Το Προξενείο Κορυτσάς τίμησε τον Νομπελίστα ποιητή Γεώργιο Σεφέρη
Ρεπορτάζ συνεργάτη του blog απ’ την εκδήλωση
Το κτήριο Σεφέρη στέκει επιβλητικό – ένα απαλό φως φωτίζει τον αυλόγυρο. Το Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου, η αλλοτινή του αίγλη ζωντάνευσε ξανά. Ύστερα από σιωπή μισού αιώνα και βάλε, είχε την τιμητική του. Ανθρώπινες πατημασιές , ανθρώπινη λαλιά ακούγεται στο κτήριο.
Τα ερείπια προκαλούν δέος, μα συνάμα και ένα ανα-στοχασμό. Είναι η κραυγή αγωνίας που έρχεται από τα βάθη των αιώνων και προκαλούν τον επισκέπτη βουίζοντας στα αυτιά του η λέξη «σώσε με»! Συνειρμικά η σκέψη πετάει μακριά. Τα βήματα φθάνουν στην Ελλάδα, σώστε την Ελλάδα για να σωθεί και ο πολιτισμός της.
Η τιμή
Η εκδήλωση ξεκίνησε με την προβολή ταινίας που αφορούσε την ομιλία του ποιητή, το 1963, κατά την διάρκεια της βράβευσης του στη Στοκχόλμη. Ακολούθησε παρουσίαση φωτογραφικού υλικού υπό τους ήχους της μελοποιημένης ποίησής του:
Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.
Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.
Κεντρικός ομιλητής ήταν ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στη Κορυτσά κύριος Ιωάννης Πεδιώτης. Αναφέρθηκε εκτενώς στα βιογραφικά στοιχεία του ποιητή. Έπειτα ακολούθησε η ομιλία του Κορυτσαίου Διον (Βασιλείου) Τούση που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κορυτσάς. Στη συνέχεια τη σκυτάλη παίρνει η κυρία Κούσουλα, αρχαιολόγος της Θ΄Εφορίας Αρχαιοτήτων και λάτρης της ποίησης του Σεφέρη. Με την αισθαντική φωνή της μας μετέφερε στην εποχή του ποιητή.
Απολαυστική ήταν επίσης και η ομιλία της κυρίας Στέφης Κόρτη – Κόντη, καθηγήτριας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Από τα εφηβικά της χρόνια λάτρεψε τον Σεφέρη. Συγκινητικό ήταν και το στιγμιότυπο όπου αναφέρθηκε στα πεθερικά της. Το σπιτικό των δικηγόρων αδελφών Βασιλείου και Λυσίμαχου Κόντη, το επισκεπτόταν ο ποιητής. Η οικογένεια θεωρούσε τιμητικό να τους επισκέπτεται ο Γενικός Πρόξενος Κορυτσάς. Ο Λυσίμαχος μάλιστα, υπήρξε και φοιτητής του πατέρα του Ποιητή, Στυλιανού Σεφεριάδη, στη Νομική Σχολή Αθηνών. Μάλιστα του είχε στείλει και μια κάρτα ως ανταπόδοση για τη συγχαρητήρια επιστολή που έλαβε για το βραβείο Νόμπελ.
Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Κορυτσά ο Σεφέρης βίωσε πόνο και μελαγχολία. Εκτός των άλλων, αυτό οφείλεται και στο γεγονός πως ήταν μακριά από την αγαπημένη του Μαρώ, μετέπειτα συζυγό του.
Ο αγνός αγωνιστής του 1821, ο Γιάννης Μακρυγιάννης αποτέλεσε έναν από τους δασκάλους του. Βαθιά επηρεασμένος ο Σεφέρης τον αναφέρει ακόμα και στην ομιλία του την ημέρα της βράβευσής του:
Μην ξεχνάμε πως ο Σεφέρης έκανε γνωστό το σύνθημα που ήταν γραμμένο σε ένα τοίχο της Κύπρου:
«ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΘΕΛΩΜΕΝ ΚΑΙ ΑΣ ΤΡΩΓΩΜΕΝ ΠΕΤΡΕΣ»

