Άλλο Αλβανοί και άλλο Αρβανίτες

Άγνοια η και διαστρέβλωση της Ιστορίας προδίδει η καινοφανής άποψη που ακούσθηκε ότι δηλαδή μεγάλοι ήρωες του 1821 και των μετέπειτα εθνικών αγώνων υπήρξαν Αλβανοί.

Γίνεται σύγχυση με τους Αρβανίτες, τους αρβανιτόφωνους Έλληνες. Άλλο, όμως, Αλβανοί και άλλο Αρβανίτες. Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Και εξηγούμεθα :

Ο Μάρκος Μπότσαρης, στην μνήμη του οποίου ασεβούν πολλοί, ήταν Έλλην αρβανιτόφωνος, όπως όλοι οι Σουλιώτες. Η ελληνική του συνείδηση φαίνεται και από την περίφημη φράση που είπε όταν πρωτοπάτησε στα Επτάνησα : Ο Έλλην δεν μπορεί να αισθάνεται ελεύθερος εκεί όπου κυματίζει η Βρεττανική σημαία". Το δε Λεξικό που έγραψε ήταν της αρβανίτικης - όχι αλβανικής - και ρωμαίικης απλής (νεοελληνικής). Άλλωστε δεν θα μπορούσε να έχει αλβανική εθνική συνείδηση, διότι κάτι τέτοιο εμφανίζεται μόλις το 1878 με την Λίγκα της Πριζρένης - Κοσσυφοπεδίου και μάλιστα ως τεχνιτό κατασκεύασμα ξένων δυνάμεων και θρησκευτικών προπαγανδών. Κατά την Τουρκοκρατία δεν υπήρχε έθνος Αλβανών. Οι κάτοικοι της σημερινής Αλβανίας διεκρίνοντο με κριτήριο την θρησκεία τους. Οι Ορθόδοξοι ήσαν Ρωμιοί, εντεταγμένοι στο ίδιο Γένος με τους υπόλοιπους Έλληνες. Οι Μουσουλμάνοι ένοιωθαν Τούρκοι, εξ ου και ο όρος Τουρκαλβανοί. Εάν μιλούμε για αλβανική συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση δεν πρέπει να αναφερόμαστε στους Μποτσαραίους, την Μπουμπουλίνα και τους Κουντουριώτηδες, αλλά στους Τουρκαλβανούς που χρησιμοποιήθηκαν από την άλλη πλευρά ως σφαγείς των Ελλήνων.

Οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας δεν ανέφεραν Αλβανούς στην Βαλκανική. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ονομάζει Αλβανούς μία φυλή του Καυκάσου. Ο Γεώργιος Καστριώτης - Σκεντέρμπεης, που θεωρείται εθνικός ήρωας των σημερινών Αλβανών, ονόμαζε εαυτόν Ορθόδοξον Ηπειρώτη (15ο αιών). Σε έγγραφα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 15ου αιώνος η λέξη "Αλβανός" ερμηνεύεται " Έλληνες από την Ήπειρο και την Πελοπόννησο" χωρίς να αμφισβητείται η ελληνική συνείδησή τους. Η αλβανική συνείδηση είναι οπωσδήποτε ξενόφερτο κατασκεύασμα όπως αποδεικνύουν και μαρτυρίες των ιδίων των ενδιαφερομένων , τις οποίες κατέγραψε ο σύγχρονός μας διαπρεπής Βαλκανιολόγος Αχιλλεύς Λαζάρου.

Όταν η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία για δικούς τους λόγους προσπαθούσαν να κατασκευάσουν αλβανικό κράτος ώστε να ελέγχουν την είσοδο της Αδριατικής, οι Τουρκαλβανοί ύψωναν στο Δυρράχιο την οθωμανική σημαία !

Προτιμούσαν την τουρκική παρά την άγνωστη σ' αυτούς αλβανική εθνική συνείδηση. Άλλωστε και στους Βαλκανικούς πολέμους οι Μουσουλμάνοι της Αλβανίας πολέμησαν, και μάλιστα δυναμικά, στις τάξεις του Οθωμανικού στρατού. Μετά το 1908 πολλά από τα μέλη του Νεοτουρκικού κομιτάτου, το οποίο σχεδίασε και ξεκίνησε τον διωγμό των Ελλήνων ήταν Τουρκαλβανοί.

Η λέξη Αλβανία, σημαίνει Λευκή Χώρα από το λατινικό ΑΛΜΠΑ : λευκή. Είναι όρος με γεωγραφική και όχι εθνολογική σημασία.

