Η πολιτική εκμετάλλευση του ανθρωπισμού στην Ελλάδα

banski1

«Αναζητώ την κωμωδία, το γέλιο, και έργα που αγγίζουν συναισθηματικά τον άλλον. Πιστεύω και στα δράματα, που όμως δεν είναι μαύρα, άρρωστα και επιθετικά, αλλά αγγίζουν την ψυχή. Έχει αρκετά ξεγυμνωθεί η ψυχή του κόσμου. Τώρα θέλει ντάντεμα, αγκαλιά…», είχε πει σε παλιά του συνέντευξη ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Μάριος Πλωρίτης, εικονοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο τη στεγνή από αισθήματα εποχή μας, η οποία διψάει για “ντάντεμα”, ανθρωπιά και στοργή.

Ανθρωπιά!.. Τόσο σπουδαία λέξη και τόσο παραποιημένη…, έτσι που να ακούγεται ύβρις, δηλητηριώδης υποκρισία, συνώνυμη της απανθρωπιάς στα χείλη των ιδιοτελών που θέλουν να τη χρησιμοποιήσουν…

Το ίδιο συμβαίνει και με τον “ανθρωπιστή” εντός εισαγωγικών, που θέλει να λογίζεται τέτοιος, ενώ ο εκτός εισαγωγικών λειτουργεί με ειλικρίνεια και πρόταγμα την αγάπη προς τον συνάνθρωπο η οποία δεν κινητροδοτείται από υστεροβουλία ή υστεροφημία…

Την ανθρωπιά, χωρίς εισαγωγικά, την είδαμε να ξεχειλίζει στην προ δεκαετίας και βάλε Ελλάδα, την φορτωμένη με τα αρνητικά συναισθήματα των πέτρινων χρόνων της μνημονιακής πραγματικότητας, στη διάρκεια των οποίων περίσσευαν η αλληλεγγύη και οι ανθρωπιστικές δράσεις των πολιτών στις ευάλωτες κοινωνικά ομάδες.

Από κάποια στιγμή κι ύστερα, ωστόσο, το υψηλό ιδανικό του ανθρωπισμού απέκτησε κοινόχρηστη ιδιότητα ως λέξη. Ως όρος του οποίου την αίγλη εζήλωσαν κάποιοι πολιτικοί και γι’ αυτό θέλησαν να… αξιοποιήσουν την ανθρωπιά εντάσσοντάς την στα πολιτικά τους προγράμματα (βλ. “πρόγραμμα ανθρωπιστικής κρίσης” επί διακυβέρνησης Τσίπρα το 2015, που έμεινε τελικά στα χαρτιά για να φτάσουν να αναζητούν οι φτωχοποιημένοι Έλληνες σε κάδους σκουπιδιών την τροφή τους).

Είναι σύνηθες βέβαια για την Αριστερά (η οποία εκπροσωπούνταν τότε με τον ΣΥΡΙΖΑ) να… εμπλουτίζει τη συνθηματολογία της με επικλήσεις στον ανθρωπισμό ή το συναίσθημα (βλ. “Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη”, με βάση την άνιση κατανομή πλούτου), αν και η ανθρωπιά της εξαντλείται διαχρονικά στους αλλοδαπούς μετανάστες.

Εξαίρεση αποτέλεσαν οι Αλβανοί και οι Βορειοηπειρώτες μετανάστες της δεκαετίας του ’90, αφορμή για δυσφήμιση του “κακού” Σαμαρά (ΥΠΕΞ στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) στην ελληνική κοινωνία, με την κατηγορία ότι άνοιξε τα ελληνοαλβανικά σύνορα για να μπουν 1.500.000 μεταξύ των οποίων παρείσφρησαν και κακοποιά στοιχεία (σ.σ: Μέσα στο χάος της πτώσης της δικτατορίας του Ενβέρ Χότζα, άνοιξαν τότε πολλές φυλακές…).

