Οι Βορειοηπειρώτες Βλάχοι

Οι Βορειοηπειρώτες Βλάχοι

ΑΧ. Γ. ΛΑΖΑΡΟΥ

Ρω­μα­νι­στή – Βαλ­κα­νο­λό­γου

Πρὸ δε­κα­ε­τί­α­ς στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ”Χρι­στι­α­νι­κή” δη­μο­σι­εύτη­κε ἄρθρο τοῦ Ἀπ. Π. Πα­πα­δό­που­λου, ἐ­πι­γρα­φό­με­νο: Οἱ Βλα­χό­φω­νοι Βο­ρει­ο­η­πει­ρῶ­τες καὶ πά­λι στὸ στό­χα­στρο τῆς ρου­μα­νι­κῆς προ­πα­γάν­δας. Ἐ­κτε­νεῖς ἀ­να­φο­ρὲς στὶς παν­το­ει­δεῖς ἐ­πι­πτώ­σεις της ἔ­κα­με ἡ κα­θη­γή­τρια τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἰ­ω­αν­νί­νων Ἐ­λευ­θε­ρί­α Ἰ. Νι­κο­λαΐδου σὲ δι­α­δο­χι­κὰ συγ­γράμ­μα­τά της: α) Ξέ­νες προ­πα­γάν­δες καὶ ἐ­θνι­κὴ ἀλ­βα­νι­κὴ κί­νη­ση στὶς μη­τρο­πο­λι­τι­κὲς ἐ­παρ­χί­ες Δυρ­ρα­χί­ου καὶ Βε­λε­γρά­δων κα­τὰ τὰ τοῦ 19ουκαὶ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ῶνα. (Ἐκ­δό­σεις ΙΜΙΑΧ, Ἰ­ω­άν­νι­να 1978). β) Ἡ ρου­μα­νι­κὴ προ­πα­γάν­δα στὸ βι­λα­έ­τι Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ στὰ βλα­χό­φω­να χω­ριὰ τῆς Πίν­δου (τ. Α’, μέ­σα 19ου-1900. Ἰ­ω­­άν­νι­να 1995).

Στὸ δεύ­τε­ρο, ἡ Νι­κο­λαΐδου γνω­στο­ποι­εῖ ὅ­τι ἡ ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα τῶν Βλά­χων ἦ­ταν ἀ­πο­δε­δειγ­μέ­νη καὶ δη­μο­σι­ευ­μέ­νη ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν πρῶ­το Νε­ο­έλ­λη­να ἱ­στο­ρι­κὸ Κων­σταν­τῖ­νο Μ. Κού­μα (1777-1836), δι­δά­κτο­ρα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Λει­ψί­ας καὶ ἀν­τε­πι­στέλ­λον μέ­λος τῶν Ἀ­κα­δη­μι­ῶν Βε­ρο­λί­νου καὶ Μο­νά­χου, στὸν 12ο τό­μο, κυ­κλο­φο­ρού­με­νο καὶ αὐ­το­τε­λῶς μὲ τὸ συμ­βο­λι­κὸ τί­τλο, Οἱ Ἕλ­λη­νες, τῆς συγ­γρα­φῆς του. Ἱ­στο­ρί­αι τῶν ἀν­θρω­πί­νων πρά­ξε­ων. (Βι­έν­νη 1832).

Κα­τά τήν κα­θη­γή­τρια Νι­κο­λαΐ­δου, τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα τῶν Βλά­χων τὴν ὁ­ποί­α πρῶ­τος κα­τέ­γρα­ψε ὁ Κού­μας, «ὑ­πο­στη­ρί­ζει σθε­να­ρὰ καὶ ὁ Ἀπ. Ε. Βα­κα­λό­που­λος, Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Νέ­ου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, τ.1, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1974, β΄ ἔκδ. σ. 35 κ.ἑξ. καὶ ἐ­πα­να­βε­βαι­ώ­νει μὲ σο­βα­ρὰ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα ὁ Λα­ζά­ρου, Ἡ Ἀ­ρω­μου­νι­κή, ὅ.π. σ. 91-114 καὶ ἡ Μα­ρί­α Νυ­στα­ζο­πού­λου-Πε­λε­κί­δου, Συμ­βο­λὴ στὴν ἔ­ρευ­να γιὰ τὴν ἐ­θνο­λο­γι­κὴ κα­τά­στα­ση τῆς Μα­κε­δο­νί­ας πρὶν ἀ­πὸ τοὺς βαλ­κα­νι­κοὺς πο­λέ­μους, Δω­δώ­νη, τεῦχ. Α΄ τ.20 (1991) σ. 351». Γιὰ τὸν δεύ­τε­ρο, προ­σθέ­τει, «Στὶς ἐρ­γα­σί­ε­ς τοῦ Λα­ζά­ρου δη­μο­σι­εύ­ε­ται πλή­ρης ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη βι­βλι­ο­γρα­φί­α γύ­ρω ἀ­πὸ κά­θε πτυ­χή τοῦ Κου­τσο­βλα­χι­κοῦ ζη­τή­μα­τος. Συν­τρι­πτι­κὰ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα γιὰ «ἀν­τί­πα­λες» θέ­σεις 7 κ.ἑξ. πε­ρι­έ­χει ἡ πρό­σφα­τη με­λέ­τη του, Κα­τα­γω­γὴ καὶ ἐ­πί­το­μη ἱ­στο­ρί­α τῶν Βλά­χων τῆς Ἀλ­βα­νί­ας, Ἠ­πει­ρω­τι­κό Ἡμε­ρο­λό­γιο τ.15 (1993- 994) σ. 427 κ.ἑξ.

Τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τά του ἀ­να­φέ­ρον­ται­ τό­σο στὴν κα­τα­γω­γὴ τῶν Κου­τσο­βλά­χων ὅ­σο καὶ στὴν πλη­θυ­σμια­κὴ κα­τα­νο­μή τους, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὸν χῶ­ρο τῆς Ἀλ­βα­νί­ας».

Ὁ Βα­κα­λό­που­λος ὁ ὁποῖ­ος στό πο­λύ­το­μο ἱ­στο­ρι­κὸ ἔρ­γο του μνη­μο­νεύ­ει καί τήν ἀνε­κτί­μη­τη μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Ἰ­ω­άν­νου Λυ­δοῦ γιὰ Ἕλ­λη­νες δη­μο­γρα­φι­κὰ ὑ­πέρ­τε­ρους, κα­τὰ τὸν 6ο αἰ. μ.Χ., ἐ­πὶ Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ, στὴ χερ­σό­νη­σο τοῦ Αἵ­μου, ἡ ὁ­ποί­α τό­τε ἔ­φε­ρε τὸ ὄ­νο­μα Εὐ­ρώ­πη, καὶ χρῆ­στες τῆς λα­τι­νι­κῆς, Βλά­χους, ἐ­πα­νέρ­χε­ται μὲ με­λέ­τη­μά του ἐ­πί­το­μο, ἐ­πι­γρα­φι­κὰ δὲ εὐ­γλω­τό­τα­το. Ὁ γλωσ­σι­κὸς ἐ­κλα­τι­νι­σμὸς τῶν κα­τοί­κων τῆς Ἠ­πει­ρω­τι­κῆς Ἑλ­λά­δας. Ἀ­κρι­βῶς γρά­φει ὅ­τι τὴν ἄ­πο­ψη τοῦ ἐ­κλα­τι­νι­σμοῦ τῶν ἐν­τό­πι­ων ἑλ­λη­νι­κῶν πλη­θυ­σμῶν τὴ δι­α­τύ­πω­σε πρὶν ἀ­πὸ 150 χρό­νια κι­ό­λας ὁ πρῶ­τος Νε­ο­έλ­λη­νας ἱ­στο­ρι­κός, ὁ Κων. Κού­μας (1777-1836) μὲ πο­λὺ ἁ­πλοὺς καὶ πει­στι­κοὺς συλ­λο­γι­σμούς, ἀλ­λὰ τὸ ἔρ­γο του δὲν με­λε­τή­θη­κε ἔ­κτο­τε συ­στη­μα­τι­κὰ καὶ οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις του πέ­ρα­σαν ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τες καὶ ἀ­νεκ­με­τάλ­λευ­τες».

Ἡ θέ­ση τοῦ Κού­μα ἐπι­βε­βαι­ώθη­κε πρω­τίστω­ς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἀπό τόν G. Hertzberg (1826-1907). Τὸ δὲ 1892 στὴν Πρα­κτι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­νω­τά­των Σπου­δῶν τῆς Σορ­βό­νης ὁ Leon Lafoscade, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ με­λέ­τη ἐ­πι­γρά­φε­ται Ἐ­πίδρα­ση τῆς λα­τι­νι­κῆς στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ, δη­λώ­νει ὅ­τι ἡ ἐ­ξά­πλω­ση τῆς λα­τι­νι­κῆς στὴν Ἑλ­λάδα γί­νε­ται αἰ­σθη­τὴ κα­τὰ ζῶ­νες καὶ νη­σί­δες. Τὸ 1976 ὁ Bruno Helly, κα­θη­γη­τὴς τοῦ 2ου πα­νε­πι­στη­μί­ου Λυ­ών, ὡς συ­νερ­γά­της στὴν Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους, (Ἐκ­δο­τι­κῆς Ἀ­θη­νῶν), μὲ συγ­γρα­φι­κὴ συμ­με­το­χή, ἐ­πι­γρα­φό­με­νη Θεσ­σα­λί­α, κα­θο­ρί­ζει τὶς Θεσ­σα­λι­κὲς πε­ρι­ο­χές, ὅ­που ση­μει­ώ­θη­κε ἐ­κλα­τι­νι­σμὸς τῶν Ἑλ­λή­νων. Στὸ δὲ πρω­τό­τυ­πο γαλ­λι­κὸ κεί­με­νο, ἀ­να­γνω­ρί­ζει τοὺς Βλά­χους τῆς Θεσ­σα­λί­ας ὡς ἐ­πι­βί­ω­ση Θεσ­σα­λῶν, ποὺ ἐ­πη­ρε­ά­στη­καν βα­θύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ λα­τι­νι­κὴ γλῶσ­σα. Τὸ 1981 ὁ Βέλ­γος Michel Dubuisson, κα­θη­γη­τὴς τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου Λι­έ­γης, ἀ­πο­κα­λύ­πτει καὶ τὰ ἑ­ξῆς: «Ἡ ἐ­ξά­πλω­ση τῆς λα­τι­νι­κῆς στὴν Ἀ­να­το­λὴ ἐν γέ­νει πα­ρα­μέ­νει πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη καὶ δὲν ἐγ­γί­ζει ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά τούς Ἕλ­λη­νες. Γιὰ πρώ­τη δὲ φο­ρά στὴν ἱ­στο­ρί­α τους οἱ Ἕλ­λη­νες ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­δου ὠ­θοῦν­ται στὴν ἐκ­μά­θη­ση καὶ χρή­ση μί­ας ξέ­νης γλώσ­σας – στὴ δι­γλω­σί­α». Συ­νε­πῶς δὲν λα­τι­νο­φω­νοῦν ὅ­λοι οἱ Ἕλ­λη­νες. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε δὲ ἡ λα­τι­νο­φω­νί­α ἁ­πλώ­νε­ται καὶ πέ­ρα τῶν ὑ­ψη­λῶν κοι­νω­νι­κῶν τά­ξε­ων. Αὐ­τὸ φαί­νε­ται καὶ ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ Dubuisson δέ­χε­ται ὡς πα­ρά­γον­τα ἐ­κλα­τι­νι­σμοῦ καὶ τὸ ὁ­δι­κὸ δί­κτυ­ο, τὸ ὁ­ποῖ­ο στὸ βο­ρει­ο­ελ­λα­δι­κὸ χῶ­ρο εἶ­ναι πα­νάρ­χαι­ο καὶ πο­λυ­φη­μι­σμέ­νο, π.χ. ἡ Ἐ­γνα­τί­α καὶ οἱ πρὸς βορ­ρᾶν καὶ πρὸς τὸ νό­το δι­α­κλα­δώ­σεις της, ὅ­που ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ το­πο­θε­τοῦν­ται γι᾿ ἀ­σφά­λεια φρου­ρές, δυ­νά­μεις ἀ­σφα­λεί­ας, σταθ­μοὶ ἀ­νε­φο­δια­σμοῦ, πραγ­μα­τι­κοὶ πό­λοι ἕλ­ξε­ως ἐμ­πό­ρων καὶ ἄλ­λων ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­ῶν, με­τα­φο­ρέ­ων, παν­δο­χεί­ων, τα­χυ­δρό­μων…

