The Albanian League of Prisren (1878) – The unsuccessful attempts to create a greek-Albanian state – The Albanian revolutions (1909-1912) And the establishment of the albanian state
During the period of the Berlin Congress (1878), which we referred to extensively in our article on 3/4/2022, there was intense concern
«… νεότεραι ειδήσεις επιβεβαιούσι ότι φανερός σκοπός της επί τω αυτώ συναθροίσεως των προκριτοτέρων Αλβανών μπέηδων είναι να συσκεφθώσι τινί τρόπω να προλάβωσι πάσαν απόφασιν του εν Βερολίνω Συνεδρίου τείνουσα εις το να παραχωρηθεί αλβανική χώρα εις το Μαυροβούνιον ή την Σερβίαν διαδηλούντες ότι θ’ αντισταθώσι δια της βίας των όπλων εις την εκτέλεσιν τοιαύτης αποφάσεως υποκεκρυμμένος δε σκοπός αυτών είναι η ίδρυσις αυτονόμου Αλβανικής Ηγεμονίας. Προς τον σκοπόν τούτον συνεργάζονται και οι αρχηγοί των καθολικών Αλβανών της Άνω Αλβανίας. Εν τούτοις η Τουρκική Κυβέρνησις διατελεί εν πλήρει γνώσει των γενομένων και ο Γενικός Διοικητής Κοσόβου ουδέν παρεμβάλλει πρόσκομμα εις τας επιδεκτικάς ταύτας συναθροίσεως εν Πρισρένη…».

Σκοπός του Αλβανικού Συνδέσμου ήταν να αντισταθεί σε κάθε προσπάθεια προσάρτησης εδαφών που ο Σύνδεσμος θεωρούσε αλβανικά και να πετύχει ένα αυτόνομο καθεστώς μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Σύνδεσμος ευνοούσε τη διατήρηση της κυριαρχίας του σουλτάνου ως εγγύηση για την ενότητα των Αλβανών. Κατά τη γνώμη του Άγγλου περιηγητή Athol Maxhew που είχε συνομιλήσει με πολλά ηγετικά στελέχη του Συνδέσμου, αυτός αποτελούσε πρόδρομο μιας γενικής εξέγερσης ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία.
Ο Σύνδεσμος έστειλε πολλές αιτήσεις και υπομνήματα προς τις Μεγάλες Δυνάμεις που ζητούσαν μία αυτόνομη Αλβανία και διαμαρτύρονταν ενάντια σε κάθε προσπάθεια υπαγωγής της κάτω από οποιαδήποτε ξένη δύναμη. Σε υπόμνημα δε το οποίο στάλθηκε στον λόρδο Beaconsfield στις 13 Ιουνίου 1878, οι Αλβανοί παράλληλα με το αίτημα τους για την αυτονομία τους και την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εξέφραζαν την επιθυμία τους για συναδέλφωση με την Ελλάδα αποκλείοντας ωστόσο την ένωση καθώς υπήρχαν διαφορές στη γλώσσα, στα έθιμα και στον πολιτισμό.
Αντίθετα η ελληνική κυβέρνηση υποστήριζε τη δημιουργία ενός ελληνοαλβανικού δυαδικού κράτους στο πρότυπο της Αυστροουγγαρίας. Στο ομοσπονδιακό αυτό κράτος η Αλβανία θα είχε δική της διοίκηση, δική της δικαιοσύνη και δικό της στρατό ενώ οι κάτοικοί της θα διατηρούσαν τη θρησκεία, τη γλώσσα, τα ήθη και έθιμα και τις εθνικές τους παραδόσεις. Όμως οι Αλβανοί εθνικιστές μάχονταν για αυτονομία και όχι για δυαδικό κράτος. Ωστόσο η ιδέα για ελληνοαλβανικό κράτος είχε υποστηρικτές και στην Ιταλία ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Francesco Crispi. Οι Ιταλοί έβλεπαν πως μόνο η επέκταση της Ελλάδας θα λειτουργούσε ως ανάχωμα για τις επεκτατικές βλέψεις Αυστριακών και Σέρβων.
