Η πρόσφατη αντιπαράθεση γύρω από σκηνή της τηλεοπτικής σειράς «Οι Αθώοι» του MEGA, όπου η κεντρική ηρωίδα παρουσιάζεται να μιλά αλβανικά και να δηλώνει Χειμαρριώτισσα, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα βαθύτερο και διαχρονικό ζήτημα. Το περιστατικό λειτουργεί ως σύμπτωμα ενός συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο η σύγχρονη Ελλάδα αντιλαμβάνεται και αναπαριστά τον Ελληνισμό πέρα από τα κρατικά της σύνορα. Η μαζική πολιτισμική παραγωγή, ακόμη και όταν εμφανίζεται ως αυτονόητη ή καλλιτεχνικά αυτόνομη, δρα στην πράξη ως μηχανισμός συγκρότησης συλλογικής μνήμης και, συνακόλουθα, ως άτυπος φορέας ιστοριογραφίας.
In this context, television representation actively participates in shaping the boundaries of the national imaginary, determining which form of Greekness is established as normal and which is registered as dubious or peripheral. The image projected goes beyond fiction and is transferred to the public consciousness as tacit knowledge about who is considered self-evidently Greek and who remains an object of interpretation.
Η Χιμάρα αποτελεί ιστορική περιοχή με συνεχή και τεκμηριωμένη παρουσία ελληνικού στοιχείου σε επίπεδο γλώσσας, παιδείας, εκκλησιαστικής οργάνωσης και συλλογικής ταυτότητας ήδη από την οθωμανική περίοδο. Η ελληνική αυτή παρουσία συγκροτεί ιστορικό και κοινωνικό γεγονός με θεσμικές και πολιτισμικές εκφάνσεις που καταγράφονται διαχρονικά. Η απεικόνιση της Χιμάρας ως αλβανόφωνης περιοχής συμβάλλει στη διαιώνιση ενός υπαρκτού ταυτοτικού προβλήματος, το οποίο οι ίδιοι οι Χειμαρριώτες βιώνουν επί δεκαετίες, υπονομεύοντας τον αγώνα τους για αναγνώριση και αυτονόητα δικαιώματα. Η μαζική κουλτούρα, όταν αγνοεί ή διαστρεβλώνει αυτή την πραγματικότητα, επιδρά άμεσα στις ζωές των ανθρώπων που φέρουν την ταυτότητα αυτή.
At the level of symbolic function, selective linguistic representation acts as a mechanism of hierarchy, through which multilingualism is disconnected from its historical significance and re-emphasized as an indicator of ethnic ambiguity. Language ceases to be perceived as a vehicle of memory and becomes an element of questioning authenticity.
Στο ευρύτερο πλαίσιο της νεοελληνικής πολιτισμικής παραγωγής, αναδύεται μια τάση εξωτικοποίησης και αποξένωσης κάθε μορφής Ελληνισμού που δεν εντάσσεται οργανικά εντός των ορίων του σύγχρονου εθνικού κράτους. Ο Ελληνισμός εκτός Ελλάδας προσεγγίζεται συχνά ως αμφίβολος, περιφερειακός ή ξένος, ακόμη και όταν η ιστορική του συνέχεια παραμένει αδιάσπαστη. Η υπέρμετρη έμφαση στα σύνορα και η ταύτιση της εθνικής ταυτότητας με τη διοικητική επικράτεια παράγουν αφηγήσεις που μετατρέπουν ζωντανές ελληνικές κοινότητες σε οριακές περιπτώσεις μιας ταυτότητας η οποία θεωρείται πλήρως κανονική μόνο εντός συγκεκριμένων γεωγραφικών πλαισίων.
Στο σημείο αυτό καθίσταται ορατή μια μορφή εσωτερικού οριενταλισμού, μέσω της οποίας το εθνικό κέντρο, υιοθετώντας ένα εξευρωπαϊσμένο και κρατικοκεντρικό πρότυπο ελληνικότητας, αναπαριστά τις ιστορικές ελληνικές κοινότητες εκτός συνόρων ως πολιτισμικά ελλιπείς ή μεταβατικές εκδοχές του ίδιου του εαυτού του. Ο οριενταλισμός αυτός λειτουργεί ως καθεστώς γνώσης και ερμηνείας, στο οποίο το κέντρο διατηρεί το προνόμιο του ορισμού, ενώ η περιφέρεια καθίσταται αντικείμενο περιγραφής και κατηγοριοποίησης. Οι κοινότητες αυτές εμφανίζονται ως φορείς μιας ελληνικότητας που απαιτεί διαρκή επιβεβαίωση, προσαρμογή και εξομάλυνση.
