Στις 2 Αυγούστου 1918, καθώς ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του και οι Καναδοί στρατιώτες επέστρεφαν στην πατρίδα τους αντιμέτωποι με ένα αβέβαιο μέλλον, η πόλη του Τορόντο συγκλονίστηκε από ένα ξέσπασμα βίας που θα άφηνε πίσω του δεκάδες τραυματίες, καταστροφές σε επιχειρήσεις και μια ολόκληρη μεταναστευτική κοινότητα βαθιά τραυματισμένη. Επρόκειτο για το αντιελληνικό πογκρόμ του 1918.
Το γεγονός ξεχάστηκε σε μεγάλο βαθμό με το πέρασμα των δεκαετιών, ωστόσο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η μεταπολεμική απογοήτευση και η οικονομική ανασφάλεια μπορούν να μετατραπούν ταχύτατα σε στοχευμένη εθνοτική βία. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα τοπικό περιστατικό εξελίχθηκε σε μία από τις πιο καταστροφικές εκδηλώσεις φυλετικής βίας στην αστική ιστορία του Καναδά.
Στο επίκεντρο των εντάσεων βρισκόταν η αυξανόμενη αντιπάθεια προς τους Έλληνες μετανάστες. Αν και αποτελούσαν μικρό ποσοστό του πληθυσμού του Τορόντο, είχαν καταφέρει να εδραιωθούν οικονομικά, ιδιαίτερα στον κλάδο της εστίασης, γεγονός που προκαλούσε τον φθόνο πολλών ντόπιων – ιδίως μεταξύ των βετεράνων και της εργατικής τάξης που αγωνίζονταν να βρουν εργασία και στήριξη από το κράτος. Η παραπληροφόρηση, ο εθνικισμός και βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις συνέκλιναν σε μια στιγμή χάους που θα άλλαζε τον κοινωνικό ιστό της πόλης.
Η σπίθα που άναψε τη φωτιά ήταν ένα επεισόδιο την 1η Αυγούστου 1918, όταν ο Καναδός βετεράνος Κλοντ Κλουντερνέι απομακρύνθηκε από το ελληνικής ιδιοκτησίας καφέ White City, αφού επιτέθηκε σερβιτόρο ενώ ήταν μεθυσμένος. Αν και το περιστατικό ήταν σχετικά ασήμαντο, σύντομα κυκλοφόρησαν φήμες πως ο βετεράνος ξυλοκοπήθηκε άγρια από ομάδα Ελλήνων, γεγονός που εξόργισε την κοινή γνώμη – ιδίως τους παρευρισκόμενους στο συνέδριο της Ένωσης Βετεράνων του Μεγάλου Πολέμου, το οποίο διεξαγόταν εκείνες τις ημέρες στο Τορόντο.
Οι βετεράνοι είχαν πράγματι βάσιμα παράπονα. Επέστρεφαν από το μέτωπο αντιμέτωποι με πενιχρές συντάξεις, ελλιπή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και περιορισμένες προοπτικές απασχόλησης. Η εντύπωση πως οι Έλληνες μετανάστες ευημερούσαν όσο εκείνοι υπέφεραν, δημιούργησε ένα εκρηκτικό κλίμα.
Από τις 2 έως τις 4 Αυγούστου, το ξέσπασμα πήρε τρομακτικές διαστάσεις. Χιλιάδες διαδηλωτές –κυρίως βετεράνοι στρατιώτες– κατέβηκαν στους δρόμους. Όχλοι 5.000 έως και 20.000 ατόμων επιδόθηκαν σε βανδαλισμούς και λεηλασίες ελληνικών επιχειρήσεων, κυρίως εστιατορίων κατά μήκος των οδών Yonge και Queen. Υπολογίζεται πως τουλάχιστον είκοσι καταστήματα δέχθηκαν επίθεση, με τις συνολικές ζημιές να ξεπερνούν, σε σημερινά δεδομένα, το ένα εκατομμύριο δολάρια.