Κανείς απ’ τους “ανθρωπιστές-ακτιβιστές” της Αριστεράς, ωστόσο, δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι υπήρξε ευρωπαϊκή οδηγία τότε για άνοιγμα εκ δυσμών των συνόρων μας, καθώς η Αλβανία κατέρρεε κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικά το 1990-’91 και μαζί της κατέρρεε η Ελληνική Μειονότητα Βορείου Ηπείρου. Κατέρρεαν όλοι οι πολίτες της γειτονικής χώρας εκείνη τη δύσκολη εποχή και ζητούσαν έξοδο διαφυγής σε Ελλάδα και Ιταλία.

Δύσκολη εποχή για την Ελλάδα, που ήταν ανέτοιμη να δεχθεί μαζικές ροές προσφύγων, κάποιοι από τους οποίους δεν προσαρμόζονταν στην ελληνική κοινωνία και δημιουργούσαν μεγάλα προβλήματα λόγω της εγκληματικής ροπής τους.

Ροπής που κορυφώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, με αποτέλεσμα την τραγική εμπειρία της πρώτης λεωφοροπειρατίας στην Ελλάδα το 1999 από τον 25χρονο Αλβανό Φλαμούρ Πίσλι με όμηρο και τραγικό θύμα τελικά – από πυρά της αλβανικής αστυνομίας – τον απαχθέντα (μαζί με το λεωφορείο και τους επιβάτες του) άτυχο Θεσσαλονικό Γιώργο Κουλούρη.

Γεγονός που έδωσε αφορμή στην ελληνική Αριστερά να μετατρέψει σε αποδιοπομπαίο τράγο τον Σαμαρά – ως υπαίτιο για το άνοιγμα των συνόρων – κι ας ήταν ήδη άλλοι στην εξουσία (ΠΑΣΟΚ). Η ανθρωπιά δεν είχε θέση στην καρδιά της, φυσικά, και για τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου ακόμα.

Αυτούς που περίμεναν με λαχτάρα απ’ τη δεκαετία του ’80 να αναπνεύσουν αέρα ελευθερίας σε ελληνικό έδαφος. Δεκαετία τριτοκοσμικών συνθηκών επιβίωσης, από την οποία είχαν κρατήσει για ελπίδα τον προφητικό λόγο του Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Σεβαστιανού, ο οποίος τους έλεγε με πάθος: “Όταν ανοίξει το τυραννικό καθεστώς τα σύνορα, θα περάσουν στην Ελλάδα μέχρι και οι χελώνες”…

Κι αυτό έγινε το ’91, αν και η προσήμανση του ανοίγματος των συνόρων που προανήγγειλε τα μελλούμενα ήταν η ενθουσιώδης υποδοχή στον Αντώνη Σαμαρά από τους Βορειοηπειρώτες των χωριών Δερβιτσάνη και Γοραντζή (της επαρχίας Αργυροκάστρου) τον Οκτώβριο του ’90.

Τότε που ο Έλληνας ΥΠΕΞ τούς ευχήθηκε με νόημα συγκινημένος “να γιορτάσουν του χρόνου ελεύθερα Χριστούγεννα στις πατρογονικές τους εστίες!” Πολύ πατριωτικά όλα αυτά βέβαια, για να τα δεχτούν και να τα χωνέψουν οι της Αριστεράς πολιτικοί, η πλειοψηφία των οποίων δε συγκινείται από ευχές αποκατάστασης της εθνικής και θρησκευτικής ελευθερίας.

Γι’ αυτό ασκούν ανθρωπιστική πολιτική επιλεκτικά οι… “σύντροφοι”, αφήνοντας απέξω τις ελληνικές μειονότητες και ρίχνοντας το βάρος στους απρόσκλητους ξένους (μετανάστες και πρόσφυγες εξ Ανατολών) αδιαφορώντας για την αλλοίωση που προκαλεί στο εθνικό αποτύπωμα των Ελλήνων τα τελευταία χρόνια το μεταναστευτικό πρόβλημα.