Ο όρος Αρβανίτης που αφορά τους Σουλιώτες, τους Υδραίους, τους Σπετσιώτες και πολλούς κατοίκους των Μεσογείων, προέρχονται από τελείως διαφορετική ρίζα. Συγκεκριμένα από τη λέξη "Άρβανον", τοπωνύμιο της Βορείου Ηπείρου, που το βρίσκουμε ήδη από τον 11ο αιώνα στα κείμενα της Άννας Κομνηνής. Από το Άρβανον, δηλαδή από την Ελληνικοτάτη Βόρειο Ήπειρο, κατέβηκαν σε πόλεις και νησιά της Νοτίου Ελλάδος ελληνικοί πληθυσμοί που μιλούσαν αρβανίτικα. Δηλαδή μία διάλεκτο ανάμικτη με αρχαία ελληνικά, λατινικά, τουρκικά και εντόπια βαλκανικά γλωσσικά στοιχεία. Οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες ουδέποτε είχαν διαφορετική συνείδηση από τους υπόλοιπους Έλληνες. Παρεμφερές παράδειγμα μας δίδουν οι σλαβόφωνοι Μακεδονομάχοι Κώττας, Κύρου, Νταλίπης και άλλοι, οι οποίοι πολέμησαν υπέρ της Ελλάδος κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Καθώς και οι τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι της Καππαδοκίας που κράτησαν μέσω της Εκκλησίας την ελληνικότητά τους αν και έχασαν την ελληνική γλώσσα. Οι δίγλωσσοι Έλληνες αρβανιτόφωνοι, βλαχόφωνοι, σλαβόφωνοι, κ.λ.π. μας προσφέρουν χαρακτηριστικές αποδείξεις ότι στα Βαλκάνια κατά τους τελευταίους πέντε τουλάχιστον αιώνες η Ορθόδοξη πίστη - και γενικότερα η θρησκεία - διαμορφώνει την εθνική συνείδηση πολύ περισσότερο και από το γλωσσικό ιδίωμα.

Η σύγχυση μεταξύ των λέξεων Αλβανός και Αρβανίτης δημιουργείται μόνον στην ελληνική γλώσσα, διότι φαίνονται να μοιάζουν οι δύο όροι ηχητικά. Η ομοιότης είναι μόνο επιφανειακή. Στην ουσία διαφέρουν κατά πολύ. Άλλωστε οι ίδιοι οι Αλβανοί αποκαλούν εαυτούς Σκιπετάρ και την χώρα τους Σκιπερία : χώρα των Αετών. Τι κοινό μπορούν να έχουν ένας Σκιπετάρ και ένα Έλλην αρβανιτόφωνος ; Ίσως ο ένας να μπορεί να καταλαβαίνει κάποιες λέξεις από τον άλλο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είχαν η έχουν την ίδια εθνική συνείδηση... Μην ξεχνούμε ότι Σέρβοι, Κροάτες και Βοσνιομουσουλμάνοι μιλούν ακριβώς την ίδια γλώσσα, παρά ταύτα συγκρούσθηκαν μεταξύ τους με οδυνηρές συνέπειες.

Σέβομαι και κατανοώ τις προσπάθειες πολιτικών και δημοσιογράφων να περιορίσουν τα ενδεχόμενα φαινόμενα ρατσισμού και ξενοφοβίας - αν και οι ρίζες των προβλημάτων δεν έχουν μελετηθεί σωστά - στην κοινωνία μας. Όμως κάτι τέτοιο δεν γίνεται με άγνοια η παραποίηση της ιστορικής αλήθειας. Ας μάθουμε καλά την Ιστορία μας ώστε και τους Έλληνες Αρβανίτες να τιμούμε για την εθνική τους προσφορά και με τον γείτονα αλβανικό λαό να διατηρούμε σχέσεις καλής γειτονίας, χωρίς βεβαίως να λησμονούμε την ελληνική κοινότητα της Βορείου Ηπείρου.

του Κων/νου Χολέβα, Πολιτικού Επιστήμονος

Η Αλβανική βουλή αδειάζει τον διοικητή της Κεντρικ...
Διαλύονται τα Σκόπια; Οι Αλβανοί της FYROM ανακήρυ...
 

Σχόλια (22)

Σβήστε την προπαγάνδα του γελοίου Αλβανού που την κάνει copy paste σε κάθε site, ήμαρτον

