Η Γενική Εισαγγελία έχει αναγνωρίσει επίσημα ότι το έγγραφο του ελληνικού κράτους σχετικά με την καταδίκη της δικαστού Ιρένα Γκιόκα είναι αυθεντικό.
Σε απάντηση που εστάλη χθες προς το Δημοκρατικό Κόμμα, η Εισαγγελία αποδέχεται ότι η απόφαση για την καταδίκη της δικαστού Γκιόκα είναι πραγματική.
Το Δημοκρατικό Κόμμα είχε ήδη εκφράσει επισήμως την ανησυχία του από τον Απρίλιο του 2024, ζητώντας σε βάθος έρευνα από τη Γενική Εισαγγελία.
Στο σχετικό έγγραφο της Εισαγγελίας, που δημοσιοποιήθηκε το ίδιο βράδυ από το Syri TV, αναφέρεται ότι οι ελληνικές δικαστικές αρχές έχουν επιβεβαιώσει τη γνησιότητα της απόφασης καταδίκης της Γκιόκα.
Αποσπάσματα από την απάντηση της Γενικής Εισαγγελίας:
Με το έγγραφο αριθ. 183/51, ημερομηνίας 8 Μαΐου 2025, η Γενική Εισαγγελία απευθύνθηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών για να επαληθεύσει το διαβατήριο με αριθμό 1068376/98.
Κατόπιν, με έγγραφο αριθ. 216/7, ημερομηνίας 15 Ιουλίου 2025, το Υπουργείο Δικαιοσύνης διαβίβασε την απάντηση των ελληνικών δικαστικών αρχών, οι οποίες επιβεβαίωσαν ότι η απόφαση είναι αυθεντική και δεν έχει εκτελεστεί λόγω πράξης του Εισαγγελέα. Μαζί διαβιβάστηκε και επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης.
Επιπλέον, με έγγραφο αριθ. 2491/2, ημερομηνίας 30 Ιουνίου 2025, η Γενική Διεύθυνση Αστυνομίας του Κράτους απάντησε στο ίδιο αίτημα, επιβεβαιώνοντας ότι το διαβατήριο με αριθμό 1068376/98 ανήκει σε παρτίδα διαβατηρίων που εκδόθηκαν στις 16 Ιουνίου 1998 από τη Διεύθυνση Αστυνομίας Νομού Φιέρ. Τα σχετικά έντυπα είχαν καταστραφεί μετά την παρέλευση της πενταετίας.
Ελληνικά ΜΜΕ
Η απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (23η τριμελής σύνθεση) στις 27 Οκτωβρίου 2004 εξέτασε το αίτημα της Ιρένα Μάνεκου για άρση του μέτρου «persona non grata» κατά του ελληνικού κράτους, καθώς της είχε απαγορευθεί η είσοδος από το συνοριακό φυλάκιο της Κακαβιάς.
Η συγκεκριμένη δικαστής φέρει το πατρικό επώνυμο Σπάτα, όμως από το 2011 χρησιμοποιεί το επώνυμο του δεύτερου συζύγου της, Γκιόκα. Την περίοδο των πρώτων συμβάντων είχε το επώνυμο του πρώτου συζύγου της, Μάνεκου.
Με τον πρώτο της σύζυγο, στις 24 Δεκεμβρίου 2002, επιχείρησε να περάσει παράνομα στην Ελλάδα από την Κακαβιά, χρησιμοποιώντας πλαστή προξενική βίζα ως προς τη διάρκεια ισχύος, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως Βορειοηπειρώτισσα.
Μετά το περιστατικό, το όνομά της καταχωρίστηκε στον κατάλογο ανεπιθύμητων προσώπων του συστήματος Σένγκεν. Της απαγορεύτηκε η είσοδος για δέκα χρόνια για λόγους δημόσιας ασφάλειας, ενώ τα στοιχεία της και τα δακτυλικά αποτυπώματά της καταχωρίστηκαν στη σχετική βάση δεδομένων.
Λίγους μήνες αργότερα, στις 13 Φεβρουαρίου 2003, η Ιρένα Μάνεκου προσπάθησε ξανά να εισέλθει στην Ελλάδα μέσω Κακαβιάς. Η είσοδός της απορρίφθηκε εκ νέου, καθώς συνέχιζε να περιλαμβάνεται στη λίστα ανεπιθύμητων του Σένγκεν, και της επιδόθηκε το σχετικό έγγραφο.
Αμέσως μετά, προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της απόφασης απέλασης. Η υπόθεση διαβιβάστηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, το οποίο απέρριψε την αίτησή της.
Το 2019, χρησιμοποιώντας το επώνυμο του δεύτερου συζύγου της, υπέβαλε αίτηση με το όνομα Ιρένα Γκιόκα για να ενταχθεί στο Ειδικό Δικαστήριο κατά του Οργανωμένου Εγκλήματος και της Διαφθοράς.
Για το συγκεκριμένο δικαστήριο ισχύουν περιορισμοί συμμετοχής για οποιονδήποτε έχει εκκρεμή δικαστική υπόθεση, έχει δεχθεί απέλαση, απαγόρευση εισόδου σε τρίτη χώρα ή καταχώριση στο σύστημα Σένγκεν λόγω νομικών προβλημάτων, σύμφωνα με τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης.
Παρόλο που έχουν μεσολαβήσει αρκετοί μήνες από την σχετική αποκάλυψη, η συγκεκριμένη δικαστής παραμένει στη θέση της.