The position of the Albanians during the negotiations between the Greeks and the Ottomans for Epirus and Thessaly (1879-1881)
Όπως είχαμε αναφέρει και στο άρθρο μας για το Συνέδριο του Βερολίνου, ακολούθησαν διαπραγματεύσεις Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για τον καθορισμό νέων συνόρων σε Ήπειρο και Θεσσαλία. Έλληνες και Οθωμανοί συναντήθηκαν στην Πρέβεζα τον Φεβρουάριο του 1879. Στην πόλη της Ηπείρου κατέφθασαν στις αρχές Ιανουαρίου πολλοί Αλβανοί που απειλούσαν τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι θα πρόβαλλαν ένοπλη αντίσταση σε τυχόν παραχώρηση της Ηπείρου στην Ελλάδα. Από την πλευρά τους οι Έλληνες της Ηπείρου έστειλαν μνημόνια στους πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, στον φιλέλληνα Γάλλο Υπουργό Εξωτερικών Waddington και τον βασιλιά Γεώργιο, στα οποία τόνιζαν ότι η Ήπειρος και η Θεσσαλία έπρεπε να δοθούν στην Ελλάδα.
As its interests were aligned with those of the Albanians, the Sublime Porte encouraged the Albanian League. At the same time, it appointed a member of the League, Abeddin Pasha Dino, a large landowner of Epirus, as the Ottoman envoy to Preveza.
Οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν και ολοκληρώθηκαν στις 18 Μαρτίου 1879. Ο Αλβανικός Σύνδεσμος επέλεξε τους Abdul Frasheri και Mehmed Vrioni ως αντιπροσώπους του για την υποστήριξη της εδαφικής ακεραιότητας της Αλβανίας στις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Frasheri και ο Vrioni παρέδωσαν υπόμνημα στις Μεγάλες Δυνάμεις στο οποίο δήλωναν ότι «από τότε που έγινε ανεξάρτητη η Ελλάδα πάσχιζε με κάθε μέσο και τρόπο «να κατακτήσει την Ήπειρο». Τόνιζαν επίσης ότι δεν επιθυμούσαν ν’ απομακρυνθούν από την κυριαρχία του σουλτάνου και δεν επιθυμούσαν τη δημιουργία δυαδικού κράτους με την Ελλάδα. Επίσης, οι δύο Αλβανοί εθνικιστές έγραψαν ένα άρθρο στη γαλλική εφημερίδα « Moniteur Universal», όπου ανάμεσα στα άλλα έγραφαν και τα εξής απίστευτα: «…η χώρα αυτή(Ήπειρος) ουδέποτε αποτέλεσε μέρος της Ελλάδας… τα πανάρχαια χρόνια κατοικούσαν (σε αυτήν) οι Αιγύπτιοι… Γιατί όποιο χωριό κι αν διέρχεται κανείς συναντά μόνο Αλβανούς Ηπειρώτες και όχι Έλληνες… Η Ήπειρος ήταν και θα παραμείνει πάντα αλβανική, όπως τη δημιούργησε η φύση και η ιστορία…». Οι Έλληνες των Ιωαννίνων για ν’ αντικρούσουν τους Αλβανούς και για να παρουσιάσουν τις ελληνικές θέσεις επιχείρησαν να στείλουν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τον Σπυρίδωνα Μάναρη ,διευθυντή της Ζωσιμαίας Σχολής και τον γιατρό Δημήτρη Χασιώτη. Όμως ο Ρασίμ πασάς των Ιωαννίνων τους απείλησε και δεν πραγματοποίησαν το ταξίδι τους. Ωστόσο ο Χασιώτης κατάφερε να στείλει ένα υπόμνημα με τα ελληνικά επιχειρήματα, το οποίο δημοσιεύτηκε στο Παρίσι.
Οι διαπραγματεύσεις για τα σύνορα Ελλάδας-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνεχίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη στις 23 Αυγούστου 1879. Λόγω του αδιεξόδου, Βρετανία και Γαλλία αποφάσισαν να γίνει στο Βερολίνο μια συνέλευση για τη διευθέτηση του ζητήματος. Λίγο πριν τη συνέλευση αυτή, η Πύλη διόρισε τον Abeddin Pasha Dino ως υπουργό Εξωτερικών. Ο Dino υποσχέθηκε μυστικά στον Αλβανικό Σύνδεσμο ότι θα είχε την υποστήριξη της Πύλης στη σύγκρουσή του με την Ελλάδα. Η σύσκεψη του Βερολίνου ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1880 όμως δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος. Στις 15 Ιουλίου 1880 οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων έφτασαν ομόθυμα σε μία απόφαση για τα σύνορα, την οποία κοινοποίησαν σε Ελλάδα και Οθωμανική Αυτοκρατορία και ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή για τη χώρα μας καθώς της παραχωρούνταν με αυτή ολόκληρη η Θεσσαλία, τα Γιάννενα και το Μέτσοβο. Φυσικά η ελληνική πλευρά την αποδέχθηκε αμέσως. Όμως ο Abeddin Pasha σε υπόμνημά του στις 26 Ιουλίου 1880, απέρριπτε τις προτάσεις και τόνιζε ότι οι Αλβανοί θεωρούσαν πάντα τα Ιωάννινα πρωτεύουσα της «Νότιας Αλβανίας»!