  Συνημμένα

Κατά τον Παπαρρηγόπουλο «. .οι Σουλιώτες ήσαν κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών». Ο Μ. Μπενέκος στο Βιβλίο του «Οι αληθινοί Σουλιώτες» (σελ. 2-4) αναφέρει ότι οι Σουλιώτες ήταν καθαροί αρβανίτες, οι οποίοι ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Ο Πέτρος Φουρίκης γράφει επίσης ότι « . .ακολουθούντες την γραπτήν παράδοσιν και μαρτυρίας ξένων τινών περιηγητών, πιστεύουμε ότι οι πρώτοι καταφυγόντες εις τας κορυφάς των βουνων του Σουλίου ησαν Αλβανοί, Χριστιανοί Ορθόδοξοι, κατά πάσαν πιθανότητα Τσάμηδες. Εις την αντίληψιν ταύτην συνεπικουρεί και το γεγονός ότι όλα συλ-λήβδην τα παλαιά τοπονύμια της περιοχής, μηδ’ αυτού του Σουλίου εξαιρουμένου είναι αλβανικά. Συντρέχει επίσης εις την άποψιν ταύτην και το γεγονός ότι οι Σουλιώται εγνώριζον και μεταχειρίζοντο την αλβανικήν γλώσσαν».

Τέλος ο Ι. Λαμπρινίδης θεωρεί τον σουλιώτικο πληθυσμό κράμα μιας αρχικής ποιμενικής αλβανικής πατριάς, ήδη εγκατεστημένης στην περιοχή, στην οποία είχε δώσει και το όνομά της, και περιοίκων, αλβανοφώνων και ελληνοφώνων χριστιανών, που κατέφυγαν στο Σούλι στις αρχές του 17ου αιώνα προκειμένου να αποφύγουν οθωμανικές αυθαιρεσίες και συγγε-νικές αντεκδικήσεις.

Για την προέλευση του ονόματος «Σούλι» υπάρχουν πολλές και αντικρουόμενες απόψεις. Σύμφωνα με τον Χριστόφορο Περραιβό, το όνομα οφείλεται σε κάποιον Τούρκαλβανό Σούλην ή Σούλιον, ο οποίος σκοτώθηκε στην τοποθεσία που βρίσκεται το Σούλι και από αυτόν πήρε το όνομα. Άλλοι θέλησαν να ταυτίσουν το Σούλι με τους Σελλούς της Δωδώνης που αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα. Άλλοι θεωρούν ότι η λέξη προέρχεται από τους Συλίονες που αναφέ-ρει ο Στέφανος Βυζάντιος και άλλοι από την πόλη Σόλλιον την οποία αναφέρει ο Θουκιδίδης. Ο Πέτρος Φουρίκης θεωρεί την ονομασία αλβανική, εκ του Σούλ, που σημαίνει σκοπιά, βίγλα, την οποία έδωσαν στον τόπο οι πρώτοι αλβανόφωνοι κάτοικοί του, που είναι μάλλον και η πιο σωστή εκδοχή επειδή το Σούλι ήταν απομονωμένο ψηλά στο βουνό σε δύσβατη περιοχή.

Ο Ι. Λαμπρίδης θεωρεί το τοπωνύμιο σαν προσωπωνύμιο που αντιστοιχεί σε όνομα αρχηγού εποικιστικού γένους, «. .ηγέτου επηλύδων ομωνύμου. Στρατιώτης και φυλάρχης πατριάς εκ της φυλής των Τσιάμιδων ήν ο Σούλης, ός σκηνώσας εν τη νυν ομωνύμω περιοχή δέδωκε κατά το σύνηθες και το όνομα αυτού εις ταύτην». Τέλος η Ψιμούλη γράφει στο βιβλίο της «Σούλι και Σουλιώτες» : «Θεωρώντας, συνεπώς, δομικό στοιχείο της λειτουργίας του γένους την ονομασία του ίδιου και της περιοχής εγκατάστασής του από το όνομα του ιδρυτή του, καταλήγουμε στην άποψη η οποία αποδέχεται ότι το όνομα Σούλι προέρχεται από πρόσωπο, αρχηγό γένους. Με την επικράτηση του ονόματος του αρχηγού και του γένους του στην περιοχή, οριοθετείται ο χώρος υπέρ αυτών, εξασφαλίζοντας έτσι τις σχέσεις κατοχής και νομής της περιοχής».

  Συνημμένα

Οι Έλληνες εθνικιστές, στην προσπάθεια τους να πείσουν ότι οι Αρβανίτες ήταν Έλληνες, επικαλούνται τον λόρδο Βύρωνα (Byron) ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τους Αρβανίτες ως δυνατή και ρωμαλέα ελληνική φυλή, αλλά ξεχνούν αυτό που στο παραπάνω κείμενο ομολογεί ο Δραγούμης, ότι δηλαδή οι Αρβανίτες ήταν Αλβανοί που αφομοιώθηκαν από τους Έλληνες, λόγω της κοινής τους χριστιανικής θρησκείας. Ένα άλλο επιχείρημα που επικαλούνται οι Έλληνες εθνικιστές για να υποστηρίξουν την ελληνική καταγωγή των Αρβανιτών, είναι ότι οι Αρβανίτες αποκαλούν τη λέξη «χωριό» ως «κατούντ» ή ως «κατούνα» (εννοώντας κυρίως τα χωριά που βρίσκονταν σε υψώματα και σε στενά περάσματα) και όχι ως «φσατ» (fshat) όπως είναι στα αλβανικά (στην τόσκικη αλβανική), άρα κατ’ αυτούς οι Αρβανίτες δεν είναι Αλβανοί αλλά ξεχνούν οι πατριδοκάπηλοι ότι η λέξη «κατούντ» (katund) σημαίνει «χωριό» στη διάλεκτο των Γκέγκηδων της βόρειας Αλβανίας. Μάλιστα, υπάρχει και χωριό με την ονομασία «Katund» κοντά στην Κρούγια στη βόρεια Αλβανία.

