Οι Αιτωλοί ήταν μια αρχαία ελληνική φυλή, γνωστή για τη σκληραγωγημένη φύση της και την ικανότητά της να επιβιώνει σε ορεινές περιοχές. Παρά τη φήμη και τη δύναμη του στρατού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Αιτωλοί κατόρθωσαν να τον νικήσουν, προκαλώντας σοβαρές απώλειες στους Μακεδόνες.
Η Αιτωλία βρίσκεται στο νότιο τμήμα της Στερεάς Ελλάδας. Ως γεωγραφική και πολιτική οντότητα αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Όμηρο, ο οποίος σημειώνει τη συμμετοχή της πριν ακόμη από τον Τρωικό Πόλεμο.
Στην Ιλιάδα, οι Αιτωλοί εμφανίζονται ως ξεχωριστή φυλετική ομάδα με δικό τους βασίλειο και στρατιωτική δύναμη – ανάλογη των Μυκηναίων. Μία εξέχουσα μορφή είναι η Λήδα, κόρη του μυθικού βασιλιά Θέστιου της Αιτωλίας και μητέρα της Ωραίας Ελένης. Στην Ιλιάδα επίσης αναφέρεται η μάστιγα του Καλυδώνιου Κάπρου που έπληξε τη χώρα τους.
Η πεδινή περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Εύηνο και Αχελώο αποτέλεσε τη μυκηναϊκή καρδιά της Αιτωλίας. Οι σημαντικότερες πόλεις ήταν η Πλευρώνα και η Καλυδών, η οποία φημιζόταν για τις εύφορες πεδιάδες της. Οι Καλυδώνιοι και οι Πλευρώνιοι συμμετείχαν στον Τρωικό Πόλεμο ως σύμμαχοι των Μυκηναίων, με σαράντα πλοία υπό την ηγεσία του Θόα, γιου του βασιλιά της Πλευρώνας, Ανδραίμονα. Αρχαιολογικά ευρήματα μυκηναϊκών τάφων ενισχύουν την παρουσία τους σε πολλά σημεία της περιοχής.
Η αρχαία κοινωνία των Αιτωλών θεωρείται από πολλούς σχεδόν πρωτόγονη. Ήταν κυρίως κτηνοτρόφοι, με νομαδικό τρόπο ζωής. Ο Πολύβιος αμφισβήτησε την ελληνικότητά τους, ενώ ο Θουκυδίδης ανέφερε πως οι Ευρυτάνες – υποομάδα των Αιτωλών – μιλούσαν μια δυσνόητη διάλεκτο και κατανάλωναν ωμό φαγητό.
Ήταν πολεμοχαρείς και επιδρομείς, με θρησκευτικές πεποιθήσεις προσαρμοσμένες στον χαρακτήρα τους. Τιμούσαν την Αθηνά ως θεά του πολέμου – περισσότερο ως θηλυκή μορφή του Άρη παρά ως θεά της σοφίας. Λάτρευαν επίσης τον Απόλλωνα και την Άρτεμη ως θεότητες της λείας, καθώς και τον Ηρακλή, τον Διόνυσο και τον ποταμό Αχελώο.
Η Αιτωλική Συμπολιτεία ήταν μια συμμαχία αρχαίων ελληνικών φυλών που ζούσαν δυτικά της Αθήνας και βόρεια της Πελοποννήσου. Πιθανολογείται ότι σχηματίστηκε στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., έπειτα από απόπειρα εισβολής των Αθηναίων το 426 π.Χ. με επικεφαλής τον Δημοσθένη. Οι Αιτωλοί, υπό την ηγεσία του Αιγίτιου, απώθησαν την εισβολή με τη βοήθεια της πόλης Ναύπακτος, που είχε καλέσει σε βοήθεια τους Αθηναίους.
Μετά την αποτυχημένη επίθεση των Αθηναίων, οι Αιτωλοί ζήτησαν συμμαχίες με την Κόρινθο και τη Σπάρτη. Ωστόσο, η κοινή προσπάθεια Αιτωλών και Σπαρτιατών να καταλάβουν τη Ναύπακτο απέτυχε. Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431–404 π.Χ.), οι Αιτωλοί τάχθηκαν τελικά με τη Σπαρτιατική συμμαχία.
Το 344 π.Χ., ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας, πατέρας του Αλεξάνδρου, αναδιοργάνωσε τη Θεσσαλία και τοποθέτησε στον θρόνο της Ηπείρου τον γαμπρό του. Μέχρι το 340 π.Χ., η Αιτωλία είχε εξελιχθεί σε στρατιωτική δύναμη υπολογίσιμη σε όλη την Ελλάδα. Το 338 π.Χ., με τη βοήθεια του Φιλίππου, οι Αιτωλοί κατέλαβαν τη Ναύπακτο.
Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Μακεδόνες είχαν κυριαρχήσει σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα – υποτάσσοντας Αθήνα, Σπάρτη και τους συμμάχους τους. Υπήρχε όμως μια περιοχή που διατηρούσε την ανεξαρτησία της: η ορεινή Αιτωλία.
Το καλοκαίρι του 321 π.Χ., ένας μακεδονικός στρατός άνω των 30.000 ανδρών ξεκίνησε εκστρατεία με σκοπό να υποτάξει την περιοχή. Ηγήθηκε ο κραταιός στρατηγός Κρατερός, ένας από τους πιο έμπιστους συνεργάτες του Αλεξάνδρου στην εκστρατεία της Ασίας. Ωστόσο, το αποτέλεσμα της εκστρατείας ήταν αναπάντεχο.
Παρότι αριθμητικά κατώτεροι, οι Αιτωλοί κατάφεραν να αντισταθούν μέσω ανταρτοπολέμου. Εκμεταλλευόμενοι τη γνώση του δύσβατου εδάφους, στήνουν ενέδρες και αμυντικά σημεία που εγκλώβισαν τους Μακεδόνες, προκαλώντας βαριές απώλειες.
Ο Κρατερός, ένδοξος στρατηγός των μαχών της Ισσού και άλλων πολέμων στο πλευρό του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, πίστευε πως θα υπέτασσε εύκολα τους Αιτωλούς. Όταν η τακτική των Αιτωλών τον δυσκόλεψε, επιχείρησε να τους αποδυναμώσει διαφορετικά: κατά τον χειμώνα, τους απέκλεισε από τις πεδινές περιοχές, προσπαθώντας να τους λιμοκτονήσει και να τους καταβάλει με το ψύχος.
Ωστόσο, οι σκληραγωγημένοι Αιτωλοί άντεξαν. Η αντοχή και η αποφασιστικότητά τους ανάγκασαν τελικά τους Μακεδόνες να αναγνωρίσουν την ήττα τους και να αποσυρθούν, αναζητώντας ειρηνική λύση.
Το θάρρος και η στρατηγική των Αιτωλών ανάγκασαν έναν από τους πλέον επίλεκτους στρατούς της ιστορίας – τον στρατό που είχε υποτάξει την Ασία, την Αθήνα και τη Σπάρτη – να υποχωρήσει. Οι Αιτωλοί απέδειξαν πως ένα αποφασισμένο και καλά προετοιμασμένο έθνος, όσο μικρό κι αν είναι, μπορεί να σταθεί απέναντι ακόμα και στους πιο ανίκητους αντιπάλους.

Αιτωλοί = Ένα ληστρικό, καθυστερημένο πολιτισμικά αρχαιοελληνικό φύλο, το οποίο έγινε γνωστό όταν οι σημαντικές στρατιωτικά και πολιτικά δυνάμεις του ελλαδικού χώρου (Σπάρτη, Αθήνα, Θήβα, Μακεδονικό Βασίλειο, Βασίλειο της Ηπείρου, Αχαϊκή Συμπολιτεία) είχαν πλέον παρακμάσει αμετάκλητα.
Στο «Λεξικόν Κυρίων Ονομάτων» (Κωνσταντινίδου, Ἀνέστη: ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ – Κωνσταντινούπολις 1900) αναφέρονται τα ακόλουθα: «…Επαρχία μεταξύ Ακαρνανίας, Θεσσαλίας, Ηπείρου και της θαλάσσης, λαβούσα το όνομα από του εξ Ήλιδος προελθόντος Αιτωλού, υιού του Ενδυμίωνος. Οι κάτοικοι αυτής ήσαν ημιβάρβαροι αλλά μάχιμοι και κατώκουν κατά κώμας ατείχιστους και λίαν απομεμακρυσμένας αλλήλων…»
Μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ. οι Αιτωλοί δεν θα διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ελληνική ιστορία. Στην συνέχεια θα εμπλακούν στην διαμάχη Αθήνας-Σπάρτης παίρνοντας το μέρος των Σπαρτιατών. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. η δύναμη των Αιτωλών άρχισε να ανέρχεται ραγδαία ως αποτέλεσμα της δημιουργίας της περίφημης «Αιτωλικής Συμπολιτείας» που θα κυριαρχήσει στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος κατά τον 3ο και 2ο αιώνα π.Χ. Θα συγκρουσθούν συχνά με την Μακεδονία και θα συμμαχήσουν με τους Ρωμαίους εναντίον των Μακεδόνων. Όταν θα συνειδητοποιήσουν τους κατακτητικούς στόχους της Ρώμης, θα ηγηθούν αντιρωμαϊκής συμμαχίας αλλά θα είναι αργά. Οι Ρωμαίοι θα κατακτήσουν μέχρι το 146 π.Χ. ολόκληρη την Ελλάδα και η «Αιτωλική Συμπολιτεία» θα διαλυθεί τελικώς από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.).
