Η ActionAid κατέθεσε στην Ελεγκτική Υπηρεσία της Ιταλίας (Corte dei Conti) αναφορά 60 σελίδων για να καταγγείλει τη σπατάλη πόρων που αφορά την «Επιχείρηση Αλβανία». Η περιφερειακή εισαγγελία της Λάτσιο, έχοντας στα χέρια της τα στοιχεία του προγράμματος “Κρατούμενοι”, θα πρέπει να αξιολογήσει εάν θα ασκήσει δίωξη για ζημία σε βάρος του Δημοσίου, λαμβάνοντας υπόψη τις παραβιάσεις που επισημαίνονται. Στην Εθνική Αρχή Κατά της Διαφθοράς (ANAC) έχουν επίσης αναφερθεί φερόμενες παρατυπίες στην ανάθεση του συμβολαίου ύψους 133 εκατομμυρίων ευρώ για τη διαχείριση των κέντρων: δεν ελέγχθηκε ούτε καν η διεθνής σημασία του διαγωνισμού, που θα απαιτούσε πιο διαφανή και ανοικτή διαδικασία.
Η δημιουργία των κέντρων στην Αλβανία ξεκίνησε με 39,2 εκατομμύρια ευρώ, που εγκρίθηκαν με τον νόμο επικύρωσης του Πρωτοκόλλου. Μόλις δέκα ημέρες αργότερα, με το «Διάταγμα PNRR 2», η αρμοδιότητα πέρασε από τα υπουργεία Εσωτερικών και Δικαιοσύνης στο Υπουργείο Άμυνας και οι πόροι αυξήθηκαν στα 65 εκατομμύρια. Από τότε έως τα τέλη Μαρτίου 2025, η ActionAid, χάρη σε αιτήματα πρόσβασης σε δημόσια στοιχεία, αποκαλύπτει δεδομένα μέχρι σήμερα άγνωστα: η Άμυνα προκήρυξε έργα ύψους 82 εκατ. ευρώ, υπέγραψε συμβάσεις άνω των 74 εκατ. ευρώ – σχεδόν όλες με απευθείας αναθέσεις – και έχει ήδη εκταμιεύσει πάνω από 61 εκατ. ευρώ για τον εξοπλισμό των κέντρων. «Δημόσιο χρήμα αφαιρούμενο από την υγεία, τη δικαιοσύνη, την κοινωνική προστασία και τις υπηρεσίες – εξηγεί ο δικηγόρος Αντονέλο Τσιέρβο, που συντόνισε τη νομική ομάδα της ActionAid, μαζί με τις Τζούλια Κρετσίνι, Τζενάρο Σαντόρο και Φραντσέσκο Ρομέο – αλλά και από τα κονδύλια για τη διαχείριση εκτάκτων αναγκών. Μια στρέβλωση στη χρήση δημόσιου χρήματος ακόμη πιο σοβαρή, δεδομένης της παρανομίας του μοντέλου των κέντρων στην Αλβανία».
Μετά τα «μπλοκαρίσματα» που προήλθαν από την ιταλική δικαιοσύνη και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κυβέρνηση προσπάθησε να λυγίσει το νομικό πλαίσιο ώστε να προσαρμοστεί στο πρωτόκολλο Ιταλίας–Αλβανίας. Παρ’ όλα αυτά, τα κέντρα εξακολουθούν να απέχουν πολύ από το να λειτουργούν πλήρως (μέχρι τον Μάρτιο 2025 είχε ενεργοποιηθεί μόνο το 39% της επίσημης δυναμικότητας), ενώ κοστίζουν πολύ περισσότερο από ανάλογες δομές εντός της Ιταλίας. Στο κέντρο υποδοχής του Gjader, η διαχείριση μίας θέσης για μόλις δύο μήνες, σε ένα κέντρο σχεδόν άδειο, κοστίζει περίπου 1.500 ευρώ· ποσό αντίστοιχο με ολόκληρο το ετήσιο κόστος στη Μόντικα, η οποία αποτέλεσε το πρότυπο για την πρώτη φάση του αλβανικού εγχειρήματος και αφορούσε τον περιορισμό μόνο αιτούντων άσυλο που είχαν διασωθεί στη θάλασσα και προέρχονταν από τις λεγόμενες «ασφαλείς χώρες».