Τὰ προ­α­να­φε­ρό­με­να ἀ­σπά­ζον­ται καὶ­ οἱ ἐ­πι­φα­νέ­στε­ροι Ρου­μᾶνοι εἰ­δι­κοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες, ὅ­πως ὁ­ σύγ­χρο­νό­ς μα­ς κα­θη­γη­τή­ς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μίου­

Βου­κου­ρε­στίου καί Bochum τῆς Γερ­μα­νί­ας Cicerone Poghirc, ὁ ὁ­ποῖ­ος στοὺς πα­ρά­γον­τες ἐ­κλα­τι­νι­σμοῦ, πλὴν τῶν δη­μο­σί­ων δρό­μων, ποὺ προ­α­να­φέ­ρον­ται καὶ ἀ­πὸ τὸν Dubuisson, συγ­κα­τα­λέ­γει τὸν στρα­τό, τὸ ἐμ­πό­ριο καὶ τὶς οἰ­κο­νο­μι­κὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, τὴ ρω­μα­ϊ­κὴ δι­οί­κη­ση καὶ τὴ δι­ά­δο­ση τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ, τὸν ἐκ­χρι­στι­α­νι­σμὸ.

Ἡ ἰ­σχύ­ς καί ἡ ἐ­φαρ­μο­γὴ τους πα­ρα­τη­ροῦν­ται πρό πάν­των με­τὰ τήν ἵ­δρυ­ση τῆ­ς ρω­μα­ϊ­κῆς ἐ­παρ­χί­ας Μα­κε­δο­νί­α, ἡ ὁ­ποί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει Θεσ­σα­λί­α, Ἤ­πει­ρο κ.ἄ. Κα­τὰ τὸν ἴ­διο Ρου­μᾶ­νο ἐ­πι­στή­μο­να, ἡ ἔ­ναρ­ξη τῆς λα­τι­νο­φω­νί­ας σὲ χῶ­ρο ἑλ­λη­νι­κὸ ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται πο­λὺ ἐ­νω­ρί­τε­ρα τὸ 229 π.Χ., ὅ­ταν Ρω­μαῖ­οι καὶ Ἕλ­λη­νες τῶν πα­ρα­λί­ων τῆς ἑ­νια­ίας Ἠ­πεί­ρου καὶ τῶν πα­ρα­κει­μέ­νων Ἰ­ο­νί­ων νη­σι­ῶν συμ­πράτ­τουν στρα­τι­ω­τι­κὰ πρὸς ἀ­πό­κρου­ση ἰλ­λυ­ρι­κῶν ἐ­πι­δρο­μῶν, βλα­πτι­κῶν καὶ γιὰ τοὺς δύ­ο λα­ούς, Ἕλ­λη­νες καὶ Ρω­μαί­ους. Ἡ δὲ σύμ­πρα­ξη κα­θι­στοῦ­σε ἐ­πι­τα­κτι­κὴ καὶ ἀ­πα­ραί­τη­τη τὴ στοι­χει­ώ­δη μύ­η­ση τῶν Ἑλ­λή­νω­ν στὴ λα­τι­νι­κὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ ὁ­ρο­λο­γί­α γιὰ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ πραγ­μά­τω­ση τῆς συμ­μα­χι­κῆς ἐ­πι­χει­ρή­σε­ως.

Ἑ­πο­μέ­νω­ς πε­ρίτρα­να ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἡ αὐτο­χθό­νια τῶν Βλά­χων, πα­ρα­δε­κτὴ δὲ καὶ ἀ­πὸ δι­α­κε­κρι­μέ­νους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς ρου­μα­νι­κῆς ἐ­πι­στή­μης, π.χ. τοὺς A. D. Xenopol, A. Philippide, V. Parvan, T. Panpahagi, R. Vulpe, A. Procopovici, Th. Capidan…… Ὁ δὲ τε­λευ­ταῖ­ος, ἀ­φοῦ εἶ­χε με­σου­ρα­νή­σει ὡς πρω­τα­γω­νι­στής τῆς ρου­μα­νι­κῆς προ­πα­γάν­δας, κα­τὰ τὰ τέ­λη τῆς ζω­ῆς του ἔ­φτα­σε καὶ σὲ ἀν­τι­δι­κί­α μὲ τὸν κα­θη­γη­τή του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας G. Weigand, πα­σί­γνω­στο μί­σθαρ­νο ὄρ­γα­νο!

Με­τα­ξὺ δὲ τῶν ἐ­πι­στη­μό­νων ἄλ­λων χω­ρῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πο­στη­ρί­ζουν τὴν αὐ­το­χθο­νί­α τῶν Βλά­χων, συγ­κα­τα­λέ­γον­ται καὶ οἱ R. Pinon, Wace- Thompson, L. Niederle, Fr. Taillez, T. Vukanovic, M. Sivignon, A. Failler, P. Lemerle…… Ἐ­πι­πρό­σθε­τα ὁ κα­θη­γη­τὴς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Βου­κου­ρε­στί­ου καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸς N. Iorga ἰ­χνη­λα­τών­τας στὴν Πο­λω­νί­α τοὺς ἀ­πό­δη­μους Βλά­χους τῆς Ἀλ­βα­νί­ας ἔ­χει ἀ­πο­κα­λύ­ψει μὲ τὴν ἔ­ρευ­να στὰ Πο­λω­νι­κὰ Ἀρ­χεῖ­α, ὅ­τι στὶς το­πι­κὲς πο­λω­νι­κὲς ἀρ­χές, κα­τὰ τὸν 19ο αἰ­ῶνα, οἱ Βλά­χοι Βο­ρει­ο­η­πει­ρῶ­τες μα­ζὶ μὲ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα, ποὺ ἀ­σκοῦ­σαν, δή­λω­ναν συ­νά­μα ὅ­τι εἶ­ναι Ἕλ­λη­νες!

Οἰ ἀπό­δη­μοι Βλά­χοι, κα­τὰ το­ν Stoianovich, καὶ στὶς ἄλ­λες χῶ­ρες ταυ­τί­ζον­ται μὲ τοὺς Ἕλ­λη­νες, ἀ­κό­μη καὶ στὴ Ρου­μα­νί­α, ὅ­που ἡ λέ­ξη Κου­τσό­βλα­χοι ση­μαί­νει Ἕλ­λη­νες, σύμ­φω­να μὲ τὸν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ C. C. Ggiurescu καὶ τὸν Βυ­ζαν­τι­νο­λό­γο P. Nasturel.

Τά πο­ρί­σμα­τα ἄλ­λω­στε τῆ­ς ρου­μα­νι­κῆς δι­ε­πι­στη­μο­νι­κῆς ἔ­ρευ­να­ς ἀ­πο­μα­κρύ­νουν τοὺς Ρου­μά­νους ἀ­πὸ τὴ χερ­σό­νη­σο τοῦ Αἵ­μου. Συγ­κε­κρι­μέ­να, κα­τὰ τὸν Ρου­μᾶνο γε­ω­γρά­φο J. Haikin, ἡ Ρου­μα­νί­α δὲν εἶ­ναι χώ­ρα βαλ­κα­νι­κή, κα­θὼς καὶ ἡ ρου­μα­νι­κὴ γλῶσ­σα, κα­τὰ τὸν Ρου­μᾶνο κα­θη­γη­τὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κο­πεγ­χά­γης Eugene Lozovan. Κα­τὰ δὲ τὸν Ioan Mitrea, ἡ ἐ­θνο­γέ­νε­ση τοῦ ρου­μα­νι­κοῦ λα­οῦ ἔ­λα­βε χώ­ραν στὴν καρ­πα­θιο-δου­να­βι­κὴ πε­ρι­ο­χή, ἡ ὁ­ποί­α συμ­πί­πτει μὲ τὸ ἔ­δα­φος τῆς ἀρ­χαί­ας Δα­κί­ας. Ὁ δὲ N. Iorga ὡς πο­λι­τι­κός, ὑ­πουρ­γὸς Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν καὶ πρω­θυ­πουρ­γὸς τῆς Ρου­μα­νί­ας, το­νί­ζει στὸν Ἀ­λέ­ξαν­δρο Πα­πα­να­στα­σί­ου, ὅ­τι οἱ Ρου­μᾶνοι δὲν ἔ­χουν τί­πο­τε στὰ Βαλ­κά­νια. Ἐν τέ­λει ὁ πρῶ­τος Ἡ­γε­μό­νας τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Πα­ρα­δου­νά­βι­ων Ἡ­γε­μο­νι­ῶν, δη­λα­δὴ τῆς Ρου­μα­νί­ας, ἀ­πο­στο­μώ­νει τοὺς προ­πα­γαν­δι­στὲς τῶν ἡ­με­ρῶν μας καὶ μό­νο μὲ τὸν τί­τλο συγ­γρα­φῆς τοῦ Alexandru Stourdza, ἡ Ρου­μα­νί­α δὲν ἀ­νή­κει στὴν κα­θ᾿ αὐ­τὴν βαλ­κα­νι­κὴ χερ­σό­νη­σο, οὔ­τε ὡς ἔ­δα­φος, οὔ­τε ὡς φυ­λὴ, οὔ­τε ὡς κρά­τος. (Βου­κου­ρέ­στι 1904).

