Μια ιδιαίτερη κατηγορία κατοίκων στις αρχαίες ελληνικές πόλεις-κράτη έχει παραμεληθεί από την ιστορική αφήγηση, παρότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική και οικονομική δομή της εποχής. Οι μέτοικοι —όπως ονομάζονταν— είχαν εξέχουσα σημασία, κυρίως στην Αθήνα, μία από τις σημαντικότερες πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας.
Οι μέτοικοι χαρακτηρίζονταν με τον (συχνά υποτιμητικό) όρο «αλλοδαποί». Δεν ήταν ούτε πολίτες ούτε δούλοι, αλλά κατείχαν μια ενδιάμεση και ιδιόμορφη θέση, με ορισμένα προνόμια αλλά και σημαντικούς περιορισμούς. Ο όρος «μέτοικος» προέρχεται απο τα ελληνικά— λέξη που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα και σημαίνει «αυτός που κατοικεί μαζί με άλλους». Η έννοια αναφερόταν στους μόνιμους κατοίκους μιας πόλης-κράτους που όμως δεν είχαν την ιδιότητα του πολίτη.
Στην κατηγορία αυτή ανήκαν μετανάστες από άλλες περιοχές της Ελλάδας, απελεύθεροι δούλοι και οι απόγονοί τους. Ακόμη κι αν ζούσαν στην Αθήνα για πολλές γενιές, διατηρούσαν την υπηκοότητα της πόλης καταγωγής τους και πολύ σπάνια αποκτούσαν την αθηναϊκή ιδιότητα. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχαν εμφανείς φυσικές διαφορές ανάμεσα στους πολίτες και τους μετοίκους, η διάκριση ήταν θεσμικά σαφής.
Οι μέτοικοι στην Αθήνα αποτελούσαν ξεχωριστή νομική κατηγορία. Αν και ήταν ελεύθεροι άνθρωποι —σε αντίθεση με τους δούλους— και απολάμβαναν βασικές ελευθερίες, υπήρχαν σαφείς νομικοί περιορισμοί. Δεν είχαν δικαίωμα ιδιοκτησίας γης ή κατοικίας, εκτός εάν τους δινόταν ειδική άδεια από το κράτος (γνωστή ως ἐγγτήσις). Επιπλέον, τους απαγορευόταν η συμμετοχή στην πολιτική ζωή: δεν μπορούσαν να ψηφίσουν, να εκλεγούν σε δημόσια αξιώματα ή να επηρεάσουν τις αποφάσεις της πόλης.
Υποχρεούνταν επίσης να πληρώνουν έναν μηνιαίο φόρο, τον λεγόμενο «μετοίκιον», και έπρεπε να έχουν έναν πολίτη ως προστάτη (τον «προστάτην»), ο οποίος εκπροσωπούσε τα νομικά τους συμφέροντα. Μπορούμε να πούμε πως οι μέτοικοι της αρχαιότητας θυμίζουν, σε κάποιον βαθμό, τους σύγχρονους μετανάστες, με σαφείς διαφορές βεβαίως στο νομικό πλαίσιο.
Παρά τους περιορισμούς, οι μέτοικοι υπήρξαν ακρογωνιαίος λίθος της αθηναϊκής οικονομίας. Είχαν έντονη παρουσία στο εμπόριο, στη βιοτεχνία και σε διάφορους τεχνικούς τομείς, αποτελώντας ένα εξαιρετικά παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας. Μεταξύ των πιο γνωστών μετοίκων περιλαμβάνονται ο φιλόσοφος Αριστοτέλης και ο τραπεζίτης Πασίων, που απέκτησαν πλούτο και επιρροή στην Αθήνα, παρά το ότι δεν ήταν πολίτες. Βεβαίως, πολλοί άλλοι μέτοικοι εργάζονταν ως τεχνίτες, έμποροι ή εργάτες, συχνά σε ταπεινές και χειρωνακτικές εργασίες.
Από κοινωνικής άποψης, μπορούσαν να ενσωματωθούν εν μέρει στην αθηναϊκή ζωή: συμμετείχαν σε θρησκευτικές εορτές, συμπόσια και πολιτιστικές εκδηλώσεις, ενώ πολλές φορές διατηρούσαν στενές σχέσεις με πολίτες. Ωστόσο, η έλλειψη πολιτικών δικαιωμάτων και το χαμηλότερο κοινωνικό τους status σήμαινε ότι παρέμεναν πάντα «ξένοι» και όχι ισότιμα μέλη της πόλης.
Οι μέτοικοι δεν ήταν μόνο οικονομικά ενεργοί, αλλά είχαν και υποχρεώσεις προς την πόλη. Παρότι δεν ήταν πολίτες, υπηρετούσαν στον στρατό, συνήθως ως οπλίτες. Επίσης, σε περιόδους πολέμου καλούνταν να πληρώνουν ειδικούς φόρους (τους λεγόμενους εἰσφορὰς), ενώ οι ευκατάστατοι μέτοικοι συχνά καλούνταν να χρηματοδοτήσουν δημόσια έργα, όπως την κατασκευή πολεμικών πλοίων για τις ανάγκες της πόλης.
Αν και σπάνιο, υπήρχαν περιπτώσεις όπου κάποιος μέτοικος μπορούσε να αποκτήσει την αθηναϊκή υπηκοότητα ως επιβράβευση για εξαιρετική προσφορά στην πόλη. Αυτή η απονομή είχε τεράστια σημασία, καθώς παρείχε πλήρη πολιτικά και νομικά δικαιώματα. Ωστόσο, οι περισσότεροι μέτοικοι περνούσαν ολόκληρη τη ζωή τους χωρίς ποτέ να τους αναγνωριστεί αυτό το προνόμιο.
Καθίσταται σαφές πως η τάξη των μετοίκων, ιδίως στην Αθήνα, αποτέλεσε βασικό πυλώνα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της πόλης. Κι όμως, παρά τη σημαντική τους συμβολή, τους αρνούνταν κατηγορηματικά τα πλήρη δικαιώματα του πολίτη. Η στάση αυτή φανερώνει την εσωτερική αντίφαση της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, η οποία έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην καταγωγή και όχι στην προσφορά.