Ο περιορισμός αιτούντων άσυλο από ασφαλείς χώρες που εφαρμόστηκε πιλοτικά στη Σικελία είχε ήδη χτυπήσει καμπανάκι: το 2023 στη Μόντικα δεν υπήρξε καμία επικύρωση περιορισμού και καμία επιστροφή· το 2024, μεταξύ Μόντικα και Πόρτο Εμπεντόκλε, καταγράφηκαν μόλις 5 επιστροφές σε σύνολο 166 ατόμων (περίπου 3%). Η κυβέρνηση κατέφυγε σε κατεπείγουσες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου για να παρακάμψει τα νομικά εμπόδια. «Η εμμονή στη διατήρηση στη ζωή ενός απάνθρωπου, αναποτελεσματικού και νομικά αβάσιμου σχεδίου, μέσω νέων χρηματοδοτήσεων για υποδομές, μετάθεσης αρμοδιοτήτων και συνεχών αλλαγών κανόνων, – δηλώνει ο Φαμπρίτσιο Κορέσι, ειδικός σε θέματα μετανάστευσης της ActionAid – έχει προκαλέσει ζημία για το Δημόσιο που δεν μπορεί να καταγραφεί ως απλό τεχνικό λάθος».
Τον Μάρτιο του 2025 ξεκινά μια νέα φάση: μεταφορές στην Αλβανία ατόμων που ήδη κρατούνταν σε ιταλικό CPR. Στην πράξη, αλλοδαποί μεταφέρονται στο εξωτερικό και στη συνέχεια επιστρέφονται στην Ιταλία. Το αποτέλεσμα είναι υψηλή αύξηση της δημόσιας δαπάνης. Στο τέλος του 2024, το ημερήσιο κόστος ανά κρατούμενο στο CPR του Γιάδερι ήταν σχεδόν τριπλάσιο από εκείνο ενός CPR στο ιταλικό έδαφος. Την ίδια στιγμή, το 20% των διαθέσιμων θέσεων στα ιταλικά CPR παρέμεναν άδειες. Η ανάλυση των πρόσθετων εξόδων (αποστολές, logistics, μεταφορές, φορτοεκφορτώσεις κ.ά.) δείχνει ότι αυτό το «επιπλέον στάδιο» της υπεράκτιας κράτησης απλώς συμβάλλει σε περαιτέρω σπατάλη δημόσιου χρήματος.
Αναλυτικότερα, το Υπουργείο Άμυνας, πέρα από τον αρχικό εξοπλισμό των κέντρων, δαπάνησε πάνω από 2,6 εκατομμύρια ευρώ για εργασίες συντήρησης και προμήθειες για το πλοίο Libra – που αρχικά χρησιμοποιήθηκε για τις μεταφορές και κατόπιν παραχωρήθηκε στα Τίρανα –, αλλά και για ταξίδια και ημεραργίες Καραμπινιέρων και στελεχών του Πολεμικού Ναυτικού. Το Υπουργείο Εσωτερικών δαπάνησε 630.000 ευρώ για μεταφορές και προμήθεια τεχνολογικού εξοπλισμού ελέγχου.
Ιδιαίτερα υπέρογκο είναι το κόστος διατροφής και στέγασης των δυνάμεων ασφαλείας: εάν το 2024 το CPR της Μακόμερ (NU) κόστιζε 5.884,80 ευρώ την ημέρα, στην Αλβανία – για 120 ώρες πραγματικής λειτουργίας μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου – το κόστος έφτασε σχεδόν 18 φορές περισσότερο, δηλαδή 105.616 ευρώ την ημέρα. Περισσότερο από 28 φορές το ημερήσιο κόστος στο Palazzo San Gervasio (PZ). Το Υπουργείο Δικαιοσύνης υπέγραψε συμβάσεις ύψους σχεδόν 2 εκατομμυρίων και είχε καταβάλει (έως Μάιο 2025) 1,2 εκατομμύρια ευρώ για το σωφρονιστικό ίδρυμα στο Γιάδερι, το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ και βρίσκεται στο 70% της ολοκλήρωσής του. Το Υπουργείο Υγείας έχει εγκρίνει δαπάνες σχεδόν 4,8 εκατομμυρίων και έχει ήδη ξοδέψει 1,2 εκατομμύρια. Παρ’ όλα αυτά, τα γραφεία του Usmaf Albania, της ειδικά δημιουργημένης υγειονομικής υπηρεσίας συνόρων, παραμένουν άδεια από τον Μάρτιο του 2025, και η «επιτροπή ευαλωτότητας» συνεδριάζει αποκλειστικά εξ αποστάσεως και μόνο σε περιπτώσεις «αντικειμενικών τεκμηρίων (ιατρικών γνωματεύσεων και εξειδικευμένων γνωματεύσεων)» από τον ιατρό του φορέα διαχείρισης.
Το δημόσιο σύστημα υγείας, ουσιαστικά, δεν εγγυάται το δικαίωμα στην υγεία. Η ανάγκη ελέγχου από την Ελεγκτική Υπηρεσία και την ANAC καθίσταται λοιπόν κρίσιμη, ειδικά στην περίπτωση ανθρώπων που βρίσκονται τυπικά υπό την ευθύνη του κράτους αλλά στην πράξη στα χέρια ιδιωτικών εταιρειών και συνεταιρισμών.