Ἀλ­λά τό ἴ­διο ἔ­τος, 1904, ἐ­πι­κει­μέ­νη­ς τῆς Ἀ­πο­γρα­φῆς τοῦ Χιλ­μῆ πα­σᾶ, κα­τέ­φθα­σε ἀ­πὸ τὴ Ρώ­μη ὁ Ρου­μᾶ­νος δι­πλω­μά­της N. Burileanu στὸ Δυρ­ρά­χιο μὲ μο­να­δι­κὸ σκο­πὸ τὸν πει­θα­ναγ­κα­σμὸ τῶν Βλάχων νὰ ἀ­πο­γρα­φοῦν ὡς ……Ρου­μᾶ­νοι. Ὡ­στό­σο, σύμ­φω­να μὲ τὶς ἀρ­χεια­κὲς πη­γές, τὶς ὁ­ποῖ­ες δι­ε­ρεύ­νη­σε ἡ Ἐ­λευ­θε­ρί­α Νι­κο­λαΐ­δου, «οἱ Βλα­χό­φω­νοι τῶν Τυ­ράννων πι­στοὶ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἰ­δέ­α, μὲ σθέ­νος ἀ­πάν­τη­σαν ὅ­τι τί­πο­τε τὸ κοι­νὸ δὲν συ­νέ­δε­ε τὴ Ρου­μα­νί­α μὲ αὐ­τούς, οἵ­τι­νες στερ­ρῶς ἐ­χό­με­νοι τῶν πα­τρώ­ων, δὲν θὰ ἐ­πι­τρέ­ψω­σι σκάν­δα­λα καὶ ζι­ζά­νια καὶ ὅ­τι αἱ ὑ­πο­σχέ­σεις αὐ­τοῦ πε­ρὶ ἱ­δρύ­σε­ως τῆς σχο­λῆς μὲ πολ­λάς γλώσσας, καὶ Ἐκ­κλη­σί­ας με­γα­λο­πρε­ποῦς καὶ προ­στα­σί­ας ἰ­σχυ­ρᾶς ὑ­πὸ τὴν αἰ­γί­δα τῆς Ρου­μα­νί­ας, σκο­πού­σης, ὡς εἶ­πε, νὰ συ­στή­ση καὶ Προ­ξε­νεῖ­ον ἐν Δυρ­ρα­χί­ῳ, δὲν δύ­ναν­ται νὰ μει­ώ­σω­σι τὴν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στον ἀ­γά­πην των πρὸς τὴν Ἑλ­λάδα. Πρό­σθε­σαν ἐ­πί­σης πὼς κά­θε ἀ­πό­πει­ρα δε­λε­α­σμοῦ τους μὲ χρή­μα­τα ἢ ἄλ­λα μέ­σα θὰ ναυ­α­γοῦ­σε, ὅ­πως εἶ­χε γί­νει στὸ πα­ρελ­θόν. Ἀ­κό­μη καὶ αὐ­τὴ ἡ βί­α ἂν χρη­σι­μο­ποι­οῦν­τα­ν ἀ­πὸ τοὺς μπέ­η­δες τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ὅ­πως εἶ­χε γί­νει πρὶν ἀ­πὸ πέν­τε χρό­νια, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ συμ­φω­νί­α τῶν μπέ­η­δων μὲ τὴν ρου­μα­νι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση δὲν θὰ ἀ­πέ­δι­δε».

Ὁ κα­θη­γη­τή­ς τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σορ­βόν­νης V. Berard σὲ συγ­γρα­φὴ του με­τα­φρα­σμέ­νη καὶ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα ἀ­πὸ τὸ 1897, ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν Ἑλ­λη­νι­σμὸ τοῦ Δυρ­ρα­χί­ου δί­νον­τας τὶς ἑ­πό­με­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες.

«Σὲ ὅ­λα τὰ ὑ­παί­θρια κα­φε­νεῖ­α μι­λοῦν ἑλ­λη­νι­κά. Τὸ Δυρ­ρά­χιο ἦ­ταν τὸ φυ­σι­κό τους (τῶν Βλά­χων) λι­μά­νι γιὰ τὶς σχέ­σεις μὲ τὴν Ἀγ­κῶνα, τὴ Ρα­γού­λα, ἢ τὴ Βε­νε­τί­α». Συμ­πλη­ρώ­νει δὲ ὅ­τι ἕ­να αἰ­ῶνα με­τὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­πα­νά­στα­ση τὸ Δυρ­ρά­χιο «πα­ρα­μέ­νει κου­τσο­βλά­χι­κο λι­μά­νι». Σὲ ἄλ­λο ση­μεῖο­ τῆς συγ­γρα­φῆς του ὁ Berard ἀ­πο­κα­λύ­πτει: «Ἡ βλά­χι­κη συ­νοι­κί­α τοῦ Ἐλ­βα­σάν, ὅ­πως καὶ ἡ ἄλ­λη τοῦ Πε­κι­νί, ση­μει­ώ­νει καὶ αὐ­τὴ ἕ­να σταθ­μὸ στὸ με­γά­λο ἐμ­πο­ρι­κὸ δρό­μο τῶν Βλά­χων ἀ­πὸ τὴν Πίν­δο στὸ Δυρ­ρά­χιο. Οἱ Βλά­χοι αὐ­τοὶ ἔ­χουν τὴν δι­κή τους Ἐκ­κλη­σί­α, τὴ δι­κή τους γλῶσ­σα καὶ τὰ δι­κά τους σχο­λεῖ­α (…). Ἑλ­λη­νι­κὸς ὁ κλῆ­ρος τους, ἑλ­λη­νι­κὴ ἡ λει­τουρ­γί­α τους (…). Καὶ στὰ δύ­ο τους σχο­λεῖ­α, ἀρ­ρέ­νων καὶ θη­λέ­ων, ἡ δι­δα­σκα­λί­α γί­νε­ται στὰ Ἑλ­λη­νι­κά. Οἱ ἴ­διοι μι­λοῦν Βλά­χι­κα στὴν συ­νοι­κί­α τους καὶ Ἑλ­λη­νι­κὰ ἢ ἀρ­βα­νί­τι­κα στὸ πα­ζά­ρι. Κι᾿ αὐ­τοὶ ἐ­πί­σης στέλ­νουν σπου­δα­στὲς στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Κον­το­λο­γὶς ἔ­χουν ἑλ­λη­νι­κὴ συ­νεί­δη­ση καὶ δη­λώ­νου­ν Ἕλ­λη­νες». Μά­λι­στα ὡς Ἕλ­λη­νες ἀ­γω­νί­σθη­καν ἤ­δη κα­τὰ τὰ προ­ε­πα­να­στα­τι­κὰ κι­νή­μα­τα καὶ ὁ­μό­θυ­μα κα­τὰ τὴν με­γά­λη ἐ­θνι­κὴ ἐ­πα­νά­στα­ση. Ἰ­δοὺ τί γρά­φει ὁ Εὐ­άγ­γε­λος Ζάπ­πας: «Ἀ­πὸ τὸ 1821 μέ­χρι τὸ 1830 ἐ­δού­λευ­σα πι­στό­τα­τα τὴν πα­τρί­δα μου στρα­τι­ω­τι­κῶς. Πάν­τα ὑ­πὸ τὴν ὁ­δη­γί­αν τοῦ μα­κα­ρί­του Μάρ­κου ΜΠΟΤΣΑΡΗ σὲ ὅ­λους τούς πο­λέ­μους τοῦ Σου­λί­ου μέ­χρι τε­λευ­ταί­ως τῆς Σπλάν­τζας μὲ τὸν Λάμ­προν ΒΕΪΚΟΝ καὶ τὸν Βα­σί­λει­ον ΖΕΡΒΑΝ. Με­τέ­πει­τα ἀ­πέ­ρα­σα εἰς τὰ Σά­λω­να ὑ­πὸ τὴν ὁ­δη­γί­αν τοῦ Πα­νου­ρί­α καὶ Ἰ. Γκού­ρα. Εἰς ὅ­λους τούς πο­λέ­μους τῆς Ἀν. Ἑλ­λά­δος, Βα­σι­λι­κῶν, Θερ­μο­πυ­λῶν, Νευ­ρό­πο­λιν, Πα­τρα­τζι­κί­ου, Αἰ­τοῦ, Γρα­βιᾶν καὶ ἐ­σχά­τως τῆς Ἀμ­πρι­λια­νῆς ὑ­πὸ τὴν ὁ­δη­γί­αν τοῦ ἀ­θα­νά­του καπ. Κί­τσου Τζα­βέλ­λα, ἐ­πι­κε­φα­λῆς ὅ­λων τῶν βλα­χο­χω­ρί­ων τοῦ Σα­λώ­νου μὲ βαθ­μὸ Τα­ξιά­ρχου τῆς ἐ­νερ­γεί­ας καὶ τε­λευ­ταί­ως ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν στρα­τι­ω­τῶν μου καὶ τῶν στρα­τι­ω­τῶν τοῦ Ν. Πα­νου­ρί­α (…) καὶ δι­άλυ­σαν αὐ­τοῦ τοῦ πο­λέ­μου ἀ­πέ­ρα­σα εἰς Πε­λο­πόν­νη­σον μέ­χρι τῆς ἐ­λεύ­σε­ως τοῦ Ἰ. Κα­πο­δι­στρί­ου…… Καὶ μάρ­τυ­ρας δὲ τού­του ἐ­πι­κα­λοῦ­μαι αὐ­τοὺς τοὺς πολ­λὰ ὀ­λί­γους ἐκ τοῦ ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ πο­λέ­μου σω­θέν­τας ἥ­ρω­ας… (…) μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­συμ­πο­λε­μή­σα­μεν εἰς αὐ­τάς τὰς μά­χας θά­πτον­τας συγ­γε­νεῖς καὶ στρα­τι­ώ­τας, βά­φον­τας πέ­τρες καὶ τὴ γῆ μὲ τὸ αἷ­μα μας ὑ­πὲρ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τῆς φιλ­τά­της ἡμῶν πα­τρί­δος, καὶ με­τὰ τὸ τέ­λος ὅ­λων αὐ­τῶν ἦλ­θα ἐ­δῶ εἰς Βου­κου­ρέ­στιον με­τερ­χό­με­νος τὸ ἐμ­πό­ριον καὶ ἀ­ε­νά­ως βο­η­θῶν καὶ συν­δρά­μων τοὺς ἐ­δῶ πτω­χοὺς καὶ ἀ­δυ­νά­μους Ἕλ­λη­νας».

