Παιδική νιότη (ποίημα)

Αν θα μου δίναν οι καιροί τρεις ευκαιρίες δώρο
ένα θα τις έκανα να γύρναγα το χρόνο.

Πίσω στον Κάτω Μαχαλά, στα χωματένια μέρη
εκεί που περπατήσαμε το κάθε μεσημέρι.
Με λαστιχένια σάνδαλα στα πόδια φορεμένα.
με λερωμένα γόνατα, με αίμα στολισμένα.

Εκεί που μοσχοβόλαγαν της κυδωνιάς τα άνθη
εκεί που κυνηγιόμασταν,μεσ' στων βουνών την άκρη.
Γκρεμίζανε χαμόσπιτα και κόβαμε τα δέντρα
σαν σπάγαμε μύρια κλαδιά, κρυβόμασταν στο ρέμα.

Ζάλη της πρώτης μου άνοιξης γύρνα για μία μέρα
να μου θυμίσεις όλα αυτά που σαν στο νου τα φέρνω.
Κάνουν τ' αγρίμι άνθρωπο, θεριό το ημερεύουν.
τη μυρωδιά τη μητρική την πατρική αγκάλη.

Τη ζεστασιά μιας γειτονιάς που πήρε το σκοτάδι
οι πόρτες όλες ανοιχτές, δέκα θυμάμαι σπίτια.
Τα αδέρφια μου δεκαεφτά, συν άλλα που δεν είπα
τα μεσημέρια φτωχικά μα και άλλα σαν αρχόντοι.

Τρώγαμε κάθε μας μπουκιά κι πεθυμιά με λιώνει
σαν μου δωθούν τρεις προτροπές για να σε νουθετήσω.
Σου λέω φίλε μου άγνωστε, δυο στίχους για να κλείσω
άνοιξε κάθε κλειδαριά απ' της καρδιάς την πόρτα.

Τα χρόνια σου τα παιδικά, κυλούν σαν να 'ναι ρότα
Σκέψου τη μέρα που θα 'ρθει πως πίσω δε γυρνάει
.. Και της ζωής η διαδρομή χατίρια δε λογάει...

Δρϋινουπολίτης