|
Πεντακόσια χρόνια σκλάβοι, κάτω απ’ άγριο ζυγό, ζούσαμε με μιαν ελπίδα, η Ήπειρός μας πως θα γίνει μιαν ημέρα Ελληνική.
Και μιαν αυγινή του Μάρτη, σπάνε ξάφνου τα δεσμά και με περισσή λαχτάρα χαιρετάμε δακρυσμένα την πανώρια Ελευθεριά.
Τη χαρήκαμε ένα χρόνο μ’ όλη της την ομορφιά Τώρα φεύγουν, μας αφήνουν σε μιαν άκρη απελπισιά.
Μ’ από κάτω απ’ τη σκιά της όποιος έμαθε να ζει ξέρει πως και να πεθάνει πριν την αποχωρισθεί.
Στάσου αντρίκεια Ηπειρώτη και δεν είσαι μοναχός. Τον ιερό σου τον αγώνα παραστέκει ο Ελληνισμός. |
|
|
Στρίψτε τις πλώρες άφοβα, θαλασσοπόροι ξένοι, θάλασσα μες το Πάνορμο, θυμός αναίμου σβαίνει, κι' αυτό όπου στο μέτωπο μου βλέπετε σαν άστρο, είναι τη νίκης τρόπαιον, αστραποβόλον κάστρο. Νυφάδες Χιμαριώτισσες τ' αναστησαν με ζήλο, άφιλο προς τους άφιλους, και προς τους φίλους φίλος. Με γνώρισε ο Φαέθοντας μ' είχε παλιούθ' ο Πύρρος, Αλής ο πρώτος με κρατεί Τεπελενιώτης ήρως, αφέντης πληρεξούσιος στης Ήπειρου τα μέρη, και στρατηγός ασύγκριτος με το σπαθί στο χέρι. Πέντε μυριάδες στράτευμα κρατεί στον ορισμό του, άγρυπνα πάντα κι άφοβα ενάντια στο εχθρό του, στα Γιάννενα αναπαύεται το άνδρειο το λιοντάρι, της Αθηνάς το γέννημα, τ' ανάθρεμμα του Άρη.
Λέγεται πως ο συνθέτης του επιγράμματος ήταν ο Αθανάσιος Ψαλίδας κατόπιν παραγγελίας του Αλή Πασά |
|
|
Τέλος να πήρε ο πόλεμος; Άλλος δεν είναι αγώνας; Ελλήνων ιεροί λόχοι, για ύπνο βαρύ σας δέχτηκε της δόξας ο λιμιώνας; Η δάφνη αμάραντη; - Όχι!
Λαλούμενα ξενύχτηδων. Σωπάτε, χαροκόποι! -Ω σπαθωτή κιθάρα τυρταία, φόρεσε πύρινη, μπροστά στην κρύαν Ευρώπη κορώνα τη Χειμάρρα!
…Στα χειμαρριώτικα βουνά ροβόλα, τα τουφέκια τ’ άγρια συντρόφεψέ τα, με της πατρίδας την ψυχή και με τ’ αστροπελέκια την άγια γη χαιρέτα.
…..Στους ξέγνοιαστους αλίμονο! Τους πρέπει να είναι δούλοι, στον άρπαγα, τρομάρα! Η Ελλάδα πού; Στην Ήπειρο. Δόξα στο Κακοσούλι, Νίκη σ’ εσέ, Χειμάρρα!
Τα Γιάννενα ονειρεύονται, η Κρήτη ξαποσταίνει, βουβή η Θεσσαλονίκη, η Αθήνα ξεφαντώνει….Ποιος βογγάει σα να πεθαίνει; -Χειμάρρα, ολόρθη! Οι λύκοι.
από το ποίημα "Χειμάρρα" του Κ.Παλαμά |
|
|
Χειμάρρα πάρε τ' άρματα Το κύμα, που ξαπλώνεται στου Πελάου την Αγκάλη, Και καρτερεί ένα φύσημα να στηλωθή, ν' αγριέψη. Να πνίξει κάθε κάτεργο και κάθε περιγιάλι, Ποιος άνεμος βουλήθηκε ποτέ να το μερέψη;
Τ' άλογο εκείνο τ' ανήμερο πόμαθε από πουλάρι Ελεύθερο ανυπότακτο να τρέχη ν' ανεμίζει τη χαίτη του στην έρημο και δίχως Καβαλλάρη Ποιός λέγει του βάζει τη θηλιά και σκλάβο το γυρίζει;
Του λόγγου τ' αγριοδάμαλο που τούναι νεροκράτης το ρέμμα τ' ασπροπόταμου κ' έμαθε να κεντρώνη τα δ'ενδρα με τα κέρατα, ποιός είπε ζυγολάτης πώς του φορτώνει το ζυγό και τ' οδηγαέι και οργώνει;
Τον σταυραετό που πέλεται, απ' τα μικρά του χρόνια Μεσουρανεί στα σύν νεφα και σμίγει με τ' αστέρια Τα φλογερά τα μάτια του και πίνει από τα χιόνια Να τον σκλαβώση ποιός μπορεί, μ'όσια κι' αν έχει χέρια;
Και της Ηπείρου το στοιχειό, την ξακουστή Χειμάρρα Πώχει γονιό τον πόλεμο, πώχει τροφή το αίμα Και μάτι της την αστραπή και χνώτο την αντάρα Να την πατήσει ποιός μπορεί, ποιός είπε τέτοιο ψέμμα;
Χειμάρρα πάρε άρματα κατά το Σούλι βάζε Να παρατήση γρήγορα τον έρμο γερουλάτη Και να ζωθή τ' αρμάτι του, το γέρο Πίνδο κράξε Να μην σχολιάζη βάρυπνος ν'αχη άγρυπνο το μάτι.