Λοι­πόν, αὐ­τό­ς ὁ Βο­ρει­ο­η­πει­ρώ­τη­ς Βλά­χος Εὐ­αγ­γέ­λης Ζάπ­πας, δὲν εἶ­ναι Ἕλ­λη­νας ἐ­πει­δὴ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ἴ­σως καὶ δεύ­τε­ρη προ­φο­ρι­κὴ λα­λιά, ἕ­να λα­τι­νο­γε­νὲς γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα, τὰ Βλά­χι­κα κα­τά­λοι­πο μα­κραί­ω­νης ρω­μαι­ο­κρα­τί­ας, ὅτα­ν ἄλ­λως τε ἐ­πί­σης ἀ­κραιφ­νέ­στα­τοι ἐ­θνι­κὰ Συ­νέλ­λη­νες στὸ διά­βα τῶν αἰ­ώ­νων ἔ­χουν τουρ­κο­φω­νή­σει, σλα­βο­φω­νή­σει, ἀλ­βα­νο­φω­νή­σει, ἰ­τα­λο­φω­νή­σει, ἐ­νῶ ἡ συ­νεί­δη­σή τους δι­α­φυ­λά­χθη­κε ἐ­θνι­κὰ ὁ­λο­ζών­τα­να ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ἐν­τε­λῶς ἀ­λώ­βη­τη? Στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ζάπ­πα τὸ με­γα­λεῖ­ο τῆς ἑλ­λη­νι­κό­τη­τας θρι­άμ­βευ­σε ὑ­περ­βαί­νον­τας τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φαν­τα­σί­α. Δι­ό­τι ὁ Ζάπ­πας δὲν ἔ­χει μνη­σι­κα­κή­σει κα­τὰ τῆς πα­τρί­δας του, τῆς αἰ­ω­νί­ας Ἑλ­λά­δας, ἡ ὁ­ποί­α μὲ κα­τά­παυ­στο νό­μο, τὸν πε­ρι­βό­η­το Πε­ρὶ αὐ­το­χθό­νων καὶ Ἑ­τε­ρο­χθό­νων, ἐ­πει­δὴ γεν­νή­θη­κε βο­ρει­ότε­ρα τῶν τό­τε συ­νό­ρων τοῦ Δο­μο­κοῦ, ἐ­ξα­ναγ­κά­στη­κε στὸν πι­κρὸ ξε­νιτε­μό, ὅ­που, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ξε­νι­τε­μέ­νοι, γεύ­θη­κε ἀ­τέ­λει­ω­τες πι­κρί­ες μὲ κα­ϋ­μοὺς καὶ στε­να­χώ­ρι­ες. Πα­ρὰ ταῦ­τα ἀ­πο­κτών­τας πλού­τη ἀ­μύ­θη­τα, χω­ρὶς τὸν πα­ρα­μι­κρὸ δι­σταγ­μὸ στὴν κρί­σι­μη ὥ­ρα τοῦ τερ­μα­τι­σμοῦ τῆς ἐ­πί­γειας ζω­ῆς τὰ δι­έ­θε­σε στὴν πα­τρί­δα Ἑλ­λά­δα.

Ἄλ­λος Βο­ρει­ο­η­πει­ρώ­τη­ς Βλά­χος τὸ 1897 στὸν ἀ­πο­κα­λού­με­νο πό­λε­μο τῆς Ντρο­πῆς ἔ­σω­σε τὴν τι­μὴ τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν ὅ­πλων καὶ τῆς πα­τρί­δας του. Κα­τὰ τὸν Παῦ­λο Με­λᾶ, πο­λε­μι­στὴ τοῦ 97, «ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Σμο­λέν­σκη­ς μά­χε­ται σὰν λι­ον­τά­ρι, ὅ­που καὶ ἂν τὸν στεί­λουν. Ὅ­λοι οἱ Ἕλ­λη­νες πρέ­πει νὰ τὸν λα­τρεύ­ω­μεν, δι­ό­τι εἶ­ναι ὁ μό­νος ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός, ποὺ προ­τά­σει τῆς γεν­ναί­αν του καρ­δί­αν εἰς τὸν ἐ­χθρόν. Εἰς τὸ Ρε­βέ­νι πολ­λά­κις ἀ­πώ­θη­σε τοὺς Τούρ­κους καὶ μό­νος αὐ­τὸς ἦλ­θε ἐν τά­ξει εἰς τὰ Φάρ­σα­λα.

Πά­λιν αὐ­τό­ς ἔ­σω­σε τό Βε­λε­στῖ­νον τρὶς νι­κή­σας τοὺς Τούρ­κους». Ἐν τού­τοις στὴ σύγ­χρο­νή μας Ἑλ­λά­δα ἡ ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά του ἀ­γνο­εῖ­ται καὶ ἀ­πὸ δι­δά­κτο­ρες Ἱ­στο­ρί­ας!

Ἀ­νε­παί­σθη­τα ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ἡ συμ­βο­λή τῶν Βο­ρει­ο­η­πει­ρω­τῶν Βλάχων στήν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς παι­δείας. Ὁ Κων. Ἰ. Κί­τσο­ς μὲ συγ­γρα­φὴ του μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει. «Τὰ Ζω­γρά­φεια Δι­δα­σκα­λεῖ­α ἀ­πὸ τὴ μί­α με­ριὰ καὶ τὰ πε­ρί­φη­μα σχο­λεῖ­α τοῦ Ἀρ­γυ­ρο­κά­στρου, τῆς Κο­ρυ­τσᾶς, τῆς Μο­σχο­πό­λε­ως, τῆς Πρε­πε­τῆς, τοῦ Λαμ­πό­βου, τῆς Πο­λύτσανης, τῆς Σω­πι­κῆς, τῆς Δρό­βια­νης, τοῦ Δελ­βί­νου κ.τ.λ. συ­νο­λι­κὰ 360 ἀν­δρω­μέ­να μὲ τὶς γεν­ναῖ­ες ἐ­πι­χο­ρη­γή­σεις τῶν με­γά­λων εὐ­ερ­γε­τῶν Ζάπ­πα, Ἀρ­σά­κη, Σί­να, Ζω­γρά­φου, Μπά­κα, Δού­κα καὶ ἄλ­λων, μὲ τοὺς 25.000 μα­θη­τές τους, φέ­ρα­νε μί­α πραγ­μα­τι­κὴ ἄν­θη­ση τῆς παι­δεί­ας καὶ τῶν γραμ­μά­των στὴν πε­ρι­ο­χή, δη­μι­ούρ­γη­σαν μί­α λαμ­πρὴ πα­ρά­δο­ση παι­δεί­ας, μο­να­δι­κὴ γιὰ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ τό­πο σὲ τέ­τοι­α ἐ­πο­χὴ».

Τὶς πα­ρα­πά­νω ἀ­λή­θει­ες πα­ρα­δέ­χε­ται καί ὁ πλέο­ν ἐ­θνι­κι­στὴς Ἀλβανός ἡγέτης, ὁ πο­λύ­δρα­στος καὶ πο­λυ­τι­τλοῦ­χος Bastri-Bey, σὲ γαλ­λό­γλωσ­σο δη­μο­σί­ευ­μά του, στὸ ὁ­ποῖ­ο μὲ παρ­ρη­σί­α καὶ τόλ­μη γνω­στο­ποι­εῖ στὴν Εὐ­ρώ­πη ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κὰ τὰ ἀ­κό­λου­θα.

«Ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με τό­ν ἑλ­λη­νι­κὸ χα­ρα­κτῆ­ρα τῆ­ς νότιας Ἀλ­βα­νί­ας, ὅ­που τὸ ὑ­πε­ραι­ω­νό­βιο πο­λι­τι­σμι­κὸ ἔρ­γο τῶν σχο­λῶν της κυ­ρια­ρχεῖ ἠ­θι­κὰ καὶ ἐ­θνι­κά».

Οἱ Βο­ρει­ο­η­πει­ρῶ­τε­ς Βλά­χοι δέν ἀ­που­σι­ά­ζου­ν ἀπό κα­νένα κο­ρυ­φαῖ­ο ἐ­θνι­κὸ-ἑλ­λη­νι­κὸ ἐ­πί­τευγ­μα, ὅ­πως ἡ Αὐ­το­νο­μί­α τῆς Βο­ρεί­ου Ἠ­πεί­ρου καὶ τὸ δι­η­νε­κῶς ἐν ἰ­σχὺ Πρω­τό­κολ­λο τῆς Κέρ­κυ­ρας. Ἀρ­κεῖ ἁ­πλού­στα­τη καὶ ἐν­τε­λῶς ἐν­δει­κτι­κὴ ὑ­πό­μνη­ση τοῦ ὀ­νό­μα­τος Γε­ώρ­γιος Χρη­στά­κη Ζω­γρά­φος.

Δυ­στυ­χῶςτὸἙλ­λη­νι­κὸἽ­δρυ­μαΕὐ­ρω­πα­ϊ­κῆςκαὶἘ­ξω­τε­ρι­κῆςΠο­λι­τι­κῆς -συν­το­μο­γρα­φι­κὰΕΛΙΑΜΕΤ- ἐ­πι­χο­ρη­γού­με­νοκαὶαὐ­τὸἀ­πὸτὸ «πλού­σιο» ἑλ­λη­νι­κὸκρά­τος, ἔ­χειἐκ­δώ­σεισυλ­λο­γι­κὴσυγ­γρα­φὴμὲτί­τλοὉἙλ­λη­νι­σμὸςτῆςἈλ­βα­νί­α­ς (Ἀ­θή­να, Ἀ­πρί­λιος 1994, 97) δι­αι­ρών­ταςτοὺςὈρ­θο­δό­ξουςτῆςγει­το­νι­κῆςχώ­ραςσὲτέσ­σε­ρες (4) ἐ­θνό­τη­τες: 1) Βλά­χι­κη, 2) Ἀλ­βα­νι­κὴ, 3) Ἑλ­λη­νι­κὴ, 4) Σλα­βι­κὴ.

