθηκαν άμεσα μέτρα για τη συγκράτηση της ορμής και την τιθάσευση των υπόπτων.

Έτσι σε ανταπόκριση των μακροσκελών εισηγήσεων των τμημάτων εσωτερικών υποθέσεων (ασφάλειας) Αργυρόκαστρου και Αγίων Σαράντα, το Υπουργείο Εσωτερικών με άκρως απόρρητη οδηγία προς τα τέλη του 1978 προς τα δύο τμήματα εφεύρισκε δαίμονες και έκανε λόγο για κλιμάκωση της κατασκοπευτικής δράσης εις βάρος της Αλβανίας από ξένες μυστικές υπηρεσίες.

Ένα νέο κύμα φυλακίσεων, εξορίσεων και εκτοπίσεων σάρωσε τις ελληνόφωνες περιοχές.

Ωστόσο, η οδηγία δεν είχε καμιά απολύτως βάση. Καμιά ξένη μυστική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, εκείνη την περίοδο δεν ήταν διατεθειμένη να αποσταθεροποιήσει την Αλβανία.

Κατ’ επέκταση, οι προσμονές στην Αθήνα κάμφθηκαν και ο τύπος άρχισε ξανά να κάνει λόγο για διώξεις και καταστολή στην ελληνική εθνική μειονότητα.

Όλο το 1979-1980 το γενικότερο κλίμα στις διμερείς σχέσεις αν όχι εχθρικό, δεν ήταν καθόλου φιλικό.

Οι επισκέψεις πολιτικών και επιστημονικών παραγόντων από την Ελλάδα στην Αλβανία το καλοκαίρι του 1981, με καλοπροαίρετες διαθέσεις, δεν βοήθησαν στη μεταστροφή του κλίματος.

Στις αποστολές και επισκέψεις αυτές υπήρχαν εξ αυτών που, μάλιστα, εξυμνούσαν διθυραμβικά το αλβανικό καθεστώς, προβάλλοντάς το «ως σοσιαλιστικό παράδεισο» με σημείο αναφοράς τον καθηγητή Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων Γιάννη Μαλακάση.

Ο τελευταίος βρέθηκε στις μειονοτικές περιοχές τον Απρίλιο του 1984 ως φίλος της Αλβανίας και έκανε λόγο για αλβανικό θαύμα, υπεραμυνόμενος την αλβανική πολιτική για τη μειονότητα.

Οι δηλώσεις του προκάλεσαν το μένος των βορειοηπειρωτικών συλλόγων, οι οποίοι διαφώνησαν δημοσίως με τον καθηγητή.

Επίσης, συνεντεύξεις αλβανών πολιτικών φυγάδων διέψευδαν παταγωδώς τα λεγόμενά του.

Στο ίδιο πνεύμα, ο υπουργός Εμπορίου Νικόλαος Ακριτίδης, σε συνεδρία της Βουλής το 1982 υπεραμύνθηκε την εθνική πολιτική του αλβανικού κράτους για την εθνική ελληνική μειονότητα.

ezgif.com gif maker 6 760a8cfa9eded3cc6db549b859ab5dc1

Κατά τρόπο ανερμήνευτο, η ιδέα του «αλβανικού σοσιαλιστικού μοντέλου» είχε παρεισφρήσει και στα σχολικά εγχειρίδια της εποχής, προκαλώντας αρχικά αμηχανία και ερωτηματικά στην κοινή γνώμη έως ότου πολεμηθεί με μανία από την αντιπολίτευση και μέρος του τύπου.

Ο οραματιστής του ελληνοαλβανικού ανοίγματος και τότε αναπληρωτής υπουργός των Εξωτερικών, Κάρολος Παπούλιας, εμφανιζόταν απόλυτος και τον Φεβρουάριο του 1982 δήλωνε προς τους ομογενείς ότι σκοπός της ελληνικής πολιτικής ήταν η προστασία της ελληνικής μειονότητας και όχι οι εδαφικές διεκδικήσεις.

Καθώς η ελληνική μειονότητα, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει τα ίδια δικαιώματα που απολαμβάνουν όλες οι μειονότητες στον κόσμο.

Αυτό ήταν και το πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής προς την Αλβανία τότε, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία (Οκτώβριος 1981).

