25 χρόνια απ' την αποφυλάκιση των πέντε ηγετών της Βορειοηπειρωτικής οργάνωσης «ΟΜΟΝΟΙΑ»: τα μηνύματα είναι ακόμα νωπά

Πέρασαν 25 χρόνια από την 10η Φεβρουαρίου 1995, την ημέρα του Αγίου Χαραλάμπους, που αν και το Ακυρωτικό Δικαστήριο αποφάσισε την απελευθέρωση με αναστολή των πέντε ηγετών της Οργάνωσης Ομόνοια, που έντεκα μήνες υπέστησαν τα πιο φρικτά βασανιστήρια και ανακρίσεις στην περίφημη δίκη των Τιράνων, που άρχισε κι αυτή σε μια μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας, την 15η Αυγούστου την Ημέρα της Παναγίας της Θεοτόκου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρνήθηκε ν' αναγνωρίσει την απόφαση αυτή.

Αν και ο αναπληρωτής Πρέσβης Χιλ - ένας διπλωμάτης καριέρας, αργότερα πρέσβης των ΗΠΑ σε μερικές σοβαρές χώρες, ακόμη και βοηθός Γραμματέας του Κράτους για υποθέσεις της Άπω Ανατολής και του Ειρηνικού - τηλεφώνησε στον Αλβανό Πρόεδρο. Ο Χιλ δεν του μετέδωσε κανένα τελεσίγραφο ή διαταγή, αλλά μόνον του είπε:

-Κύριε Πρόεδρε, σας συγχαίρω και στο όνομα του Αμερικανού Προέδρου για την αποφυλάκιση των πέντε Αλβανών πολιτών με ελληνική εθνικότητα. Είναι μια χειρονομία που αξίζει να αξιολογηθεί σοβαρά.

Ο Πρόεδρος, ξαφνιασμένος και μ' ένα παγωμένο χαμόγελο, μόνον μουρμούρισε:

-Ναι, αλλά αυτοί δεν αποφυλακίστηκαν ακόμα…

-Έχουν ελευθερωθεί, έχουν ελευθερωθεί, του είπε ο Χιλ και έκλεισε το τηλέφωνο.

Μερικές ώρες αργότερα άρχισε η δίκη για την τελεσίδικη απόφαση.

Αν και ακολούθησε ο διάλογος αυτός, ο Αλβανός Πρόεδρος επέμενε στην δική του απόφαση, μια απόφαση φθονερή θανατηφόρα, για να υποκύψει την οργάνωση των Ελλήνων της Αλβανίας, την Ομόνοια, να υποκύψει την Εθνική Ελληνική Μειονότητα και η φθονερή του ράβδος ήταν ορατή κατά τη διάρκεια όλης της εντεκάμηνης ανάκρισης και δίκης.

«Για σας γίνεται μεγάλος θόρυβος και έχει μεγάλες αντιθέσεις στο δικαστήριο. Είναι πολλοί ξένοι. Έχουν έρθει μεγάλα κεφάλια από το εξωτερικό, αλλά ΑΥΤΟΣ δεν θέλει να σας αποφυλακίσει. Έχει μεγάλες αντιθέσεις. Ο βοηθός Γενικού Εισαγγελέα δεν υπογράφει την απόλυσή σας. Στο δικαστήριο σάς υπερασπίστηκε με σθένος ο πρόεδρος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου...» Αυτά ήταν τα μηνύματα της παραμονής της απόφασης.

Αν και η απόφαση πάρθηκε η ώρα 12 το μεσημέρι, η άδεια εξόδου από τα κελιά, που σήμαινε την απελευθέρωσή μας, δόθηκε στις 12 τα μεσάνυχτα.

Πάρα πολλοί πλησίασαν εκείνο το βράδυ. Κάμερες, δημοσιογράφοι… Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σ' όλη τη χώρα και ευρύτερα. Χάρηκαν Αλβανοί και Έλληνες που παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα την περίφημη δίκη. Χάρηκαν που είχε ένα αίσιο τέλος, διότι οι λαοί θέλουν να ζήσουν αρμονικά και ειρηνικά και δεν συμμερίζονται τις εθνικιστικές τάσεις των προυχόντων τους, τάσεις που δύσκολα να απελευθερωθούν από το αρρωστημένο μυαλό εκείνων που μόνον νερό των άλλων κουβαλούν και που πάνω σε τέτοιες τάσεις στήνουν την πολιτική τους.

Για την εντεκάμηνη παραμονή μας, τα λέει ξεκάθαρα ο αείμνηστος Παναγιώτης Μάρτος στο ημερολόγιό του:

…Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, κλάψαμε. Εγώ γελούσα με τον πόνο και τη χαρά μου. Αυτές με ρωτούσαν για την υγεία μου, εγώ για τα παιδιά. Απέφευγα τις ερωτήσεις. Αυτές κοιτούσαν τα ροζιασμένα χέρια μου και ανήσυχη η γυναίκα μου με ρώτησε:

-Γιατί έχεις κάλλους στα χέρια; και δάκρυσε.

-Δούλευα με τον κασμά και το σκεπάρνι, της είπα χαμογελώντας. Χωρίς δουλειά θα μας άφηναν; Έτοιμο θα μας τάιζαν; Αν δεν δουλέψεις δεν τρως, σοσιαλιστική αρχή ή όχι;

-Εσύ πάντα με κοροϊδία τα λες. Πες μου γιατί;

-Από την καλοπέραση. Τα λέμε στο σπίτι.

Ακόμα σήμερα τα χέρια μου είναι σακατεμένα από τα γκλομπ του δήμιου Τσένι. Τα χέρια δεμένα στο σιδερένιο τραπέζι και με χτυπούσε από πάνω στις κλειδώσεις, στα δάχτυλα και στα νύχια. Μεσαιωνικοί τρόποι βασανιστηρίων. Αν κοιμάται το ποτάμι, κοιμήθηκα κι εγώ. Εκατό μέτρα πιο κάτω από το σπίτι του θείου μου ήταν το Δεύτερο Τμήμα, το κέντρο της ΣΙΚ, που κάθισα από τις δεκαεννιά Απριλίου μέχρι τις εφτά Σεπτεμβρίου. Τι μαρτύρια, τι βάσανα…! Πώς μπορούσα να κλείσω μάτι; Πώς; Πόσες ερωτήσεις βασάνιζαν την ψυχή και το νου μου για το αύριο. Το καρδιοχτύπι ατέλειωτο. Το μέλλον, ο τόπος… με απασχολούσαν μέρα και νύχτα…

Βαγγέλης Παπαχρήστος - sfeva.gr