Ο Abeddin Pasha και οι άλλοι μεγάλοι Αλβανοί γαιοκτήμονες και μπέηδες υποστήριζαν μόνο την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για την αλβανική αυτονομία. Μετά την απόρριψη των προτάσεων των πρεσβευτών από την Πύλη τα πράγματα άρχισαν να ξεφεύγουν και οδηγούνταν σε ελληνοτουρκικό πόλεμο. Στα τέλη Ιανουαρίου 1881 κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο που τόνιζε την ανάγκη δημιουργίας μιας «ελληνοαλβανικής Πολιτείας» και τόνιζε την κοινή καταγωγή Ελλήνων και Αλβανών. Την ίδια περίοδο Έλληνες και Αλβανοί προσπαθούσαν να έρθουν σε κάποια συνεννόηση χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Τελικά μετά από παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων άρχισαν νέες συζητήσεις στην Κωνσταντινούπολη (20 Φεβρουαρίου 1881) από τις οποίες αποκλείστηκε η Ελλάδα. Στις 23 Μαρτίου οι Τούρκοι πρότειναν να παραχωρήσουν στην Ελλάδα ολόκληρη τη Θεσσαλία και την περιοχή της Άρτας, κάτι που έγινε αποδεκτό από ελληνικής πλευράς.
One of the reasons that prompted the Porte to make this move was that conflicts had begun in the North between Ottomans and Albanians. Fearing that the revolution would spread to the south, the Turks were forced to make concessions that they had not accepted in previous years…
The attitude of the Albanians towards Greece from 1881 to 1908
Μετά από τις εξελίξεις αυτές η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να συμπράξει με τους Αλβανούς σε μία αντιοθωμανική συμμαχία. Ωστόσο αυτό δεν έγινε, καθώς οι Αλβανοί φεουδάρχες δεν ήθελαν τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γιατί αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει και σε απώλεια αλβανικών εδαφών. Το 1885 με αφορμή και τα γεγονότα στην Ανατολική Ρωμυλία, η κυβέρνηση Δηλιγιάννη βρέθηκε κάτω από μεγάλη λαϊκή πίεση να καταλάβει την Ήπειρο. Ο Ελληνικός Στρατός κινητοποιήθηκε. Οι Οθωμανοί έστειλαν στρατεύματα στα σύνορα με την Ελλάδα και ζήτησαν από τους Αλβανούς να ενωθούν μαζί τους για να αντιμετωπίσουν κάθε ελληνική επίθεση (“Historia e Shqiperise”, σελ. 21). Οι Αλβανοί φεουδάρχες δέχθηκαν πρόθυμα την πρόσκληση κι έτσι αλβανικά στρατεύματα ενώθηκαν με τους Οθωμανούς. Ένας Αλβανός εθνικιστής ο Thimi Mitko έγραφε τότε:
"... Albania is with the sultan and against the Greeks and only a few Christians have their hearts with Greece."
With the blockade of the Greek coasts by the Great Powers, our country was forced to abandon plans for an attack on Epirus (May 8, 1886).
But also in the war of 1897 the Albanians helped the Ottomans. In order to rally the Muslim populations of his empire, the sultan presented this war as a battle for the protection of Islam and Albanian territorial integrity. Albanian battalions prevailed over the Greeks at Pente Pigadia in Epirus and entered Thessaly.