Όμως η ανθρωπιστική πολιτική δεν πρέπει να γίνεται επιλεκτικά. Πρέπει να είναι ενταγμένη ως καθημερινή άσκηση στα πλαίσια της εξουσίας και να μην είναι ευκαιριακή, να μη λειτουργεί δηλαδή ως σύνθημα για ψηφοθηρικούς λόγους…

Σε άλλη περίπτωση ο όρος “ανθρωπισμός” στο πολιτικό λεξιλόγιο απαξιώνεται, γιατί η δυναμική του ατονεί, φτωχαίνει, αδειάζει και αυτοακυρώνεται, μαζί με το ίδιο το κόμμα που την έχει σαν όχημά του για την εκλογική πελατεία του.

Αυτό πρέπει να το συνειδητοποιεί η εκάστοτε εξουσία την ώρα της αυτοκριτικής της, όπως και η προαλειφόμενη να τη διαδεχθεί, αν τυχόν επιχειρήσει – για ψηφοθηρικούς λόγους – να υποσχεθεί “δώρα” ανθρωπιάς χωρίς αντίκρυσμα…

Η ανθρωπιστική – κοινωνική πολιτική, με άλλα λόγια, δεν πρέπει να έχει χαρακτήρα ψηφοθηρικό, αλλά να είναι ενταγμένη στην ιδεολογία των κομμάτων και να γίνεται πράξη σε μόνιμη βάση, πέρα απ’ τις προδιαγεγραμμένες ορθολογικές πρακτικές που πρέπει ν’ ακολουθούν αυτά στα προγράμματά τους.

Πρέπει να είναι μια πολιτική πραγματικής ανθρωπιάς κι όχι υποκριτικής, για την ψυχή προπάντων μιας μερίδας της κοινωνίας μας που υποφέρει απογυμνωμένη από τα ερείσματα επιβίωσης και τα ιδανικά της.

Αυτού του είδους η ανθρωπιά δεν πρέπει να δίνεται σαν “κουπόνι” φιλανθρωπίας, αλλά σαν μόνιμη στήριξη στους πολίτες οι οποίοι την έχουν ανάγκη. Στήριξη φορτωμένη με πολλή συγκατάβαση και κατανόηση για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.

Για το εκάστοτε κυβερνών κόμμα, μάλιστα, πρέπει να είναι οπλισμένη με αναδιοργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες και ανθρώπους ενσυνείδητα φιλάνθρωπους (ενταγμένους σε μόνιμα σώματα εθελοντών), οι οποίοι θα δρουν παράλληλα με τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες που μένουν υποστελεχωμένες και έρημες…

Μπορεί να αφήσαμε πίσω μας τα πέτρινα χρόνια των μνημονίων, αλλά αυτά έχουν αφήσει σημάδια στο σώμα της πατρίδας μας, τα οποία θα αργήσουν να επουλωθούν, παρά την οικονομική μας ανάκαμψη τα τελευταία κυρίως χρόνια και την πρόοδο η οποία συντελείται πολυεπίπεδα.

Πρόοδο που αργεί να φανεί ωστόσο στις τσέπες εκείνων που αποδεκατίστηκαν οικονομικά και αφυδατώθηκαν συναισθηματικά στην οκταετία των μνημονίων, με αποτέλεσμα πολλοί Έλληνες να πασχίζουν σήμερα να ορθοποδήσουν με τη βοήθεια περιοδικών ενισχύσεων του κράτους.

Του ελληνικού κράτους που πασχίζει κι εκείνο να ανασυνταχθεί δημοσιονομικά και να ξεχρεώσει τις δανειακές του υποχρεώσεις μετά την μνημονιακή δίνη που πέρασε, ώστε να είναι σε θέση να στηρίξει τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας μας τα οποία έχουμε ξεχάσει σε επίπεδο αλληλεγγύης. Έχουμε ξεχάσει σε συλλογικό επίπεδο οι Έλληνες, γιατί μας απασχολεί περισσότερο η ατομική μας ευδοκίμηση και λιγότερο η ανθρωπιά μας…

Μοιράσου το
Σχολίασε

Αφήστε μια απάντηση

Το σχόλιο θα ελεγχθεί πριν τη δημοσίευση του.