Ένας 30χρονος Αλβανός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών από το Ποινικό Δικαστήριο του Μπέλφαστ, επειδή συνέβαλε στη διευκόλυνση της παράνομης εισόδου τεσσάρων αλλοδαπών στη Βόρεια Ιρλανδία.
Η διεύθυνση κατοικίας του αναφερόταν στις δικαστικές καταθέσεις ως το ξενοδοχείο Esplanade στην παραλία Strand Road του Μπρέι, στην Κομητεία Γουίκλοου της Ιρλανδίας. Ο ίδιος είχε παραδεχτεί την ενοχή του για τέσσερις κατηγορίες που σχετίζονταν με υποβοήθηση παράτυπης μετανάστευσης υπηκόων εκτός Ευρώπης.
Σύμφωνα με την αγόρευση του εισαγγελέα Ντέιβιντ ΜακΝιλ, τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ 15 Αυγούστου και 12 Σεπτεμβρίου 2019. Το 2024 ο Τσέμα εκδόθηκε από τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας στη Βόρεια Ιρλανδία, αφού είχε εκτίσει ποινή πέντε ετών για παρόμοια αδικήματα που αφορούσαν 12 άτομα.
Ο εισαγγελέας υπενθύμισε ότι το 2019 τόσο η Δημοκρατία της Ιρλανδίας όσο και η Βόρεια Ιρλανδία ανήκαν ακόμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Αλβανοί πολίτες χρειαζόταν να εξασφαλίσουν θεώρηση εισόδου (βίζα) για να εισέλθουν νόμιμα στην ΕΕ.
Το πρώτο περιστατικό σημειώθηκε στις 15 Αυγούστου 2019, εντοπίστηκε από τις μεταναστευτικές αρχές στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Μπέλφαστ συνοδευόμενος από τρεις Αλβανούς υπηκόους. Όπως διαπιστώθηκε, έφεραν διαφορετικά δελτία ταυτότητας και ο κατηγορούμενος ταξίδευε με διαβατήριο και κάρτα επιβίβασης που έφεραν ψευδώνυμο.
Αφού συνελήφθη, αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους αλλά δεν εμφανίστηκε στη συνέχεια στο δικαστήριο, όπως όφειλε, στις 27 Αυγούστου.
Ένα μήνα αργότερα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2019, επέστρεψε στο ίδιο αεροδρόμιο, αυτή τη φορά συνοδευόμενος από έναν ακόμη Αλβανό. Οι δύο τους κινήθηκαν προς την αίθουσα αναχωρήσεων, αλλά μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία ενστόλων υπαλλήλων μετανάστευσης, έκαναν μεταβολή και κατέβηκαν τις σκάλες. Έπειτα από λίγα λεπτά, επανήλθαν μέσω του κυλιόμενου διαδρόμου, αλλά εντοπίστηκαν ξανά και σταμάτησαν από τις αρχές.
Ο συνοδός του αρχικά υποστήριξε πως είχε έρθει για να συναντήσει φίλο του, όμως τελικά παραδέχτηκε ότι είχε ταξιδέψει από το Δουβλίνο, μετά την άφιξή του από την Αλβανία. Επίσης, χρησιμοποιούσε ψεύτικα στοιχεία ταυτότητας και ισχυρίστηκε ότι πήγαινε να συναντήσει κάποιον από την Αγγλία, αλλά αργότερα ομολόγησε ότι και οι δύο είχαν ξεκινήσει από το Δουβλίνο με σκοπό να επιβιβαστούν σε πτήση προς το Λίβερπουλ.
Από τα κινητά τους κατασχέθηκε πλήθος αποδεικτικών στοιχείων, που τον συνέδεαν με άλλους Αλβανούς πολίτες και τις μετακινήσεις τους.
Το δικαστήριο ενημερώθηκε ότι ο τελικός προορισμός των παράτυπων μεταναστών ήταν η Βρετανία και ότι η Βόρεια Ιρλανδία λειτουργούσε απλώς ως ενδιάμεσος σταθμός.
Ο ρόλος του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τον εισαγγελέα, ξεπερνούσε εκείνον ενός απλού οδηγού. Συνοδεύοντας τους μετανάστες μέχρι την επιβίβαση σε πτήσεις, είχε ενεργό συμμετοχή στη μεταφορά τους στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Στην ανακοίνωση της ποινής, ο δικαστής Φίλιπ Γκίλπιν τόνισε ότι ο αλβανός δράστης ήταν μεν κρίσιμος κρίκος στην αλυσίδα της παράνομης διακίνησης, ωστόσο δεν ήταν ο εγκέφαλος της επιχείρησης.
Επισήμανε ότι οι αμοιβές του κυμαίνονταν σε χαμηλά ποσά –από 200 έως 600 λίρες– και ζούσε χωρίς ιδιαίτερα οικονομικά μέσα. Παρόλα αυτά, επιβάρυνση στη θέση του ήταν ότι ενήργησε για οικονομικό όφελος, ότι διευκόλυνε την είσοδο αγνώστων ατόμων και ότι υπήρχε ένας βαθμός οργάνωσης και πολυπλοκότητας στη συνολική του δραστηριότητα.
