Ανάμεσα στις πολυάριθμες διπλωματικές αναφορές που έχουν συνταχθεί ανά τους αιώνες, ελάχιστες έχουν υπάρξει τόσο εσκεμμένα προκλητικές και συνάμα ξεκαρδιστικές όσο εκείνη του Λιούτπρανδου της Κρεμόνας – ενός Ιταλού επισκόπου του 10ου αιώνα, ο οποίος ταξίδεψε στην καρδιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και κατέγραψε με απίστευτη σαρκαστική διάθεση την εμπειρία του στην Κωνσταντινούπολη. Η έκθεσή του αποτελεί υπόδειγμα δηλητηριώδους γραφής, καθώς μετατρέπει την αποστολή του σε προσωπικό ξέσπασμα ενάντια στα ήθη και τα έθιμα της βυζαντινής αυλής.
Το ύφος του ήταν τόσο περιφρονητικό και οι προσβολές τόσο προσωπικές, που το κείμενο εξελίχθηκε σε σύμβολο της μεσαιωνικής δυτικής απαξίωσης προς την Ανατολή. Για περισσότερο από μια χιλιετία, η ματιά του Λιούτπρανδου καθόριζε σε μεγάλο βαθμό το πώς η Δύση έβλεπε το «ελληνόφωνο» Βυζάντιο.
Το 968 μ.Χ., ο Λιούτπρανδος, συνηθισμένος στις πιο λιτές και στρατιωτικοποιημένες αυλές της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, έφτασε στην εντυπωσιακή Κωνσταντινούπολη, εκπροσωπώντας τον Όθωνα Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η αποστολή του ήταν σημαντική: να διαπραγματευτεί έναν γάμο ανάμεσα στον γιο του Όθωνα και μια πριγκίπισσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας — μια συνήθης, πλην όμως λεπτή, διπλωματική υπόθεση της εποχής.
Αν και είχε επισκεφθεί την Πόλη και στο παρελθόν, αυτή η φορά ήταν διαφορετική. Ο αυτοκράτορας δεν ήταν κάποιος ευγενής ευρωπαΐζων μονάρχης, αλλά ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς – ένας σκληροτράχηλος πολεμιστής, περισσότερο γεννημένος για στρατόπεδα παρά για αίθουσες υποδοχής και φιλοφρονήσεις.
Ο Λιούτπρανδος ένιωσε αμέσως αποστροφή για το σκηνικό που αντίκρισε: ατελείωτες επίσημες τελετές, επιδεικτικές στολές, παλάτια με μηχανισμούς που ύψωναν τον αυτοκράτορα προς την οροφή για να εντυπωσιάσουν τους ξένους. Στα μάτια του, όλα αυτά ήταν υπερβολές χωρίς ουσία. Ένας ηγεμόνας, πίστευε, δεν αποδεικνύει το κύρος του με μετάξια και τυμπανοκρουσίες, αλλά με νίκες στο πεδίο της μάχης.
Η σύγκρουση αντιλήψεων δεν άργησε να κλιμακωθεί. Και οι δύο αυτοκρατορίες — η Δυτική και η Ανατολική — διεκδικούσαν τον τίτλο του μοναδικού, αυθεντικού διαδόχου της Ρώμης. Κανείς δεν ήθελε να τον μοιραστεί. Έτσι, όταν ο Λιούτπρανδος παρέδωσε επιστολή από τον Πάπα που αποκαλούσε τον Νικηφόρο «Αυτοκράτορα των Ελλήνων» αντί για «Αυτοκράτορα των Ρωμαίων», οι αντιδράσεις ήταν παγωμένες και αυστηρές.
