The Greek North epirus spy from The Drymades Of Himaras, loukas christidis, dedicated the best years of his life to The Motherland.
Υπήρξε κατάσκοπος της χώρας μας στην Αλβανία και φυλακίστηκε για 30 ολόκληρα χρόνια στις απάνθρωπες φυλακές του Χότζα. Όταν πέσανε τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, ήρθε στην Ελλάδα, καμαρώνοντας για την προσφορά του. Περίμενε να τιμηθεί, όμως αντί αυτού, κατέληξε σ’ ένα δωματιάκι, 2 επί 2, ιδρύματος στην Ηγουμενίτσα, όπου και ζούσε τα τελευταία χρόνια. Εκεί άφησε πριν από λίγες ημέρες την τελευταία του πνοή… ξεχασμένος από την Πατρίδα στην οποία προσέφερε τα νιάτα του!
In Ioannina, Greek citizenship had finally been granted, a lifelong dream for the Greek spy.
His last words in a public debate were: 89 years Have passed and still the Saint holds me. The Saint holds me up, still he for this and i have a lot of love, why not have love for this Place! Blessed is this Place. greece is a Blessed Place. yes, GREECE!
He narrates what he suffered terribly in the prisons of Enver Hoxha's regime for twenty-eight whole years as if it were a school punishment. But when it comes to today it breaks:"Everything I did I did for Greece, and now they don't recognize that I'm Greek, they pretend they don't know me", he says sullenly.
Το παράπονο του Λουκά Χρηστίδη, είναι το παράπονο ενός κατάσκοπου τον οποίο οι μυστικές υπηρεσίες της πατρίδας του έριξαν στο «στόμα του λύκου» απ’ όπου βγήκε ζωντανός ως εκ θαύματος και όταν επέστρεψε του γύρισαν την πλάτη! Τον στρατολόγησαν και τον έστειλαν στην Αλβανία, όπου συνελήφθη, φυλακίστηκε, βασανίστηκε φρικτά και τώρα, στο τέλος της ζωής του, ψυχικό ερείπιο πλέον, εγκαταλελειμμένος και από την ίδια του την οικογένεια, περιμένει τη δικαίωση από την πολιτεία μέσω μιας ταυτότητας που να βεβαιώνει ότι είναι Έλληνας.
Η περιπέτεια του Χρηστίδη θα μπορούσε να είναι σενάριο κατασκοπικής ταινίας. Βορειοηπειρώτης από το ελληνόφωνο χωριό Δρυμάδες της Χιμάρας, δραπέτευσε το 1944 για τη «μητέρα Ελλάδα» σε ηλικία είκοσι χρόνων και από την Κέρκυρα όπου έφτασε με βάρκα κατέληξε εθελοντής χωροφύλακας στη Ναύπακτο και από εκεί με το τέλος του εμφυλίου εγκαταστάθηκε στην Ηγουμενίτσα όπου δημιούργησε οικογένεια. Εκεί το 1962 στρατολογήθηκε από τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες που τον προόριζαν για κατάσκοπό τους στην Αλβανία.
Δίκτυα Ελλήνων πρακτόρων δραστηριοποιούνταν ανέκαθεν στον αλβανικό Νότο με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών για την κατάσταση της ελληνικής μειονότητας αλλά και τη στρατιωτική κινητικότητα δεδομένου ότι από το 1959 στην Αυλώνα ελλιμενίζονταν σοβιετικά υποβρύχια. Όμως την περίοδο εκείνη υπήρχε ένας επιπλέον λόγος που οι Δυτικοί «καίγονταν» για επιπλέον πληροφόρηση: Ο Ενβέρ Χότζα τα είχε σπάσει ήδη με τον Χρουστσόφ, είχε στραφεί προς τον Μάο και τους Αμερικανούς ενδιέφερε η τύχη της ναυτικής βάσης του Αυλώνα, καθώς φοβούνταν ότι οι Κινέζοι θα διαδέχονταν τους Ρώσους. Περισσότερες πληροφορίες τις οποίες μόνο οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες μπορούσαν να συγκεντρώσουν, μιας και η Αλβανία ήταν απροσπέλαστη στους Δυτικούς.
