Στο επίκεντρο έντονων αντιδράσεων βρίσκεται το κέντρο κράτησης στο Gjader της Αλβανίας, το οποίο μετατράπηκε την άνοιξη του 2025 σε Κέντρο Επανεισδοχής (CPR), στο πλαίσιο του διμερούς πρωτοκόλλου Ιταλίας–Αλβανίας. Σύμφωνα με έκθεση Ιταλών βουλευτών της αντιπολίτευσης με τίτλο «Ferite di confine» (Πληγές των συνόρων), 132 μετανάστες μεταφέρθηκαν ξαφνικά από άλλα ιταλικά κέντρα στο Gjader, χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς να δοθούν εξηγήσεις ούτε στους ίδιους, ούτε στους δικηγόρους τους, ούτε στους δημοσιογράφους ή σε ΜΚΟ. Από αυτούς, μόνο 32 έχουν τελικά απελαθεί.
Οι βουλευτές κατήγγειλαν πλήρη έλλειψη διαφάνειας και χαρακτήρισαν την κατάσταση «μπλακάουτ ενημέρωσης», κάνοντας λόγο για εσκεμμένη απόκρυψη πληροφοριών. Σύμφωνα με τους Matteo Orfini, Matteo Mauri, Rachele Scarpa και Paolo Ciani, η σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί συστατικό στοιχείο της κυβερνητικής διαχείρισης. Όπως δήλωσαν: «Το σκοτάδι που περιβάλλει το μοντέλο Αλβανίας δεν είναι τυχαίο συμβάν, αλλά τρόπος διακυβέρνησης. Η έλλειψη πληροφόρησης αποσκοπεί στον περιορισμό της συνειδητής συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών. Το πρωτόκολλο Ιταλίας–Αλβανίας πρέπει να ανασταλεί άμεσα».
Μετά τις επανειλημμένες αποφάσεις των ιταλικών δικαστηρίων που απαγόρευσαν την κράτηση αιτούντων άσυλο, η ιταλική κυβέρνηση ξεκίνησε μια νέα τακτική, μεταφέροντας στο εξωτερικό μετανάστες που ήδη βρίσκονταν σε ιταλικά CPR εν αναμονή απέλασης. Αυτή η φάση του «μοντέλου Αλβανία», σύμφωνα με την έκθεση, συνεπάγεται σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων των κρατουμένων και δείχνει, όπως σημειώνεται, πλήρη αδιαφορία για το δημόσιο συμφέρον.
Οι βουλευτές κατήγγειλαν επίσης ότι εμποδίστηκαν στο έργο της κοινοβουλευτικής εποπτείας. Όπως αναφέρουν, δεν τους δόθηκε καμία λίστα με τα ονόματα των κρατουμένων, ούτε στοιχεία για την υπηκοότητά τους ή τις συνθήκες μεταφοράς τους. Αυτό, κατά την εκτίμησή τους, υπονομεύει σοβαρά τον εποπτικό ρόλο του Κοινοβουλίου.
Η έκθεση αποκαλύπτει ακόμη ότι οι μεταφορές έγιναν χωρίς επίσημες, γραπτές και αιτιολογημένες εντολές. Οι μετανάστες, όπως δηλώνουν οι ίδιοι στους βουλευτές, συνελήφθησαν τη νύχτα, με τα χέρια δεμένα με πλαστικά δεματικά, χωρίς καμία ενημέρωση για τον προορισμό τους. Σε αρκετές περιπτώσεις οι χειροπέδες παρέμειναν στα χέρια τους για έως και 20 ώρες. Οι συντάκτες της έκθεσης καταγγέλλουν ότι στις περιπτώσεις μεταφοράς στο Gjader υπήρξε κατάφωρη παραβίαση των αρχών της διοικητικής διαδικασίας και προσβολή της ελευθερίας των προσώπων, που μεταφέρονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, μακριά τόσο από συγγενείς όσο και από τους νομικούς τους παραστάτες.
Σύμφωνα με την Ομάδα Ασύλου, παραβιάζεται και το δικαίωμα στην ιατρική φροντίδα, ενώ γίνεται λόγος για σοβαρές ελλείψεις στον έλεγχο της υγειονομικής κατάστασης των κρατουμένων. Η οργάνωση Medihospes, που έχει την ευθύνη διαχείρισης του κέντρου στο Gjader, οφείλει να τηρεί αρχεία για περιστατικά που χαρακτηρίζονται ως «κρίσιμα» – όπως αυτοτραυματισμοί, βίαιες συμπλοκές και επεισόδια, τα οποία πολλές φορές συνιστούν μορφές διαμαρτυρίας. Τον Απρίλιο, οι βουλευτίνες Rachele Scarpa και Cecilia Strada κατέγραψαν 35 τέτοια περιστατικά, εκ των οποίων 21 αφορούσαν αυτοτραυματισμούς ή απόπειρες αυτοκτονίας από τουλάχιστον εννέα κρατουμένους. Έως τις 16 Μαΐου, ο συνολικός αριθμός είχε φτάσει τα 42.
Η πιο πρόσφατη και σοβαρή παραβίαση που επισημαίνεται στην έκθεση αφορά την πρώτη και μέχρι στιγμής μοναδική απευθείας απέλαση με πτήση τσάρτερ από τα Τίρανα, στην οποία πέντε Αιγύπτιοι υπήκοοι στάλθηκαν πίσω στη χώρα τους. Το ιταλικό Υπουργείο Εσωτερικών διατείνεται ότι η ενέργεια αυτή είναι απολύτως νόμιμη και προβλέπεται από το διμερές πρωτόκολλο, ωστόσο, σύμφωνα με την Ομάδα Ασύλου, πρόκειται για παραβίαση του ευρωπαϊκού δικαίου και των ίδιων των προβλέψεων του πρωτοκόλλου.
Η έκθεση καταλήγει ζητώντας δύο άμεσα μέτρα: την πλήρη αναστολή των μεταφορών στο Gjader και την ακύρωση της συμφωνίας Ιταλίας–Αλβανίας. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι αυτά τα αιτήματα στηρίζονται όχι μόνο στη σοβαρότητα των καταγγελιών εντός του κέντρου, αλλά και σε καθαρά νομικές παραμέτρους.
Κατά την εκτίμηση των βουλευτών της αντιπολίτευσης, η απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης να προχωρήσει πάση θυσία στη δημιουργία ενός διοικητικού κέντρου κράτησης εκτός εθνικού εδάφους εκφράζει τη βούλησή της να ηγηθεί στην Ευρώπη στην επιβολή ολοένα και πιο σκληρών και κατασταλτικών πολιτικών εξωτερικοποίησης του ασύλου. Η εφαρμογή του πρωτοκόλλου Ιταλίας–Αλβανίας πρέπει να ανασταλεί αμέσως.