Σε ψυχολογικό και ιδεολογικό επίπεδο, το υπόστρωμα αυτής της στάσης εδράζεται σε μια εσωτερικευμένη δυσανεξία απέναντι στην ιστορική πολυμορφία του ίδιου του ελληνικού κόσμου. Η ελληνική εμπειρία, συγκροτημένη μέσα από διαδοχικές γλωσσικές διαστρωματώσεις, γεωγραφικές μετατοπίσεις και χρονικές ασυνέχειες, έρχεται σε ένταση με ένα εθνικό αφήγημα που αναζητά σαφή όρια, γραμμική συνέχεια και πολιτισμική ομοιογένεια. Η ένταση αυτή παράγει αμηχανία, η οποία δεν εκφράζεται ως ρητή απόρριψη, αλλά ως σιωπηρή αναδιάταξη της ιστορικής σημασίας και της πολιτισμικής αξίας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η πολυπλοκότητα μετατρέπεται σε πλεόνασμα που απαιτεί εξομάλυνση, ενώ η απόκλιση από το κανονιστικό πρότυπο εγγράφεται ως πρόβλημα κατανόησης ή ένταξης. Οι κοινότητες της περιφέρειας, ιδίως στα Βαλκάνια και την Ανατολή, τοποθετούνται έτσι σε καθεστώς ιεραρχημένης κανονικότητας, όπου η ελληνικότητά τους αναγνωρίζεται υπό όρους, διαμεσολαβημένη από κριτήρια καθαρότητας, αναγνωρισιμότητας και πολιτισμικής οικειότητας.
Παράλληλα, η διαδικασία αποξένωσης διασταυρώνεται με μια σαφή κοινωνική και ταξική διάσταση. Οι Χειμαρριώτες, όπως και άλλες κοινότητες εκτός συνόρων, εμφανίζονται στον δημόσιο λόγο κυρίως μέσα από την εμπειρία της μετανάστευσης, της εργασιακής επισφάλειας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Η θέση τους ως οικονομικών μεταναστών περιορίζει την πρόσβασή τους στους μηχανισμούς παραγωγής λόγου και πολιτισμικής αναπαράστασης. Η ταυτότητά τους κυκλοφορεί ως αφήγηση τρίτων, ενώ η δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού παραμένει περιορισμένη.
The silence produced in this way constitutes a structural feature of Hellenistic representation. The experience of the communities themselves is translated, filtered and reformulated by institutions and media that are outside their historical and social reality. The deprivation of self-expression consolidates a relationship of dependence, in which Greekness outside borders is recognized conditionally, integrated into predetermined patterns of normality.
Το ίδιο φαινόμενο αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης αναφέρονται στους Έλληνες της διασποράς. Παρατηρείται συχνά η προτίμηση ξενόγλωσσων ονομάτων, γραμμένων με λατινικούς χαρακτήρες και μάλιστα σε γλωσσικά προβληματικές μορφές, όπως Maria Menounos αντί για Μαρία Μενούνου ή η συστηματική αναφορά στη Μαρία Κάλλα αποκλειστικά ως Maria Callas ή Κάλλας. Οι επιλογές αυτές εντάσσονται σε συγκεκριμένο καθεστώς πολιτισμικής σημασιοδότησης. Το όνομα λειτουργεί ως φορέας συμβολικού κεφαλαίου και ως σημείο πρόσβασης στη συλλογική μνήμη. Η αποεθνοποίησή του επιφέρει σιωπηρή αποκοπή της πολιτισμικής καταγωγής από το έργο και τη δημόσια παρουσία του προσώπου, εγκαθιδρύοντας μορφή πολιτισμικής αυτο-υποτίμησης η οποία συχνά καλύπτεται από ρητορικές κοσμοπολιτισμού.
As a result, the name, like the language, functions as a symbolic border, within which a conditional greekness is constituted, acceptable if stripped of its historical and linguistic contexts. this Border is drawn in the sphere of representation and memory, with direct consequences for the collective self-perception.
Εφόσον οι Ελλαδίτες αδυνατούν να αναγνωρίσουν ότι οι ιστορικές ελληνικές κοινότητες εκτός Ελλάδας αποτελούν οργανικό μέρος ενός ευρύτερου ελληνικού κόσμου, ο Ελληνισμός περιορίζεται σε ένα στενό και εσωστρεφές μόρφωμα. Η ιστορική μνήμη και η υπεύθυνη αναπαράσταση της ταυτότητας συγκροτούν όρους αυτογνωσίας. Χωρίς αυτές, ο ελληνικός κόσμος φθείρεται από μια εσωτερική δυσανεξία απέναντι στην ίδια του την πολυμορφία, χάνοντας βάθος, συνέχεια και ιστορική σημασία στον σύγχρονο χρόνο.

Όντως τι αναπαράσταση είναι αυτή… έχετε τέτοιες γυναικάρες σαν την εικονιζόμενη εσείς;