Ὅ­μω­ς ὁ Ζάπ­πας δέν αἰ­σθάν­θη­κε…… «Βλα­χι­κῆς ἐ­θνό­τη­τας οὔ­τε ζών­τας, εὐ­δο­κι­μών­τας, δι­α­πρέ­πον­τας στὸ …Βου­κου­ρέ­στι! Ἔνοιω­θε πάν­το­τε Ἕλ­λη­νας ἢ σω­στό­τε­ρα Με­γα­λο­έλ­λη­νας καὶ γι᾿ αὐ­τὸ κλη­ρο­νό­μο τῆς πε­ρι­ου­σί­ας του ἄ­φη­σε τὴν Ἑλ­λά­δα! Ἐξ ἄλ­λου ὁ Σί­νας ἀλ­λη­λο­γρα­φών­τας μὲ τὸν πρῶ­το Κυ­βερ­νή­τη τῆς Ἑλ­λά­δος Ἰ­ω­άν­νη Κα­πο­δί­στρια ὑ­πέ­γρα­φε σε­μνό­τα­τα καὶ ἐ­θνο­πρε­πέ­στα­τα ὡς Πρό­ε­δρος τῆς Ἀ­δελ­φό­τη­τας τῶν Γραι­κο-Βλά­χων Βι­έν­νης!

Αὐ­τή ἡ παν­τε­λῶς ἀ­πα­ρά­δε­κτη ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­κο­πὴ τῆ­ς ἐκ­δό­σε­ως τοῦ ΕΛΙΑΜΕΠ, ἀ­πο­δι­δό­με­νη σὲ κα­θη­γη­τὴ πα­νά­σχε­το, πα­ρώ­θη­σε πρὸς τῆς Ἀ­πο­γρα­φῆς στὴν Ἀλ­βα­νί­α ἐ­πί­ση­μη ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ Προ­έ­δρου τῆς Ρου­μα­νι­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας μὲ τὴν προσ­δο­κί­α ὑ­πο­μνή­σε­ως τῆς «ρου­μα­νι­κό­τη­τας» τῶν Βλά­χων τῆς γει­το­νι­κῆς χώ­ρας. Ἀλ­λὰ ἀ­πο­χώ­ρη­σε ἀ­νε­ξε­τα­στέ­ος ὁ ξέ­νος ἐ­πί­ση­μος ἐ­πι­σκέ­πτης. Δι­ό­τι ὁ Ἀλ­βα­νὸς Ekrem Vlora σὲ προ­γε­νέ­στε­ρο δη­μο­σί­ευ­μά του ἔ­χει δι­α­κη­ρύ­ξει ὅ­τι οἱ πρό­γο­νοι τῶν Ἀρ­βα­νι­το­βλά­χων ὑ­πῆρ­χαν σ᾿ αὐ­τὸν τὸν χῶ­ρο αἰ­ῶ­νες πρὸ τοῦ ἐ­κρω­μαϊσμοῦ τῶν Δα­κῶν, προ­γό­νων τοῦ Ρου­μά­νου Προ­έ­δρου.

Ἐ­πι­πρό­σθε­τα ἄλ­λο ἑλ­λη­νι­κὸ ἵ­δρυ­μα, τὸ Κέν­τρο Ἐ­ρευ­νῶ­ν Μει­ο­νο­τι­κῶν

Ὁμά­δων (ΚΕΜΟ), ἐ­πί­σης ἐ­πι­χο­ρη­γού­με­νο ἀπ᾿ τὸ «πλού­σιο ἑλ­λη­νι­κό κρά­τος καί ὄχι μό­νον, χαλ­κεύ­ει μει­ο­νό­τη­τα Βλα­χι­κὴ στὴν Ἑλ­λά­δα, μο­λο­νό­τι ἀρ­κούν­τως πρω­τύ­τε­ρα ὁ Γερ­μα­νὸς κα­θη­γη­τὴς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Mannheim H. Richter ἀ­πο­κλεί­ει μει­ο­νο­τι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ καὶ πι­στο­ποι­εῖ ὅ­τι οἱ Βλά­χοι ἔ­χουν ἀ­πό­λυ­τα ἑλ­λη­νι­κὴ ταυ­τό­τη­τα. Συ­νά­μα δὲ στὸ ἴ­διο συμ­πέ­ρα­σμα ὁ­δη­γοῦν καὶ οἱ ἔ­ρευ­νες τοῦ Βουλ­γά­ρου ἀν­θρω­πο­λό­γου Peter Boev, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ Ἕλ­λη­νες Βλά­χοι δὲν δι­α­φέ­ρουν ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὰ ἀ­πὸ τοὺς γει­το­νι­κοὺς μὴ βλά­χι­κους πλη­θυ­σμοὺς τοῦ ἑλ­λα­δι­κοῦ χώ­ρου. Μὲ τὸν ξέ­νο ἐ­πι­στή­μο­να συμ­φω­νεῖ καὶ ὁ ὁ­μό­λο­γός του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν Θε­ό­δω­ρος Κ. Πί­τσιος, κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο «- Βλά­χοι- Σα­ρα­κα­τσά­νοι καὶ Ἠ­πει­ρῶ­τες- χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τοὺς κοι­νοὺς ἀν­θρω­πο­λο­γι­κοὺς τύ­πους καὶ τῆς ἴ­δια ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὴ σύν­θε­ση».

(Οἱ ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νοι γιά τήν τεκ­μη­ρί­ω­ση πλη­ρέ­στε­ρη βλ. Εὑρε­τή­ριο ὀνο-­

μά­τω­ν στήν τε­τρά­το­μη συγ­γρα­φή Ἀχ. Γ. Λα­ζά­ρου, Ἑλ­λη­νι­σμὸς καὶ λα­οὶ νο­τι­ο­α­να­το­λι­κῆς (ΝΑ) Εὐ­ρώ­πης, Ἀ­θή­να 2009-2010).

Κακαβιά: Οκτώ αλβανοί τελωνειακοί κατηγορούνται γι...
Υπογραφή σύμβασης Υπουργείου Μεταφορών-Υποδομών τη...
 
  1. Σχόλια (3)

  2. Σχολίασε

Σχόλια (3)

This comment was minimized by the moderator on the site

Αλή Σουλιότι αυτά που γράφεις δεν στέκουν. Οι γενίτσαροι έλληνες που πλέον λέγονται αλβανοί μισούνε όσο τίποτα την Ελλάδα. Πάντα στην ιστορία μας αυτό το είχαμε, οπότε δεν περιμένω τίποτα καλύτερο.

Και μιας και μιλάς για Μοσχόπολη, αφού είστε από εκεί γιατί στέλνατε λεφτά στην Ελλάδα και όχι στα Τίραννα, ε; Γιατί ευεργετούσαν την Ελλάδα και όχι τα Τίραννα; Ξυπνήστε λίγο.

This comment was minimized by the moderator on the site

Δεν είμαι από την Μοσχόπολη. Η μητέρα μου είναι Βλάχα από το Φίερ και ο πατέρας μου Τσαμ από την Κονίσπολη.

Οι Βλάχοι της Μοσχόπολης, αλλά και άλλων περιοχών, είχαν εξελληνισθεί. Άλλο η συνείδηση όμως και άλλο η καταγωγή. Η καταγωγή δεν σχετίζεται απόλυτα με το έθνος.

This comment was minimized by the moderator on the site

Οι Βλάχοι -και όχι οι Αλβανοί- φέρονται να είναι απόγονοι των αρχαίων Δακών, οι οποίοι κατάγονταν από τούς θράκες, που έμεναν στη βόρειο Ιταλία περί το Σάβο ποταμό, παραπόταμο τού Δούναβη και εκλατινίστηκαν. Ήταν λαός σκληροτράχηλος, που παρενοχλούσαν τούς Ρωμαίους, οι οποίοι με κανένα τρόπο δεν μπορούσαν να τούς υποτάξουν. Έτσι λοιπόν, εξ ανάγκης, ο αυτοκράτορας Τραϊανός περί το 100 μ.Χ. τούς εκδίωξε και απωθώντας τους έφτασαν μέχρι τη σημερινή Ρουμανία, η οποία πήρε το όνομα της από τούς Ρωμαίους και αυτό επειδή εγκαταστάθηκαν εκεί οι Δάκες. Μάλιστα όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν τη Δακία, ο ηγεμόνας της ο Δακεβάλος, όταν έχασε τη μάχη, αυτοκτόνησε, για να μην πέσει στα χέρια του Τραϊανού καί αλυσοδεμένος σταλθεί στη Ρώμη. Τότε οι Ρωμαίοι εγκατέστησαν στα στρατηγικά σημεία της Δακίας μόνιμες και ισχυρές φρουρές και παράλληλα έστειλαν Ρωμαίους και Ιλλυριούς αποίκους.

Πληροφορίες για τους Βλάχους παρέχει και ο Χαλκοκονδύλης (ΙΕ αιώνας): «Οι Δάκες μιλούν γλώσσα παραπλησία τη Ιταλών, διεφθαρμένη τόσο πολύ…οι Ρωμαίοι ήρθαν στη χώρα τους και την κατοίκησαν». «Από τη Δακία στην Πίνδο το έθνος που κατοίκησε στη Θεσσαλία, ονομάζονται Βράκοι». «Στο όρος της Πίνδου κατοικούν Βλάχοι, ομόγλωσσοι των Δακών, έμοιαζαν με τους Δάκες που κατοικούσαν στον ποταμό Ίστρο» [έκδοση Bonn Ι, σελ. 35, ΙΙ, σελ. 77, VI, σελ. 319].

Ο Κίνναμος συνδέει τους Βλάχους με τους Ιταλούς έποικους όταν γράφει (ΙΒ΄ αιώνας): «Βλάχοι λέγονται οι άποικοι από την Ιταλία» [Ioannis Cinnami, Epitome rerum ab Ioanne et Alexio Comnenis gestarum, επιμ. Aug. Meineke, Bonn, 1836, σελ. 239].

Οι Βλάχοι τής Ελλάδας αναφέρονται κατά πρώτον στην Ιστορία το 976 μ.Χ. από τον μοναχό και βυζαντινό χρονογράφο Κεδρηνό, ο οποίος έγραψε πως ο αδελφός του μετέπειτα Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ σκοτώθηκε το 976 από ‘οδίτες Βλάχους’ μεταξύ Πρεσπών και Καστοριάς. Αργότερα τούς αναφέρει κι ένας άλλος ιστορικός, ο Κεκαυμένος, ως ποιμένες, ζώντες βίο ληστρικό σε απόκρημνες και δύσβατες περιοχές. Επί αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ οι Βλάχοι αναφέρονται από όλους τούς ιστορικούς τής εποχής εκείνης. Πρωτοεγκαταστάθηκαν στο τρίγωνο Νις-Σόφιας-Σκόπια κι από εκεί απλώθηκαν πιο κάτω (βλ. Weigand: «Ethnographie von Makedonien», 11, 62). Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές, Θεσσαλία, Μακεδονία, Ήπειρο, Στερεά κ.α.