Η ήττα του 1897 ώθησε την Ελλάδα στη δημιουργία ελληνοαλβανικών συλλόγων με στόχο την προσέγγιση των Αλβανών. Το 1898 ξεκίνησε τη λειτουργία του στην Αθήνα ο «Αρβανίτικος Σύνδεσμος» ως τμήμα του «Ελληνισμού». Συγκροτήθηκε από Σουλιώτες και Αρβανίτες. Το 1899 Αλβανοί και αλβανόφωνοι Έλληνες της πρωτεύουσας ίδρυσαν την «Αδελφότητα των εν Αθήναις Αλβανών η Ενότης». Και οι δύο σύλλογοι αγωνίζονταν κυρίως για την ίδρυση αλβανικής ηγεμονίας υπό την επικυριαρχία της Ελλάδας ή για ενιαίο ελληνοαλβανικό κράτος. Παράλληλα τα επόμενα χρόνια ένας μεγάλος αριθμός άρθρων και βιβλίων στην Ελλάδα παρακινούσε για συνεννόηση με τους Αλβανούς και τη δημιουργία ενός δυαδικού ελληνοαλβανικού κράτους με ηγέτη τον βασιλιά Γεώργιο.
Austria and Italy began to show strong interest in Albania. The former for its northern part and the latter for its southern part and for Epirus. Wanting to curb Italian activities in Ioannina, our country established a bank in the capital of Epirus.
From 1906 Albanian irregular groups began to fight for their national rights. The Greek government revised its policy towards Albania, as it became clear that the proposals for a Greek-Albanian state were neither realistic nor practical. The Albanians, like other Balkan peoples, wanted independence or autonomy, not a dual state.
One last attempt was made with the approach of Ismail Kemal who had great influence on his fellow Albanians. He came from a family of beys of Vlora and studied at a Greek high school in Ioannina. After graduating he went to Constantinople where he rose high in the Ottoman hierarchy. In 1900 he was appointed governor of Tripoli (Libya) but did not go there. He preferred to go to Europe because as he wrote:
"... I could enjoy, first of all, a measure of personal freedom and, secondly, I could follow the course of events in order to do something useful for my native Albania." An ardent supporter of the Greek-Albanian approach, Ismail Kemal came to Athens many times. In his newspaper, which was printed in Albanian, Greek and Turkish, he showed how much he wanted to defend the interests of the Albanian people, who he believed identified with the Greeks.
On 22 January 1907, he concluded an agreement with the Greek Prime Minister Georgios Theotokis. In fact, the agreement was written by Kemal himself, in the presence of Theotokis and Lambros Koromilas. In it, Kemal agreed that in the event that the European provinces of the Ottoman Empire were divided:
«Η συνοριακή γραμμή μεταξύ της γεωγραφικής Αλβανίας και της Ηπείρου και της Ελληνικής Μακεδονίας θα ήταν αντιληπτή σαν μια γραμμή που θα ξεκινούσε από ένα σημείο δυτικά της πόλης του Μοναστηρίου και θα έφτανε σ’ ένα σημείο στα βόρεια της Κέρκυρας και των γειτονικών της νησιών. Αυτή η γραμμή θα σχεδιαζόταν με τέτοιο τρόπο ώστε οι περιοχές που θα βρίσκονταν σε κάθε μια πλευρά της όντας χωρισμένες από φυσικά σύνορα τα Ακροκεραύνια να αντιστοιχούν με τις εθνικές φιλοδοξίες κάθε φυλής μέσω της προσάρτησης στην Ελλάδα από τη μια πλευρά τμημάτων στα οποία η πλειοψηφία των κατοίκων είναι στη γλώσσα και στην εθνική συνείδηση ελληνική και στην Αλβανία από την άλλη περιοχών στις οποίες η πλειοψηφία είναι με τα ίδια δεδομένα αλβανική. Έτσι η Ελλάδα αναλαμβάνει σαν υποχρέωση να υποστηρίξει την αλβανική υπόθεση στη Βόρεια Αλβανία και να βοηθήσει στη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους».
(Ministry of Foreign Affairs archives, folder 1a, no. 4, Athens 22 January 1907).
It was, of course, an agreement between the Greek government and an Albanian private individual. However, those who ruled our country at the time believed that Kemal, having great influence in Albania, would be able to convince the other Albanian leaders to accept the agreement, since Greece not only agreed to the creation of an independent Albanian state but also pledged to assist in its creation.