Ως προς τις αντιδράσεις των σωματείων, κυρίως των Βορειοηπειρωτών, οι επίσημες αρχές απαντούσαν ότι τόσο η πολιτική ηγεσία όσο και τα δημόσια ΜΜΕ δεν ήταν διατεθειμένοι να επαναφέρουν εποχές στείρων εδαφικών αξιώσεων και να διαταράξουν την ειρήνη στα Βαλκάνια.

Μερικοί, μάλιστα, χαρακτήριζαν τους δραστήριους Βορειοηπειρώτες ως «πατριώτες κατ’ επάγγελμα».

Και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, από τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, πίστευε ότι η πολιτική Παπούλια ήταν η ενδεδειγμένη και ότι παρ’ όλες τις διαφορές, η Ελλάδα προσπαθούσε να αποκαταστήσει καλές σχέσεις με την Αλβανία, «για να μην αισθάνεται η χώρα απομονωμένη».

ezgif.com gif maker 5 e8817f148fbb9d07371d8d9b8fbc8f54

Διπλωματικές σχέσεις

Αυτά, όμως, ήταν ασήμαντα βήματα –τα οποία δεν έπειθαν– εν όψει της θορυβώδους αντίδρασης των πατριωτικών σωματείων των Βορειοηπειρωτών, της παραδοσιακής δυσπιστίας και των ιστορικών καταλοίπων.

Παρότι η ελληνική κυβέρνηση, υπό τον Κάρολο Παπούλια, ήταν αποφασισμένη να τα υπερφαλαγγίσει.

Συγκεκριμένα, τον Δεκέμβριο του 1982, ύστερα από ένα χρόνο διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, η ηγεσία του Υπουργείου των Εξωτερικών εκτιμούσε ότι το επίπεδο των σχέσεων με την Αλβανία δεν είχε βελτιωθεί.

Υπήρχαν, αντιθέτως, προβλήματα, τα οποία μπορούσαν να προκαλέσουν οπισθοδρόμηση, και διέκρινε τρεις ανασχετικούς παράγοντες.

Πρώτον, τον Νοέμβριο του 1982 η Αλβανία επανήλθε στην ανάγκη άρσης της εμπόλεμης κατάστασης, αλλά τότε η Αθήνα εκτιμούσε ότι τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος αυτού θα δημιουργούσε θέμα επιστροφής 16.000-17.000 μουσουλμάνων Αλβανών Τσάμηδων.

Δεύτερον, η Αλβανική Πρεσβεία προσπαθούσε να εμφανίσει αλβανόφωνη μειονότητα στην Ελλάδα και δημιουργία «αλβανόφωνου» σωματείου.

Και, τρίτον, εκτιμούσε ότι η κατάσταση της ελληνικής μειονότητας παρέμενε κακή και οι οδοί της προσπέλασης της Αλβανίας μέσω της ελληνικής μειονότητας παρέμεναν ερμητικά κλειστές.

Είναι καταφανές, ότι οι προθέσεις της Ελλάδας για καλές σχέσεις και ο πολιτικός ρεαλισμός αποτελούσαν σχήμα οξύμωρο.

Συμπεράσματα

Τη 26η Αυγούστου 1988, ύστερα από έξι χρόνια θητείας στην Αθήνα, ο Νούση επέστρεφε στα Τίρανα, χαρακτηριζόμενος ως «φίλος» από τον Κάρολο Παπούλια και ως «ορκισμένος μισέλληνας» από τους βορειοηπειρωτικούς συλλόγους της εποχής.

Το παραγόμενο διπλωματικό του έργο καταγράφεται περισσότερο προβληματικό, παρά γόνιμο.

Εν τέλει, παρέμεινε έως το τέλος αμετανόητος στην κομμουνιστική δεσποτεία και τον ιδεολογικό καθορισμό του.

Βιβλιογραφική υποστήριξη, Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ, Ελλάδα και Αλβανία, 50 χρόνια αμοιβαίας δυσπιστίας: Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις και η Εθνική Ελληνική Μειονότητα της Βορείου Ηπείρου, Literatus: Θεσσαλονίκη, 2015.

*O Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ είναι Διδάκτωρ Ιστορίας ΑΠΘ

Στηρίξτε μας με μια δωρεά

Δωρεά μέσω PayPal
Μοιράσου το
Σχολίασε

Αφήστε μια απάντηση

Το σχόλιο θα ελεγχθεί πριν τη δημοσίευση του.