Η αστυνομία του Τορόντο αρχικά δεν κατάφερε να ελέγξει την κατάσταση και επικρίθηκε σφοδρά για την αδράνειά της – συχνά στεκόταν αμέτοχη ενώ τα καταστήματα λεηλατούνταν. Τελικά, ο δήμαρχος επικαλέστηκε τον Νόμο περί Στάσης, καλώντας στρατό και στρατονομία για να αποκαταστήσουν την τάξη. Αν και η βία περιορίστηκε, οι αρχές κατηγορήθηκαν εκ των υστέρων για υπερβολική χρήση βίας, η οποία προκάλεσε τραυματισμούς όχι μόνο στους ταραξίες αλλά και σε αθώους περαστικούς.
Οι ταραχές άφησαν πίσω τους εκατοντάδες τραυματίες, μεταξύ των οποίων γυναίκες και παιδιά. Τουλάχιστον 150 άτομα μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο, έγιναν 25 συλλήψεις και 16 αστυνομικοί τραυματίστηκαν κατά την προσπάθεια καταστολής της βίας. Η ελληνική κοινότητα δέχθηκε ισχυρό πλήγμα. Πολλές οικογένειες εγκατέλειψαν την περιοχή γύρω από την οδό Yonge και μετοίκησαν ανατολικότερα, όπου με τον καιρό διαμορφώθηκε η σημερινή Greektown στην οδό Danforth.
Παρά την εκτεταμένη καταστροφή, τα θύματα δεν έλαβαν ποτέ καμία αποζημίωση. Οι ηγέτες της ελληνικής κοινότητας, επιδιώκοντας να αποκαταστήσουν την εικόνα τους, εξέδωσαν δημόσιες δηλώσεις πίστης προς τον Καναδά και τη Συμμαχική υπόθεση. Υπογράμμισαν ότι πολλοί Έλληνες είχαν καταταγεί στον Καναδικό Εκστρατευτικό Σώμα και πολεμούσαν στο εξωτερικό.
Οι ταραχές του Τορόντο παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες με το αντιελληνικό πογκρόμ του 1909 στην Ομάχα της Νεμπράσκα, γεγονός που αποκαλύπτει πως το ανθελληνικό αίσθημα ήταν διαδεδομένο σε ολόκληρη τη Βόρεια Αμερική εκείνη την εποχή.


ρε φίλε, οι δικοί μας στον καναδά την είχαν πάθει άσχημα. ποιος τους επιτέθηκε έτσι; πολύ βαρύ.
Να μας λείπουν τέτοια events. Χαμός τότε, χαμός και τώρα. Πάντα την πληρώνουν οι ίδιοι, μάλλον. Not cool.
Επί των πλείστον Ιρλανδοι, έκαψαν όλοι την Ελληνική παροικία.
Ωραία φιλοξενία. Ποτέ δεν αλλάζει κάτι, eh; Always the scapegoats, οι “διαφορετικοί”. Been there, done that.
kai tote arxisan pali ta idia re ti pathe i elliniki koinotita ston kanada tragika pragmatika
Τα μεταπολεμικά σύνδρομα και η διαχείριση των εθνοτικών κοινοτήτων αποτελούν διαχρονική πρόκληση, με επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή.
kala re autoi oi kanadoi itan toso kako kai mas epesai pano etsi ksafnika stous dikous mas ston kseno toso palia
ti skata ginontan se mas stis polies sto kanada tote den ematha pote giati mou to kryvan
Kala, afta xeftiles istorias! Mono esis exete pathei leei? Pantou ginontai etsi. Min milate pio polla.
ti pathetikan oi diko mas ekei ston kanada den to ksero den to perimena ola kai ola oi anthropoi tou kosmou
ax re mages oi dikes mas ti traviksan stin kanada metra tin katastasi otan girisane oi fantaroi meta ton polemo
re ti pathan oi gnostoi gnostoi pali stin ksenitia akoma kai tote mia zoi oi dikes mas plironoun ta spagmena diskola pragmata