Δύο μήνες αργότερα ο Κεμάλ με κοινή δήλωση με την «Επιτροπή της Ελληνοαλβανικής Συνεννόησης» που υπέγραφαν ο Νεοκλής Καζάζης και ο Κωνσταντίνος Πεταλάς διακήρυττε: «Έλληνες και Αλβανοί είμεθα αδελφοί και φίλοι άνευ διακρίσεως θρησκείας και έχομεν κοινά συμφέροντα και κοινούς κινδύνους. Το κοινόν πρόγραμμα ημών αφορά εις την εθνικήν διάπλασιν εκάστης φυλής εντός των ιστορικών αυτής ορίων διατηρουμένου του καθεστώτος και εις την δημιουργίαν ελευθέρας και αυτονόμου αλβανικής πατρίδος και αποκαταστάσεως των αλυτρώτων ελληνικών χωρών ει ποτέ το πολιτικόν καθεστώς ήθελε μεταβληθεί».
The Young turks in Power – albanian nationalism
However, everything changed with the rise to power of the Young Turks in 1908. Their policy aimed at the Turkification of Albania and not its assimilation as before. In reaction, the Albanians revolted, establishing Albanian-speaking schools, nationalist clubs and newspapers, mainly in Constantinople and Romania.

Οι πρώτες ενδείξεις της αλβανικής αναγέννησης δεν πέρασαν απαρατήρητες από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, ιδιαίτερα από την Αυστροουγγαρία που έβλεπαν τη δημιουργία ανεξάρτητου αλβανικού κράτους ως ανάχωμα στις επεκτατικές τάσεις των Σλάβων και την προσπάθεια εξόδου της Σερβίας στην Αδριατική. Έτσι οι Αλβανοί εθνικιστές άλλαξαν πορεία και διακήρυξαν την ίδρυση δικού τους ανεξάρτητου κράτους υπό την εύνοια της Βιέννης. Οι Έλληνες πολιτικοί αιφνιδιάστηκαν και έσπευσαν να διακηρύξουν ότι δεν ήταν αντίθετοι στην προοπτική δημιουργίας ενός ανεξάρτητου και σταθερού αλβανικού κράτους στα βόρεια σύνορα της χώρας μας.
Ο Μουφίτ Μπέης, εγγονός της αδελφής του Αλή πασά και συνεργάτης του Ισμαήλ Κεμάλ διαμήνυσε στον Ελευθέριο Βενιζέλο την πρόθεση των Αλβανών να ιδρύσουν μονομερώς ανεξάρτητο κράτος και την επιθυμία τους να έχουν σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα. Στις 30 Ιουνίου 1911 το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών διατύπωνε τις επίσημες θέσεις της Αθήνας για το αλβανικό ζήτημα ,τονίζοντας ότι η Ελλάδα ποτέ δεν είχε εχθρικές προθέσεις απέναντι στους Αλβανούς αλλά πίστευε ότι η δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους συμπίπτει με τα εθνικά ελληνικά συμφέροντα γιατί «από ανάγκη, θα είναι ένας πιστός φίλος και απαραίτητος σύμμαχός μας», γράφει ο Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας του ΑΠΘ, Βασίλης Κόντης.

In fact, Athens materially and morally strengthened the albanian renaissance movement by sending aid from the Greeks of America through a partnership Between Lysimachus kaftantzoglou and the Greek-educated albanian Nationalists Faik Konitsa (a muslim bey originally from Konitsa) and Fan Noli (Theophanes Mavromatis, An Orthodox christian from Thrace). In fact, Konitsa proposed full understanding for union and cooperation between Greeks and Albanians.
However, the plans for the creation of a Hellenic-Albanian Federation did not come to fruition. In the autumn of 1911, the Ottoman Empire became involved in the Libyan War with Italy. The Albanians found the opportunity to rebel and organize a large-scale uprising in the spring of 1912, which resulted in the declaration of Albanian independence in November 1912.
Sources:
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΝΤΗΣ, «ΕΥΑΙΣΘΗΤΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ. ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ», Εκδότης: ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1994 «ΗΠΕΙΡΟΣ 4.000 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ», ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, 1997 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ-ΗΠΕΙΡΟΣ», ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΔΕΛΦΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1992 ΣΤΑΥΡΟΣ Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ, «ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑ-50 ΧΡΟΝΙΑ ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ Literatus, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2015 Δρ. ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΑΦΛΩΡΑΤΟΣ, «Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ, Α’ Έκδοση, 2018
Michael Stoukas / protothema.gr