Σήμερα, η ταύτιση του Βυζαντίου με την ελληνικότητα ίσως μας φαίνεται λογική. Όμως για τους ίδιους τους Βυζαντινούς, ο όρος «Έλληνας» ήταν σχεδόν υποτιμητικός – αυτοπροσδιορίζονταν αποκλειστικά ως Ρωμαίοι. Μιλούσαν ελληνικά, διοικούσαν εδάφη σε Ασία και Ελλάδα, αλλά ήταν απόγονοι της ρωμαϊκής διοικητικής και πολιτισμικής κληρονομιάς. Άρα, το να τους αποκαλέσει κανείς «Έλληνες» ισοδυναμούσε με πολιτική πρόκληση. Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε από την αυλή ως μια εσκεμμένη προσπάθεια αμφισβήτησης της νομιμότητάς τους.
Από την πρώτη στιγμή, η αποστολή έδειχνε καταδικασμένη. Και όταν επέστρεψε, ο Λιούτπρανδος έγραψε την περίφημη «Έκθεση για την Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη» — ένα έργο γεμάτο πικρία, ειρωνεία και καυστικά σχόλια. Περιέγραψε τον Νικηφόρο ως «τερατώδη», με κεφάλι υπερμεγέθες και μάτια σαν τυφλοπόντικα. Η φωνή του, είπε, θύμιζε γουρουνίσιο γρύλισμα.
Δεν γλίτωσε από την πένα του ούτε η βυζαντινή κουζίνα, την οποία χαρακτήρισε αποκρουστική. Το φαγητό, κατά τα λεγόμενά του, έσταζε λίπη, βρομούσε σκόρδο και το κρασί είχε απαίσια γεύση ρητίνης. Η φιλοξενία; Τον έβαλαν σε ένα υγρό, ετοιμόρροπο παλάτι και τον φρουρούσαν όπως έναν εγκληματία. Όταν οι αξιωματούχοι του κατάσχεσαν τα πορφυρά ρούχα που είχε αγοράσει – με το αιτιολογικό ότι μόνο ο αυτοκράτορας και η αυλή του μπορούν να φορούν το ιερό χρώμα – εκείνος απάντησε με το φαρμάκι που τον διέκρινε: «Στη χώρα μου, την πορφύρα τη φορούν πόρνες και μάγοι».
Ήταν όμως αυτά αληθινά περιστατικά ή μήπως ο Λιούτπρανδος προσπαθούσε να εξωραΐσει τη δική του διπλωματική αποτυχία, μετατρέποντας την αγανάκτησή του σε γελοιοποίηση; Ιστορικά, λίγη σημασία έχει. Το αποτέλεσμα ήταν ένα τόσο σφοδρό ξέσπασμα, που δημιούργησε την καρικατούρα του «ύπουλου και χλιδάτου Έλληνα» – μια εικόνα που καρφώθηκε βαθιά στη συλλογική φαντασία της Δύσης.
Το μεγαλείο της Κωνσταντινούπολης – από την Αγία Σοφία έως τα τελετουργικά της αυλής – δεν του προκάλεσε θαυμασμό αλλά ειρωνεία. Για τον Λιούτπρανδο, όλα αυτά ήταν άχρηστες φανφάρες. Όμως, με τη γλαφυρότητα του λόγου του και την επιμονή στη λεπτομέρεια, μας άφησε ένα μοναδικό παράθυρο στις εντάσεις, τις αντιλήψεις και τα πάθη του 10ου αιώνα.
Η παρακαταθήκη του κειμένου του δεν είναι απλώς η περιγραφή μιας αποτυχημένης πρεσβείας. Είναι η απόδειξη της βαθιάς, ιστορικής παρεξήγησης μεταξύ Λατινικής Δύσης και Ελληνορωμαϊκής Ανατολής — ενός ρήγματος που οδήγησε τελικά στο Σχίσμα του Χριστιανισμού και στη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204.
Οι ύβρεις του Λιούτπρανδου δεν ήταν ένα προσωπικό ξέσπασμα. Αντικατοπτρίζουν μια γενικότερη νοοτροπία που κυριάρχησε στη Δύση και που, για αιώνες, υπονόμευσε κάθε γέφυρα κατανόησης — με συνέπειες που έφτασαν ως την πύλη της Βιέννης υπό την απειλή των Οθωμανών.