The mission
«Συνεργάστηκα με το Α2 του στρατού και την Ασφάλεια για να πάω κατάσκοπος στην Αλβανία μαζί με άλλους δύο πατριώτες, από τη Βόρειο Ήπειρο, τον Γεώργιο Βήτο και τον Γεώργιο Ντάτση. Προορισμός μας ήταν το χωριό Δίβρι κοντά στους Αγίους Σαράντα, όπου θα συναντούσαμε έναν Βορειοηπειρώτη ο οποίος θα μας έδινε πληροφορίες για το εάν υπήρχαν Ρώσοι ή Κινέζοι στην περιοχή. Γι’ αυτή την αποστολή θα παίρναμε πέντε χιλιάδες δραχμές ο καθένας…».
In the battalion of the Philiats of Thesprotia, they were given by the intelligence department, the well-known A2, specific instructions and armament - assault rifles, pistols, grenades, etc. - and they spent the night in Albanian territory.
«Έπειτα από πεζοπορία πέντε ημερών φτάσαμε στο χωριό Δίβρι και κρυφτήκαμε στο δάσος. Ο αρχηγός μας συνάντησε κρυφά τον πληροφοριοδότη, έμαθε αυτά που θέλαμε και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Στα μισά της διαδρομής και ενώ διασχίζαμε μεσάνυχτα μια χιονισμένη χαράδρα γλίστρησα και έπεσα σε γκρεμό βάθους εφτά μέτρων περίπου. Φώναζα βοήθεια αλλά οι άλλοι δύο φοβήθηκαν μήπως μας ακούσουν οι αλβανικοί περίπολοι και με εγκατέλειψαν. Έμεινα όλη τη νύχτα θαμμένος στο χιόνι και το πρωί με εντόπισε ο σκύλος μιας στρατιωτικής περιπόλου».
Ο Γολγοθάς του Έλληνα πράκτορα μόλις άρχιζε. Στις φυλακές των Τιράνων τον ανέκριναν επί δύο ολόκληρα χρόνια! «Ήμουν δεμένος χειροπόδαρα και με βασάνιζαν όλο το εικοσιτετράωρο. Τα ποντίκια ήταν μεγαλύτερα από γάτες και δεν μ’ άφηναν να κοιμηθώ. Το μαρτύριο της αϋπνίας ήταν στην ημερήσια διάταξη, ακόμη και η εικονική εκτέλεση».
He was brought to court on serious charges and sentenced to twenty-five years of forced labor.
In the mine
«Με μετέφεραν σ’ ένα ορυχείο εξόρυξης χρωμίου και χαλκού στο Σπατς. Το στρατόπεδο αυτό ήταν το χειρότερο. Οι κρατούμενοι απελπισμένοι έπεφταν στα συρματοπλέγματα όπου τους εκτελούσαν οι στρατιώτες. Η θερμοκρασία στις στοές έφτανε στους 40 βαθμούς Κελσίου. Βγαίνοντας από το ορυχείο με το βαγόνι η θερμοκρασία ήταν 20 υπό το μηδέν.
Επί δεκατέσσερα χρόνια ο Χρηστίδης έσκαβε στο ορυχείο ώσπου μια μέρα τον φώναξαν στο γραφείο του διοικητή και του είπαν ότι απολύεται. «Πήγα στο διοικητήριο να πάρω το απολυτήριο όμως εκεί με περίμεναν αστυνομικοί που άρχισαν να με ξυλοκοπούν φωνάζοντας: βρωμοέλληνα γιατί έβρισες τον σύντροφο Ενβέρ Χότζα; Στο δικαστήριο με ψευδομάρτυρες μου έβαλαν άλλα δέκα χρόνια φυλακή για εξύβριση του Χότζα».
The "tour" of Hoxha's hells - Leza, Avlona, Bals, etc. it continued for Christidis until 1990, when with the collapse of the regime, at the age of sixty-four, he was released from prison.
The return
He went to Greece and, as he had the right to, requested Greek citizenship. However, for a number of years, he did not manage to get even a temporary identity card. He had to reach the end of his life to finally be granted citizenship, a request that haunted him for decades.
He lived poorly, relying on the help of a few friends and some associations of Northern Continents. He no longer had a family. He felt frustrated by the indifference of the state. His only consolation was that he considered himself Greek and hoped that one day he would be honored.
The recognition that never came
Loukas Christidis was never officially honored. He was not reinstated, nor was he awarded any pension or medal for his service. He left alone, poor, but with his head held high. Until the end he believed that he had done his duty to the country.
His story is a tragic reminder of how the state often forgets those who selflessly gave their lives for it. Loukas Christidis was a symbol of self-sacrifice, struggle and faith in Greece.
