The battle of Avaritsa and the fearless Captain Thymios Liolis

befunky-collage-4_3_orig-2.jpg

The truth about the battle of Avaritsa

Είναι λυπηρό όταν η Ελλάδα καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο γειτονικών κρατών Αλβανίας και Ελλάδας, κάνοντας ακόμα και οπισθοχωρήσεις, όταν βρέθηκε η πρώτη χώρα πλάι στην σεισμόπληκτη γείτονα χώρα, όπου κινητοποιήθηκε όλος ο ελληνικός λαός να προσφέρει και να βοηθήσει, τηλεοπτικοί σταθμοί μεγάλης εμβέλειες που χρηματοδοτούν ανιστόρητους δημοσιογράφους, που το μόνο κίνητρό τους είναι το μίσος που ρέει μέσα τους και όχι η λογική, διαταράσσουν και δηλητηριάζουν την κοινή γνώμη με ανακρίβειες και με βέλη κατά της Ε.Ε. Μειονότητάς και των οργάνων της. Αναφέρθηκε ο δημοσιογράφος και στην μάχη της Αβαρίτσας, βάζοντας όλους εκείνους που σκοτωθήκαν στον αντιφασιστικό αγώνα ως θύματα του Θύμιου Λιώλη.

What is the truth? We quote an excerpt from the novel "The Farmer Who Became a Legend"

On that dark day of the retreat of the Greek battalions, Captain Thymios Liolis was in Dermisi. He was informed that about four hundred bandits, Liapides, were stealing from Mouzinha towards Vourkohoria. They were armed with pistols, guns and double-edged knives. Their miserable, clumsy and dirty appearance was matched by their wild and furious faces, ready to slaughter their prey.

Winter weather. Cold. A strong wind howled and stirred up dust and gravel from the road. The sky was darkened by heavy clouds, ready at any moment to burst out and rain down on people and nature. The day looked like night and a note of pessimism and evil was transmitted. Only the captain's piercing eyes with his eternally cheerful disposition transmitted optimism to the rebels and the surrounding villagers.

Άλλοι ογδόντα πέντε άνδρες ενώθηκαν εκείνες τις μέρες με τους αντάρτες του καπετάνιου. Όλοι τους στητοί σαν κυπαρίσσια προχωρού­σαν πίσω του, σαν τα γίδια πίσω από τον περήφανο ταγό με το μεγάλο κυπρί. Προχωρούσαν μέσα στη ρεματιά, δίπλα στο ποτάμι με τα πολλά πλατάνια και τα ορμητικά νερά του. Οι κάννες των όπλων τους γυρισμένες προς τα πάνω, έμοιαζαν στην μελανή μέρα σαν κεριά σβηστά, που σε λίγο θ’ άναβαν φως αναστάσιμο. Βιάζονταν για το χωριό της Δρόβιανης, γιατί είχαν πληροφορηθεί πως οι Λιάπηδες θα το καίγανε. Έφθασαν στο χωριό της Αβαρίτσας. Επικρατούσε μια απόλυτη ηρεμία λες και ήταν έρημο. Ανυποψίαστοι οι άντρες του καπετάνιου εισέβαλαν στο χωριό, για να μπουν στη βαθιά ρεματιά που οδηγούσε στο Σταυρό της Δρόβιανης.

Οι αιμοβόροι Τούρκοι, ταμπουρωμένοι από καιρό στα σπίτια, ειδοποιήθηκαν για το σχέδιο του καπετάνιου και τον περίμεναν. Μόλις οι αντάρτες μπήκαν στο χωριό, ανυποψίαστοι όπως ήταν, σε δύσβατο μέρος, άρχισαν να τους πυροβολούν. Με τις πρώτες τουφεκιές έπεσαν νεκροί δύο παλικάρια του Θύμιου. Τότε ο καπετάνιος, εξαγριωμένος, ανταπέδωσε πρώτος τα πυρά κι ενθάρρυνε τους άντρες του να πυροβολήσουν. Άρχισε η μάχη. Οι αντάρτες προφυλαγμένοι πίσω από δέντρα, βράχους και αχούρια χτυπούσαν στα παράθυρα. Ο καπετάνιος είδε το σπίτι από το οποίο βγήκαν οι θανάσιμες σφαίρες όπου αφαίρεσαν τη ζωή δυο δικών του και το ‘βαλε στο μάτι. Με μεγάλη σβελτάδα και επιφυλακτικότητα πλησίασε, πήρε κάτι αφάνες, τις σώρια­σε προφυλακτικά κοντά στην πόρτα κι άναψε φωτιά. Η φλόγα άρχισε να τρώει την πόρτα σιγά σιγά και μετά να προχωρεί μέσα. Ο καπετάνιος, ταμπουρωμένος τώρα καλά πίσω από έναν τοίχο, περίμενε σαν το πεινασμένο λιοντάρι το θύμα του. Η φωτιά είχε προχωρήσει μέσα στο σπίτι, το οποίο τυλίχτηκε στις φλόγες. Ο καπνός είχε περιτυλίξει όλο το μέρος. Μύριζε καπνίλα και κάψιμο. Τρεις Τούρκοι με τσουρουφλισμένα μαλλιά, κατάμαυροι στο πρόσωπο από την καπνίλα, πετάχτηκαν από την πόρτα. Ο Θύμιος που περίμενε τη στιγμή εκείνη, βγήκε από τον τοίχο, ετοίμασε το πιστόλι του και σημάδευε. Ακριβώς τη στιγμή εκείνη, ένας άλλος Τούρκος από το απέναντι σπίτι, που είδε τις κινήσεις του, θα τον σκό­τωνε αν ο Διαμαντής δεν προλάβαινε να τον πυροβολήσει. Το κορμί του Τούρκου σφάδασε για λίγο, ενώ το αίμα του κυλούσε στο χώμα. Το πιστόλι του καπετάν Θύμιου ξέρασε τρεις φορές, τους πέταξε κάτω κι έχασαν το φως της ζωής. Τα ‘χασαν οι υπόλοιποι Τουρκαλβανοί κι όπου φύγει φύγει. Ο καπετάνιος έδωσε χαρά στους πα­τριώτες αντάρτες του, που πείστηκαν κι άλλη μια φορά πως κανένα βόλι δεν μπορεί να τον πιάσει και κανένας εχθρός, όσο μεγάλος και δυνατός να ‘ναι, δεν μπορεί να τον νικήσει.

The place echoed with the cheers of the rebels and the dry land from the rifle fire was moistened with tears of emotional joy.

They continued their journey to Droviani, where another battle awaited them, another victory on the podium of glory.

(from a sFEVA Associate in Northern Epirus)

Support us with a donation

Δωρεά μέσω PayPal
Share it.
Comment

Leave a reply

The comment will be reviewed before being published.