Η νίκη του Έντι Ράμα στις εθνικές εκλογές της 11ης Μαΐου 2025 με ποσοστό 53% και 83 έδρες στο κοινοβούλιο — έναντι 74 που είχε το 2021 — δεν είναι απλώς ένα εκλογικό αποτέλεσμα· είναι το επιστέγασμα μιας χρόνιας στρατηγικής ελέγχου του κράτους από τη βάση του: την τοπική αυτοδιοίκηση.
Πολλά έχουν ειπωθεί και γραφτεί για την εξαγορά ψήφων στην Αλβανία, με καταγγελίες για χρήση “μαύρου χρήματος” και οργανωμένα κυκλώματα επιρροής. Δεν είναι όμως αυτό το μοναδικό όπλο στην φαρέτρα του Ράμα. Η πραγματική δύναμή του βρίσκεται στο θεσμικό, αλλά απολύτως ελεγχόμενο από τον ίδιο, σύστημα της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Ο Ράμα σήμερα ελέγχει 54 από τους 61 δήμους της χώρας. Πρόκειται για έναν συντριπτικό μηχανισμό που δεν περιορίζεται στη διαχείριση της καθημερινότητας, αλλά λειτουργεί ως εκλογικός στρατός. Οι δήμαρχοι δεν είναι απλοί τοπικοί άρχοντες. Στις βουλευτικές εκλογές μετατρέπονται σε τομεάρχες, με αποστολή να “σηκώνουν” περιοχές, να συγκεντρώνουν ψήφους, να διασφαλίζουν έδρες. Είναι οι “υποψήφιοι χωρίς ψηφοδέλτιο”, αυτοί που παίζουν καθοριστικό ρόλο στο παρασκήνιο της πολιτικής επιβίωσης του κόμματος.
Σε κάθε δημόσια εμφάνιση, εντός και εκτός συνόρων, ο Ράμα φροντίζει να περιβάλλεται από τοπικούς του ανθρώπους. Ενδεικτική είναι η παρουσία δημάρχων ακόμα και στις επισκέψεις του στην Ελλάδα – εικόνα που δεν θυμίζει απλώς θεσμική συνοδεία, αλλά δηλώνει έλεγχο και στρατηγική συνοχή. Ένας πρωθυπουργός που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Που γνωρίζει πως το κλειδί για την εξουσία βρίσκεται στη γειτονιά, στον πολίτη που εξυπηρετείται από τον δήμο και ανταποδίδει με την ψήφο του.
Το ρουσφέτι στην Αλβανία είναι επίσημος μηχανισμός. Οι δημοτικές αρχές προσφέρουν εξυπηρετήσεις σε αντάλλαγμα πολιτικής στήριξης. Ο πολίτης που θέλει δουλειά, άδεια, επίλυση προβλήματος, ξέρει πού να στραφεί. Και ο αντίπαλος πολιτικός λόγος, η ελπίδα για αλλαγή, χάνεται μπροστά στην υλική ανταπόδοση της καθημερινότητας.
Εκτός από τα ρουσφέτια και τις προσωπικές εξυπηρετήσεις, οι δήμαρχοι του Ράμα επιδεικνύουν και έντονη δραστηριότητα σε έργα υποδομής. Με την κρατική χρηματοδότηση να ρέει απρόσκοπτα προς τους “φιλικούς” δήμους, δρόμοι, πλατείες, γήπεδα και δημοτικά έργα αναδεικνύονται σε βιτρίνες επιτυχίας του κόμματος. Αντίθετα, οι δήμοι που ελέγχονται από την αντιπολίτευση, συχνά παραμένουν εκτός χρηματοδοτικού χάρτη. Η ανισότητα αυτή ενισχύει την πολιτική επιρροή του Σοσιαλιστικού Κόμματος στις τοπικές κοινωνίες, όπου το έργο μετριέται όχι μόνο σε ψήφους, αλλά και σε άσφαλτο και τσιμέντο.
Η περίπτωση της Χιμάρας και οι χειρισμοί του Ράμα μετά την εκλογική του ήττα από τον Μπελέρη είναι αποκαλυπτική. Ο Ράμα έδωσε μάχη μέχρι εσχάτων για να μη χάσει τον έλεγχο, όχι μόνο για τον συμβολισμό του συγκεκριμένου δήμου, αλλά κυρίως γιατί κάθε απώλεια συμβολίζει ρήγμα στον απόλυτο έλεγχο του χάρτη.
Η επιτυχία του Ράμα δεν είναι πολιτική αλλά συστημική. Αλλά σε μια δημοκρατία, όταν η εξουσία χτίζεται πάνω στην εξάρτηση και όχι στην ελευθερία επιλογής, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος κερδίζει τις εκλογές, αλλά αν αυτές οι εκλογές είναι πραγματικά ελεύθερες.