Βουνά μου, πάρτε τ' άρματα, τα γέρικά σας χιόνια Και τα πολλά τα κρούσταλλα ν' ανάψη να τα λυώση Η πύρινη από τα νειάτα σας κι από τα παλιά σας, Ποιόν καρτεράτε, δύστυχα, νάρθη να σας σγκώση;
Κώστας Κρυστάλλης |
|
|
Στην Χιμάρα βγαίν’ ο ήλιος αρχηγός ο Σπύρομήλιος, Μέσ’ του Πύλιουρι τη ράχη ο Σπύρομήλιος κάνει μάχη και ο καπετάν - Τσολάκης. Τα παπόρια είχαν’ ράξει βγάζαν το στρατό με τάξη την Τουρκιά να υποτάξει. Έχει μαζί του παληκάρια που πολεμάνε σαν λιοντάρια κρητικούς και χιμαριώτες και καμπόσους πυλιουριώτες. |
|
|
Πάνω στον άγιο – Νικόλα και στην Βάνοβα ψηλά πολεμάνε οι λεβέντες του Πύλιουρι τα παιδιά Πολεμάνε σαν λιοντάρια μόνο για την Λευτεριά τραγουδώντας μεσ’ τη μάχη ω Χιμάρα μας γλυκιά
Σένα’ νε φρουρούσαν Κάστρα γύρω – γύρω τα παιδιά τέτοιοι άντρες παλικάρια δεν υπάρχουν πουθενά.
Πάρε μας μάνα Ελλάδα πάρε μας στην αγγαλιά γιατί μόνονε κοντά σου θε να βρούμε λευτεριά |
|
|
Εσκοτώθηκα στη μάχη στης Χιμάρας τα βουνά (1940-1941) Εσκοτώθηκα στη μάχη στης Χιμάρας τα βουνά Κλάψετε μ’ μωρ’ φανταράκια, της Ελλάδας τα παιδιά. Σεις πουλιά και χελιδόνια, που διαβαίνετε ψηλά, της μανούλας μου να πείτε χαιρετίσματα πολλά. Όπου δεις δυο κυπαρίσσια και στη μέση δυο ελιές, εκεί μέσα, μαύρη μάνα, να’ ρχεσαι και να με κλαις. Όπου δεις δυο κυπαρίσσια και στη μέση ένα σταυρό, εκεί μέσα είμαι θαμμένος, δίπλα σ’ ένα λοχαγό. Όπου δεις δυο κυπαρίσσια και στη μέση μια ελιά, εκεί μέσα είμαι θαμμένο μ’ άλλα Ελληνικά παιδιά. Για σεντόνι μου’ χουν βάλει μια σημαία Ελληνική μ’ άσπρα γράμματα γραμμένη να με λένε ΝΙΚΗΤΗ. |
|
|
Ξενιτιά φαρμα - φαρμακωμένη με φαρμα - φαρμάκωσες καϊμένη ξενιτιά σε κα μωρ κάθε λέξη μόνο πλάκα – πλάκα μου ‘χεις παίξει ξενιτιά στο σπίτι μου θα πάω τσε ψωμί – ψωμί ξερό θα φάω ξενιτιά ήρθε – ήρθε η ώρα από σένα φεύγω τώρα |
|
|
Μία μάνα πονεμένη τα παιδιά της περιμένει. Κάθομαι και γράφω γράμμα να βρεθούμε όλοι αντάμα. Σεις πουλάκια που πετάτε και στην ξενιτιά που πάτε τα παιδιά μου να ρωτάτε σε ποιάν αγκαλιά κοιμάνται. Εγώ γράμμα μη τους στέλλω γλήγορα τους περιμένω. Μάννα μας γλυκιά μητέρα θ’ ανταμώσουμε μια μέρα γιατί ζω με την ελπίδα να γυρίσω στην πατρίδα |
|
|