Ο Κεκαυμένος (11ος αιώνας), στο «Στρατηγικό» του, λέει πολλά για τούς Βλάχους και μάς δίνει πολλά στοιχεία για τα ήθη και έθιμά τους. Περιγράφει μάλιστα και την Επανάσταση των βλάχων στη Θεσσαλία. Χαρακτηρίζει τούς Βλάχους ως γένος: «παντελώς άπιστο και διεστραμένο, που δεν υποτάσονται ούτε σε Θεό ούτε σε ορθή πίστη, ούτε σε βασιλιά ούτε σε συγγενή ή φίλο…». Ωστόσο ορισμένοι Έλληνες αλλά και ξένοι ερευνητές αμφισβητούν τη γνησιότητα αυτού του αποσπάσματος του Κεκαυμένου. Η Βουλγάρα μελετητής της μεσαιωνικής ιστορίας Genovefa Cankova-Petkova, παραπέμπει στη Ρωμαϊκή Ιστορία του Δίωνος Κασσίου (155-235 μ.Χ.), όπου η κάθοδος αφορά τους Κοστοβώκους και όχι στους Δάκες. Σύμφωνα όμως με τους περισσότερους επιστήμονες, οι Κοστοβώκοι προέρχονταν και αυτοί από τη Δακία. Αναφορές γι’ αυτούς κάνουν οι ιστορικοί και γεωγράφοι: Παυσανίας, Δίων Κάσσιος, Αμμιανός Μαρκελλίνος και το λεξικό Σούδα. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος ασαφώς μας πληροφορεί πως το κοστοβωκικό έδαφος βρισκόταν στην προρωμαϊκή Δακία ή εντός της ευρωπαϊκής Σαρματίας, μίας περιοχής ανάμεσα στη σημερινή δυτική Ρουμανία, την ανατολική Ουγγαρία και τη βόρεια Γιουγκοσλαβία.

Και η Άννα Κομνηνή κάνει πολύ λόγο για τούς Βλάχους τής Θεσσαλίας. Μνημονεύει ακόμα τον έκριτον (=προύχοντα, φύλαρχο των Βλάχων) Πουδίλο, πού έτρεξε τη νύχτα και ειδοποίησε τον αυτοκράτορα, πως οι Κουμάνοι πέρασαν τον Δούναβη (1, 10, 9).

Ο Κίνναμος γράφει, πως, όταν ο Λέοντας Βατάτζης εκστράτευσε στη βόρεια Βαλκανική -την «ουνικήν»- είχε πολύ στρατό από Βλάχους: «Βλάχον πολύν όμιλον» (260).

Ο Βενιαμίν εκ Τουδέλης (1130-1173 μ.Χ) ήταν ισπανοεβραίος περιηγητής που ταξίδεψε στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική τον 12ο αιώνα. Στα 1160 μ.Χ ταξιδεύοντας στις ελληνικές χώρες του Βυζαντίου επισημαίνει την ύπαρξη βλάχικων πληθυσμών στα βουνά της περιοχής της Λαμίας, στα όρια της σημερινής Θεσσαλίας, σε μία περιοχή την οποία αποκαλεί Βλαχία: «Σε μια ημέρα φθάνουμε στο Σινόν ποταμό [Ζητούνι/Λαμία], όπου ζουν πενήντα περίπου Ιουδαίοι, με πρώτους ανάμεσά τους τους ραβίνους Σολομώντα και Ιακώβ. Η πόλη βρίσκεται στους πρόποδες των λόφων της Βλαχίας. Στα βουνά αυτά ζει το έθνος που ονομάζεται Βλάχοι. Είναι πολύ γρήγοροι και κατεβαίνουν από τα βουνά για να καταστρέψουν και να λεηλατήσουν την ελληνική γη. Κανείς δεν μπορεί να τους πολεμήσει και κανένας βασιλιάς δεν καταφέρνει να τους κυβερνήσει. Δεν είναι ιδιαίτερα δεμένοι με την πίστη των Ναζαρηνών (χριστιανών) αλλά δίνουν στους εαυτούς τους ιουδαϊκά ονόματα. Μερικοί υποστηρίζουν ότι αυτοί είναι Ιουδαίοι -και πράγματι αποκαλούν τους Εβραίους αδελφούς τους– και όταν συναντώνται μαζί τους, αν και τους ληστεύουν, δεν τους σκοτώνουν, όπως κάνουν με τους Έλληνες. Είναι όλοι μαζί εκτός νόμου» (The Itinerary of Rabbi Benjamin of Tudela (1840), σελ. 48).

«Κατά την εποχήν εκείνη (11ος αιώνας) -γράφει ο Ν. Γεωργιάδης- άρχισε να μεταναστεύει στη Θεσσαλία και άλλη βάρβαρη φυλή, η των βλάχων, οι οποίοι κατερχόμενη από (την χερσόνησο) του Αίμου (βόρειας Βαλκανικής), επί των συνεχών ορέων, έφτασαν μέχρι τον Όλυμπο και την Πίνδο όπου και αθρόοι εγκατεστάθησαν, εξ ου και η ορεινή εκείνη χώρα αποκαλούνταν από τους βυζαντινούς Μεγαλοβλαχία». («Θεσσαλία», 2η έκδ., 1894, σ. 74)

Ο Νικήτας Χωνιάτης -Βυζαντινός υψηλόβαθμος αξιωματούχος του βυζαντινού κράτους και ιστορικός- γράφει για αυτούς «τους βαρβάρους που κατοικούν στη χερσόνησο/βουνά του Αίμου, πριν ονομάζονταν Μυσοί, τώρα δε Βλάχοι» οι οποίοι «κατέχουν τα Μετέωρα στη Θεσσαλία, τα οποία τώρα εμπεριέχονται στη μεγάλη Βλαχία» [Nicetae Choniate, Historia, Bonn, 1835, σελ. 482 και 841]. Ο Χωνιάτης είναι ο πρώτος που αναφέρει τη Θεσσαλία ως Μεγάλη Βλαχία, αναφερόμενος στον διαμοιρασμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την κατάληψη της Πόλης από του Λατίνους το 1204 μ.Χ. (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις (σελ 841)). Τον όρο Μεγάλη Βλαχία για να προσδιορίσει την Θεσσαλία επαναλαμβάνει επίσης και ο λόγιος, διπλωμάτης και ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης (1217 ή 1220-1282) στο έργο του ‘Χρονική Συγγραφή’ που πραγματεύεται γεγονότα της περιόδου από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους μέχρι την ανακατάληψη της από τους Παλαιολόγους (1204-1262).

Έγραψε ο Γάλλος Πουκεβίλ για τις επιδρομές των Βλάχων: «Kαταστρέφουν τις καλύτερες χώρες τής Θράκης και τής Μακεδονίας. Σύμμαχοι με τούς Ρωμαίους και τούς Σκύθες κατεβαίνουν σαν χείμαρρος από τις οροσειρές τού Αίμου και τής Ροδόπης. Προσαρμόζονται εύκολα στις εσωτερικές αναταραχές και παίρνουν μέρος στις επαναστάσεις και διαμελίζουν τον τόπο, για να μοιρασθούν τα ράκη που απομένουν» (Histoire de la regeneration de la Grece).

Και ο Π. Αραβαντινός στο «Χρονογραφία τής Ηπείρου» (τόμ. Β΄, σελ. 32-33, Αθήνα, 1856) θεωρεί τους Βλάχους ως φύλο που από άλλη περιοχή μετανάστευσε στη Δακία όπου αργότερα αναμίχθηκε με τους Ρωμαίους και αργότερα μετανάστευσαν προς την Ελλάδα.

Στην εγκυκλοπαίδεια τού «Ηλίου» αναφέρεται ότι στην αρχαία Θράκη θεωρούσαν ακόμα και μεγάλο μέρος τής βορείως τού Δούναβη περιοχής «κατοικούμενον κατά την αρχαιότητα υπό των Γετών και Δακών, θρακικών και τούτων εθνών... Οι θράκες, μετά των Ελλήνων και των Ιλλυριών, είναι οι καθ΄ αυτό αυτόχθονες τής χερσονήσου τού Αίμου». Βλέπουμε και εδώ ότι οι Ιλλυριοί ξεχωρίζονται και δεν ταυτίζονται με τους Έλληνες όπως κάποιοι Έλληνες εθνικιστές προσπαθούν να μας πείσουν.

Η μόνη καθαρή αναφορά στους Βλάχους ως Έλληνες, ήταν από τον κληρικό και ιστορικό (και μαθηματικό) με πλούσια εκκλησιαστική και πολιτική δράση και εκτεταμένο συγγραφικό έργο, Γεώργιο Παχυμέρη (1242–1310). Περιγράφοντας τη μάχη στην Πελαγονία το 1259 ανάμεσα στα στρατεύματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και τα βυζαντινά στρατεύματα του Ιωάννη Παλαιολόγου ο Παχυμέρης, αναφέρεται σε Βλάχους στρατιώτες από τη Θεσσαλία οι οποίοι την τελευταία στιγμή άλλαξαν στάση υπέρ του Παλαιολόγου.

Για την ιστορία να αναφέρω ότι όταν τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο καταλήφθηκε η Ελλάδα, οι Ιταλοί θέλησαν να διεκδικήσουν τους Βλάχους. Αυτό το εκμεταλλεύτηκαν ορισμένοι βλάχοι και πήραν την άδεια τού Μουσολίνι, για να δημιουργήσουν ένα κράτος βλάχικο υπό την ιταλική επιρροή. Έτσι και με την άδεια τού Χίτλερ δημιούργησαν ένα πριγκηπάτο, το λεγόμενο Κράτος τής Πίνδου. Είχε πρόεδρο ένα Ρουμανόβλαχο, τον Διαμαντέσκου, από το χωριό Βίτολα τού Μοναστηρίου (στα σημερινά Σκόπια). Αρχηγός τού στρατού, που αποτελείτο από 175 άνδρες, τούς λεγόμενους ‘λεγεωνάριους’ (το όνομα ήταν από τούς Ρωμαίους), ήταν κάποιος Ραπότικας. Αυτός ήταν παλιός μακεδονομάχος, άρχισε δικό του ανεξάρτητο πλιάτσικο, για να ζήσει. Τότε τον βρήκε ο Διαμαντέσκου και τον έκανε αρχηγό τού πριγκηπάτου. Ο Ραπότικας ήταν τότε γύρω στα 65.