Αξίζει να αναφέρουμε και τα εξής:
Τήν Ἄνοιξη τοῦ 219 π.Χ. ὁ Φίλιππος Ε´ πραγματοποίησε μιά ἐπιτυχημένη ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Αἰτωλῶν. Πολιόρκησε καί κατέλαβε τήν Ἄμβρακο, τό ἐπίνειο τῆς Ἀμβρακίας, πού τοῦ ἔδωσε τόν ἔλεγχο τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου. Στό μεταξύ ἕνας στρατός Αἰτωλῶν εἰσέβαλε στήν Μακεδονία, στήν περιοχή τῆς Πιερίας καί ἀφοῦ συνέλεξαν λάφυρα, στήν ἐπιστροφή τους λεηλάτησαν τήν ἱερή πόλη τῶν Μακεδόνων, τό Δίον, ὅπου κατέστρεψαν ἱερά, καθώς καί δημόσια κτήρια.
Ὁ Φίλιππος Ε´ δέν διέκοψε τήν ἐκστρατεία, ἀλλά προχώρησε νοτιότερα καί κατέλαβε τούς Οἰνιάδες, σημαντικό λιμάνι τῶν Αἰτωλῶν στό Ἰόνιο, ἀπέναντι ἀπό τήν Ἰθάκη καί τήν Κεφαλληνία, τοῦ ὁποίου ὀχύρωσε τήν ἀκρόπολη καί τό μετέτρεψε σέ ναυτική του βάση. Τότε πληροφορήθηκε γιά μία μεγάλη εἰσβολή πού σχεδίαζαν οἱ Δάρδανοι ἐναντίον τῆς Μακεδονίας καί προτίμησε νά ἐπιστρέψει στήν Μακεδονία. Ἡ εἰσβολή τῶν Δαρδάνων τελικά δέν πραγματοποιήθηκε καί ἔτσι ὁ Φίλιππος Ε´ ἦταν ἐλεύθερος νά συνεχίσει τίς ἐπιχειρήσεις ἐναντίον τῶν Αἰτωλῶν. Οἱ τελευταῖοι εἶχαν ἐντείνει τίς ἐπιδρομές τους, ὄντας βέβαιοι ὅτι οἱ μακεδονικές δυνάμεις θά παρέμεναν στήν πατρίδα τους, καθώς πλησίαζε ὁ χειμώνας. Λογάριαζαν ὅμως χωρίς τόν Φίλιππο Ε´, ὁ ὁποῖος μέ ταχύτατη προέλαση βρέθηκε τόν Δεκέμβριο στήν Πελοπόννησο, ὅπου σέ μία χειμερινή ἐκστρατεία στήν Ἠλεία καί τήν Ἀρκαδία συνέτριψε τούς Αἰτωλούς, γιά νά καταλήξει στό Ἄργος τόν Ἰανουάριο τοῦ 218 π.Χ.
Ὁ Φίλιππος Ε´ θά παρακολουθήσει τόν Φεβρουάριο/Μάρτιο τήν συνάντηση τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας καί τήν ἔπεισε νά τόν ἐνισχύσουν σέ μία ναυτική ἐπιχείρηση ἐναντίον τῆς Κεφαλληνίας, τήν ὁποία πραγματοποίησε τόν Μάϊο, ἀλλά χωρίς ἐπιτυχία. Τότε μετέφερε τίς δυνάμεις του στήν Ἀκαρνανία καί ἀφοῦ μέ ἄκρα μυστικότητα συγκέντρωσε ὅσες συμμαχικές δυνάμεις μποροῦσε, πραγματοποίησε μία κεραυνοβόλο ἐπίθεση στήν Αἰτωλία μέ σημαντικά ἀποτελέσματα. Ἔφθασε στό Θέρμο, τό θρησκευτικό καί πολιτικό κέντρο τῆς Αἰτωλικῆς Συμπολιτείας, τό ὁποῖο κατέλαβε, λεηλάτησε καί κατέστρεψε ὡς ἀντίποινα γιά τήν λεηλασία τοῦ Δίου. Μία δύναμη Αἰτωλῶν ἀπό 3000 ἄνδρες ἐπιτέθηκε στήν ὀπισθοφυλακή τοῦ Φιλίππου Ε´, ἀλλά ἔπεσαν στήν ἐνέδρα πού εἶχε προετοιμάσει ὁ Μακεδόνας βασιλιάς καί τράπηκαν σέ φυγή μέ μεγάλες ἀπώλειες. (Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: Αρχαία Μακεδονία – «Ινφογνώμων», Αθήνα, 2012).