Σημαία τού κράτους αυτού ήταν η λύκαινα των αρχαίων Ρωμαίων, που βύζαινε το Ρώμο και το Ρωμύλο, ιδρυτές τής Ρώμης. Πρωθυπουργός ήταν ο Ματούσας. Το κράτος αυτό το διέλυσε ο Μπελής, κατόπιν διαταγής τού Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος έσφαξε όλους τούς λεγεωνάριους και τούς έγδαρε ζωντανούς ρίχνοντας στις σάρκες τους καυτό λάδι και αλάτι. Τον Ραπότικα τον συνέλαβαν σε μια ταβέρνα στη Λάρισα, όπου γλεντούσε με μια γυναίκα και τον σκότωσαν στο δρόμο πηγαίνοντας για το Αρχηγείο. Όσο για τον πρόεδρο, τον Διαμαντέσκου, τον κάλεσαν οι Ρουμάνοι, για να δώσει λόγο, γιατί συνεργάστηκε με τούς Ιταλούς, δεδομένου, ότι θεωρώντας τούς Βλάχους μειονότητά τους, τούς διεκδικούσαν κι αυτοί. Έτσι λοιπόν, μη βρίσκοντας επαρκείς τις δικαιολογίες του, τον σκότωσαν.

Ο Άγγλος αξιωματικός Wiliam Martin Leake που επισκέφτηκε το 1805 τα βλάχικα χωριά, έγραψε: «Μοιράζονται με τούς Έλληνες το εμπόριο των αποικιακών προϊόντων ανάμεσα Ισπανία ή Μάλτα και Τουρκία. Μερικοί ήταν καραβοκυραίοι και ιδιοκτήτες τού φορτίου μαζί» (Journey through some provinces of Asia Minor).

«Οι Βλάχοι», γράφει ο Γάλλος πρόξενος και περιηγητής Pouqueville (1770-1838), «διατηρούν τα ρωμαϊκά χαρακτηριστικά, είναι εύρωστοι και ευσταλείς». Σε άλλο σημείο (τ. Β΄, σελ. 191) σημειώνει, ότι οι Ασπροποταμίτες βλάχοι, υποστήριζαν, πως είναι ρωμαϊκής καταγωγής κι ότι λέγονται bruzzi βλάχοι (Pasteurs Vrutuens). Toν βεβαίωσαν μάλιστα, ότι πενήντα χρόνια πριν, οι τσοπάνηδες φορούσαν το καπέλλο και την ενδυμασία των βοσκών τού Λατίου. Η ονομασία Bruzzi, Μπρούτσοι ή Αβρούζοι (ή Μπουρτζόβλαχοι) πηγάζει από την ιταλική πόλη Αμπρούντσιο, απ’ όπου, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, πέρασαν οι κάτοικοι στην αντικρινή χερσόνησο, όταν κατακτήθηκε η πόλη από τούς Ρωμαίους. Συνεχίζεται μάλιστα η ονομασία Μπρούτσος με τη λέξη «πριτσά», που σημαίνει την οσμή τής φορεσιάς των τσοπάνων από τη μόνιμη ενδιαίτισή τους πλάι στα γιδοπρόβατα.

Η ονομασία «Βλάχος» φέρεται να προέρχεται από το σλαβικό ‘vlahi’ και αυτή με τη σειρά της από το γερμανικό ‘walchen’. Έτσι ονόμαζαν οι Γερμανοί τους ‘Ρωμαίους’ κατοίκους των Άλπεων και της βόρειας Ιταλίας (οι οποίοι αργότερα μετανάστευσαν στη Δακία). Η ονομασία «walchen» φέρεται αρχικά να σήμαινε αυτόν που μιλούσε σπαστά τα λατινικά και διαδόθηκε ως ονομασία σε όλη την Ευρώπη, εξ’ ου και Walchen στα γερμανικά, Wallon (Βαλλώνοι) στο Βέλγιο, Welsh (Ουαλία) στη Μεγάλη Βρετανία, Vlah στην Πολωνία κ.α. Δεν αποκλείεται δηλαδή να αποκλήθηκαν στην Ελλάδα ως «βλάχοι» καταχρηστικά και άτομα που λατινοφώνησαν μεν γλωσσικά (όπως έχουν πει ο Ρουμάνος καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και του Πανεπιστημίου Bochum της Γερμανίας Cicerone Poghirc, ο Hammond κ.α.), χωρίς όμως να ανήκαν φυλετικά στην ομάδα/μειονότητα των Βλάχων οι οποίοι είχαν εξαπλωθεί σε όλη τη βαλκανική χερσόνησο και στη γλώσσα τους αυτοαποκαλούνταν Αρμάνοι, Αρωμούνοι κ.τλ.

«Μορλάκοι» ονομάζονταν οι Βλάχοι που ζούσαν στην Κροατία, Βοσνία κ.α. Άλλες ονομασίες των Βλάχων ήταν Τσιντσάροι, Κουτσόβλαχοι κ.α.

Μάλιστα όταν αρχές Μαρτίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έφτασε στα σύνορα της Βλαχίας, έβγαλε προκήρυξη προς τούς Βλάχους, στην οποία αποκαλούσε τούς Βλάχους ως Δάκες και όχι Έλληνες και διαχώριζε σαφώς την πατρίδα τους από την δική του. Είπε:
«Άντρες Δάκες,
σήμερα αφήνω την ευλογημένη γη της Μολδαβίας και πατάω στο έδαφος της αγαπητής σας πατρίδας. Με αγκαλιές ανοιχτές και με δάκρυα χαράς μας υποδέχτηκε ο φιλελεύθερος λαός της Μολδαβίας. Με τα ίδια αισθήματα περιμένω να δω και τα ευγενή τέκνα της Δακίας…. Άντρες Δάκες, όσο διέρχομαι από το έδαφος της φίλης πατρίδας σας…».

Ας δούμε και την επιστολή του Ελευθερίου Βενιζέλου στις 29 Ιουλίου 1913, ημέρα της συνθήκης του Βερολίνου, προς τον πρωθυπουργό της Ρουμανίας Τάκε Μαγιορέσκο: «Η Ελλάδα συγκατατίθεται να παράσχει αυτονομία στις σχολές και στις εκκλησίες των κουτσοβλάχων, που βρίσκονται στα μελλοντικά ελληνικά εδάφη και να επιτρέψει την σύσταση επισκοπής για τους κουτσοβλάχους τούτους, με την Ρουμανική Κυβέρνηση να μπορεί να επιχορηγεί υπό την επίβλεψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως τα ειρημένα τωρινά ή μέλλοντα θρησκευτικά και εθνικά καθιδρύματα». [Βλ. Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος, δεύτερη έκδοση, Τρίκαλα 1987, σελ. 66.]

Ο Έλληνας αξιωματικός Κωνσταντίνος Μαζαράκης–Αινιάν (καπετάν Ακρίτας) παρατηρούσε: «Προκαλούσαν τέτοιον θόρυβο, διέθεταν τόσο χρήμα και κατείχαν δια νομάδων ποιμένων τις περισσότερες διαβάσεις στα ορεινά μέρη, από όπου διέρχονταν αντάρτες. Αυτοί ήταν οι καταδότες, αυτοί οι τροφοδότες των βουλγαρικών συμμοριών, με τις οποίες είχαν συμμαχήσει, αυτοί κατείχαν τα γιατάκια (λημέρια) τους, αυτοί ήταν οι οδηγοί των καταδιωκτικών αποσπασμάτων». [Ο Μακεδονικός Αγώνας Απομνημονεύματα, έκδοση ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 204.]

Την περίοδο 1905–1908 οι ρουμανίζοντες Βλάχοι συμμάχησαν με τους Βούλγαρους ‘Μακεδονίζοντες’ αυτονομιστές κατά των ελληνικών ένοπλων ομάδων. «Στον σκληρό και αιματηρό αγώνα, που ακολούθησε, οι Βλάχοι αναμείχθηκαν γρήγορα, γιατί τα ελληνικά αποσπάσματα είχαν διαταγές να στρέψουν την προσοχή τους στα ρουμάνικα σχολεία επίσης. Οι απειλές γρήγορα λιγόστεψαν τον αριθμό του ρουμανικού κόμματος, αρκετά σχολεία κάηκαν, πολλοί από τους πιο αφοσιωμένους συνηγόρους δολοφονήθηκαν και τα σπίτια και η περιουσία τους καταστράφηκαν. Ένα από τα αποτελέσματα της ενέργειας αυτής ήταν ότι βλάχικα αποσπάσματα γρήγορα εμφανίστηκαν στην αντίθετη πλευρά, αλλά εξαιτίας του αριθμού και της θέσης τους αναγκάστηκαν να ενεργούν κυρίως αμυντικά». (Alan Wace – Maurice Thompson, Οι νομάδες των Βαλκανίων, μετάφραση Πάνου Καραγιώργου, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 9).

Ο Δημήτριος Κάκκαβος σημειώνει στα απομνημονεύματά του ότι «Οι περί την Πίνδο και τη Βέροια (υπήρξαν) αποστάτες με ζωηρό φιλορρουμανικό φανατισμό, οι περί το Μοναστήρι με φανατισμό επηρεασμένο όμως από την ελληνική επίδραση, οι της Καρατζόβας με φανατισμό φιλοβουλγαρικό». (Δημητρίου Κάκκαβου, Απομνημονεύματα (Μακεδονικός Αγών), έκδοση εταιρείας μακεδονικών σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 81).

Ακόμα και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο ιδρυτής της εθνικής ιστορικής σχολής στην Ελλάδα, έγραφε στην ιστορία του πριν προκύψει το ζήτημα των Βλάχων:
«Οι κυριώτατες εντός του Ίστρου κατοικίες των Βλάχων κατά τους χρόνους αυτούς, ήταν προς βορρά μεν περί τον Αίμο, προς μεσημβρία δε περί την Πίνδο. Η επικρατεστέρα σήμερα γνώμη είναι ότι οι Βλάχοι αυτοί ήταν συγγενείς των βορείως του Ίστρου Βλάχων και ότι οι τελευταίοι προέκυψαν από την ανάμιξη των πολυάριθμων Ρωμαίων αποίκων, τους οποίους ο αυτοκράτωρας Τραϊανός ίδρυσε στην αρχή της 2ης εκατονταετηρίδος μ.Χ. στη Δακία, μετά την ανάμιξη τους με τους ιθαγενείς κατοίκους της χώρας, ανάμιξης από την οποία το κυριώτερο στοιχείο της βλαχικής γλώσσας μέχρι σήμερα είναι η λατινική. Αυτό πρέσβευαν οι δικοί μας, ο Κίνναμος και ο Χαλκοκονδύλης». [Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Ιστορία του ελληνικού έθνους, βιβλίον ενδέκατον, εκδόσεις γαλαξία, Αθήνα 1971, σελ. 390–391.]

«Το Δακικό ή αλλιώς Βλαχομολδαβικό γένος, περιλαμβάνει τους κατοίκους των δύο ηγεμονιών που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή Τουρκία, Βλαχίας και Μολδαβίας, ανάμεσα στον Δούναβη, στα Καρπάθια όρη και τον Προύτο ποταμό. Υπολογίζονται περίπου στο 1.600.000. Αυτοί λοιπόν έχοντας την καταγωγή τους από παλαιούς πληθυσμούς Δακορωμαίων και Μοισών, μιλάνε μία ρωμαϊκή παραφθαρμένη γλώσσα, αναμεμιγμένοι με πολλές σλαβικές λέξεις. Γι’ αυτό και οι κυρίως Βλάχοι, εξαιτίας της παλαιάς τους καταγωγής, αποκαλούν τους εαυτούς τους ‘Ρωμούνους’ (Αρωμούνους). Σώζουν στον σωματικό τους οργανισμό προφανείς τους τύπους της προγονικής τους ρωμαλεότητας, ευστροφίας και ευσχημότητας…ασχολούνται οι περισσότεροι με την κτηνοτροφία. Οι δε Μολδαβοί που θεωρούνται ως αυτόχθονες κάτοικοι της χώρας τους, μιλούν την ίδια σχεδόν γλώσσα με τους Βλάχους, φιλοπονότεροι αυτών και πιο επιτήδειοι στα οικονομικά, ασχολούνται και αυτοί ως επί το πλείστον με την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Πολλοί από αυτούς τους Ρωμαιοβλάχους βρίσκονται να ζουν στη Μακεδονία, μέσα στα όρια των κοιλάδων της οροσειράς της Πίνδου, στη Θεσσαλία και στον Όλυμπο, αριθμόντες από 50 έως 60.000, ιδίως οι Μακεδονοβλάχοι ή Κουτσοβλάχοι» («Νεώτατη Διδακτική Γεωγραφία, προς εύχερη γνώσιν όλων των μερών και κατοίκων της γης» -συγκεντρώνει στοιχεία από τις νεώτερες γεωγραφίες και στατιστικά συγγράματα των Σομμέρ, Α.Βάλβη, Ρεττέρου, Κανναβίχου, Φρ.Σχιουβέρτου και άλλων- από τον Νικόλαο Λωρέντη, Β τόμος, σελ. 374, εκδ. Γκαρπολά και Ρεφερενδάρη, Βιέννη 1838).

Οι Έλληνες επιμένουν να ομιλούν για γλωσσικό και πολιτισμικό εκλατινισμό Ελλήνων, από τους οποίους προέκυψαν οι Βλάχοι. Αυτό υποστηρίζει και ο καθηγητής Αχιλλέας Λαζάρου ο οποίο για να υποστηρίξει την θέση του, χρησιμοποιεί ένα απόσπασμα από τον Λυδό. Λοιπόν, ο Ιωάννης Λαυρέντιος Λυδός (490–565 μ.Χ.), καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως, στο έργο του Περί των αρχών της Ρωμαίων Πολιτείας (De Magistratibus) γράφει για την παραμέληση της λατινικής γλώσσας ότι παλαιός χρησμός προλέγει «τότε Ρωμαίους την τύχην απολείψειν, όταν αυτοί της πατρίου φωνής επιλάθωνται» (δηλαδή «τότε οι Ρωμαίοι θα χάσουν την τύχη τους, όταν θα χάσουν την πατρώα γλώσσα τους»). Έτσι η εγκατάλειψη των λατινικών από τους επάρχους και τις άλλες δημόσιες αρχές που στα πρώτα βυζαντινά χρόνια μιλούσαν τα λατινικά (των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή) -λόγω της σημασίας της ελληνιστικής Ανατολής μέσα στην αυτοκρατορία– επαλήθευσε τον χρησμό: «συν τη Ρωμαίων φωνή και την τύχην απέβαλεν η αρχή» (δηλαδή «Μαζί με τη γλώσσα των Ρωμαίων η εξουσία απέβαλε και την τύχη της»). [Διονυσίου Ζακυθηνού, Βυζαντινή Ιστορία (324–1071), Αθήναι 1977, σελ. 143.] Ο εξελληνισμός επομένως της κρατικής και της διοικητικής εξουσίας (λόγω και της πλειονότητας των κατοίκων στη βαλκανική χερσόνησο και στη Μικρά Ασία που ήταν κυρίως Ελληνόφωνοι) ΚΑΙ ΟΧΙ Ο ΕΚΛΑΤΙΝΙΣΜΟΣ απασχολεί τον Λαυρέντιο Λυδό.

Σήμερα, δεν αρνούμαστε ότι οι Βλάχοι της Ελλάδας έχουν αποκτήσει οι περισσότεροι ελληνική εθνική συνείδηση (κυρίως μέσω της προπαγάνδας και της χρήσης της ελληνικής γλώσσας από την Εκκλησία) και μάλιστα έχουν προσφέρει πολλούς ευεργέτες στο ελληνικό έθνος (Αβέρωφ, Σούτσος, Γκίκας κ.α.). Το ίδιο συνέβη με ορισμένους από τους Βλάχους των Σκοπίων και της Αλβανίας. Την προσήλωση των Βλάχων των Σκοπίων στον ελληνισμό για παράδειγμα επισημαίνει και ο Σκοπιανός ιστορικός Bitoski, ο οποίος αναφέρει ότι: «Αυτοί οι Βλάχοι, βαθμιαία καθίστανται η κύρια δύναμη στο πλευρό της Μητροπόλεως Πελαγονίας για την προώθηση της Μεγάλης Ελληνικής Ιδέας. Οι ναοί και τα σχολεία της πόλης του Μοναστηρίου ήταν κατά τα μέσα του 19ου αιώνα σε ελληνικά χέρια…».

Ας δούμε τώρα ένα ενδιαφέρον δημοσίευμα με μαρτυρίες Βλάχων από το Κρούσεβο (Krushevë) και το Μοναστήρι των Σκοπίων.

Σύμφωνα με το αλβανικό πρακτορείο iliria, ο Σύλλογος «Συνέδριο της Ένωσης»/ “Kongresi i Bashkimit” που έχει έδρα στο Μοναστήρι αντέδρασε εναντίον της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας των Βλάχων, η οποία δήλωσε ότι οι Βλάχοι του Κρουσόβου και της γύρω περιοχής είναι Έλληνες και η καταγωγή τους είναι καθαρά ελληνική.

Τις τελευταίες ημέρες, η Ελληνική Ομοσπονδία των Βλάχων (οι οποίοι δηλώνουν ότι είναι Βλάχοι ελληνικής καταγωγής) έχει ξεκινήσει μια εκστρατεία στην περιοχή, σχετικά με την ευαισθητοποίηση των Βλάχων της περιοχής του Κρουσόβου για να δηλώσουν Έλληνες. Στο ζήτημα αυτό δεν έχουν αντιδράσει ούτε τα σκοπιανά μέσα ενημέρωσης - όπως αναφέρει το δημοσίευμα.

Και συνεχίζει:
Ο αλβανικός σύλλογος “Kongresi i Bashkimit” , ανακοίνωσε ότι οι πρώτες οικογένειες που έφθασαν στο Κρούσοβο είναι κυρίως αλβανικής καταγωγής και Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Αλλά, ένα μέρος από αυτούς ανήκουν στους εθνικά Βλάχους. «Οι οικογένειες που ζουν τώρα στην περιοχή του Κρουσόβου κατάγονται από τη νότιο Αλβανία και ζούσαν σε πεδινές περιοχές όπως είναι τα χωριά του Κρουσόβου: Nerova, belahan, Presilla, Vrbovci» δήλωσε ο Koço Haxhilega (Κότσο Χατζηλέγας), 80 ετών που δήλωσε ότι είναι εθνικά Βλάχος.

Αναφέρει μάλιστα, προς το αλβανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο, ότι εκτός από τους Βλάχους στο Κρούσεβο (Krushevë) ζουν και Αλβανοί Ορθόδοξοι, οι οποίοι έχουν αναμιχθεί με τους Βλάχους με μικτούς γάμους.

Ο Σαίμ Ισλάμι 67 ετών και ο 90χρονος Καρέμ Αλίλι από τη Νερόβα του Κρουσόβου ισχυρίζονται ότι όλοι οι ηλικιωμένοι Βλάχοι του Κρουσόβου γνωρίζουν την αλβανική, όπως αυτή ομιλείται στο Ντέβολ και στην Κορυτσά. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι οι Βλάχοι μαζί με κάποιες αλβανικές οικογένειες ήρθαν στην περιοχή αυτή μετά την πτώση του Αλή Πασά.

Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία και έγγραφα που έχει το «Συνέδριο της Ένωσης», οι Βλάχοι του Κρουσόβου έλκουν καταγωγή από την Μοσχόπολη, το Βιθκούκι, το Ντέβολ της Κορυτσάς, καθώς και από το Δέλβινο, Κολόνια και Γιάννενα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του Κότσο Νίτσα, Βλάχου από το Κρούσεβο που είναι πρόεδρος μιας ένωσης Βλάχων στο Μοναστήρι:

«Εμείς δεν είχαμε ποτέ σχέσεις με την Ελλάδα γιατί η καταγωγή μας είναι από τη Μοσχόπολη και την περιοχή της Κορυτσάς και αναγνωριζόμαστε τα Βλάχικα όπως και τα Αλβανικά» δήλωσε ο Νίτσα.

Σύμφωνα, επίσης, με μάρτυρες οι Σλάβοι των Σκοπίων ήρθαν πολύ αργότερα στο Κρούσεβο και στη γύρω περιοχή και σε πολλές περιπτώσεις μετά απ'αυτό συνέβη η εγκατάλειψη των οικισμών από την πλειοψηφία των Βλάχων και των Αλβανών που μετοίκησαν στην πόλη των Σκοπίων και στο Μοναστήρι.

Οι εκπρόσωποι της βλάχικης κοινότητας υποστηρίζουν ότι οι υποστηρικτές της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Βλάχων είναι η μειοψηφία, και είναι χειραγωγημένοι και εργάζονται για τα ελληνικά και βουλγαρικά συμφέροντα.

Δεν υπάρχει κάποιο σχόλιο στο άρθρο

Αφήστε τα σχόλια σας

Συνημμένα (0 / 3)
Share Your Location

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://www.himara.gr/

ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ

Μπορείτε να μας βρείτε και να συνδεθείτε μαζί μας στα παρακάτω μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Ακολουθήστε μας:


Η σελίδα είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Γιώργου Γκιώνη