Ο αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης στο έργο του «Εκκλησιαστικαί επαρχίαι της Θράκης» αναφέρεται στους Αρβανίτες της Θράκης και ναι μεν λέει ότι είχαν αποκτήσει ελληνική εθνική συνείδηση. Ωστόσο παραδέχεται ως τόπο προέλευσης τους την Αλβανία και χαρακτηρίζει τα σχολεία τους ως «ελληνο-αλβανικά». Στις σελίδες 60-61 αναφέρεται στο χωριό Ιμπρίκ τεπέ και το χαρακτηρίζει ως «ελληνο-αλβανικό».

  Συνημμένα

Στην εγκυκλοπέδια Μπριτάνικα λέγεται ότι: «Οι Ιλλυριοί κατοίκησαν στη δυτική πλευρά των Βαλκανίων…από εκεί που βρίσκεται η σημερινή Σλοβενία στα βόρειο-δυτικά μέχρι την Ήπειρο» (Encyclopedia Britannica, p. 615, 2002).

«Από τα αρχαία χρόνια τα βουνά της Ηπείρου και της Ιλλυρίας κατοικήθηκαν από Αλβανούς» (The Catholic Encyclopedia, p. 87, 1913).

«Ενδέχεται οι Ιλλύριοι να είναι οι πρόγονοι των σημερινών Αλβανών. Οι φυλές δυτικά της Πίνδου θεωρούνταν πάντα λιγότερο ελληνικές από αυτές στα ανατολικά της και το Ιλλυρικό στοιχείο στην περιοχή αυτή ήταν περισσότερο από το ελληνικό» (Library of Universal History and Popular Science, p. 721).

«Στα παλαιά χρόνια η Ήπειρος και η Ιλλυρία μαζί εκτείνονταν από την περιοχή της Τεργέστης (στα βόρεια) μέχρι τον κόλπο της Άρτας (τον Αμβρακικό κόλπο στα νότια), στα βόρεια του οποίου κατοικούσαν οι Ηπειρώτες ενώ στα νότια οι Έλληνες…» (International Conciliation, issues 134-139).

«Ο Θεόπομπος (340 π.Χ.) καταγράφει 14 διαφορετικά έθνη στην Ήπειρο, ανάμεσα στα οποία κυρίαρχη θέση στην Ήπειρο είχαν οι Μολοσσοί και οι Χάονες. Είναι πιθανόν ότι άλλα από αυτά ήταν Ιλλυρικά άλλα ημι-μακεδονικά, όλα αυτά όμως τα καταγράφει κάτω από το κοινό όνομα Ηπειρώτες» (George Grote, History of Greece, vol. 3, p. 414 – 1987).

«Οι Ιλλύριοι κατοικούσαν στα βουνά της Πίνδου και στις ακτές της Αδριατικής, εκτείνονταν μέχρι μέσα στην Ήπειρο» (A Companion to Homer, p. 312 –Alan John Bayard Wace & Frank H. Stubbings- History, 1962).

Ο Κώστας Μύρτιλος-Αποστολίδης λέει: «Οι Ηπειρώτες μερικές φορές αποκαλούνταν ‘Αλβανοί’ επειδή μιλούσαν την Αλβανική γλώσσα» (Ο Στενίμαχος, σελίδα 34, Αθήνα 1929).

Ο Malte Brun λέει σχετικά με τους Αλβανούς: «Ήταν δυνατοί, γενναίοι και αντιστεκόντουσαν στην κούραση. Ήταν οι στρατιώτες του Πύρου, του Σκεντέρμπέη και του Αλή Πασά» (Universal Geography or A description of all parts of the world…, Conrad Malte-Brun 1829, P. 107).

Ο Theodor Mommsen είπε: «Οι γενναίοι Ηπειρώτες, οι Αλβανοί της αρχαιότητας, προσκολλήθηκαν με γενναιότητα στον δυνατό αυτόν νέο [προφανώς εννοεί τον Πύρρο ή τον Σκεντέρμπέη] τον οποίο αποκαλούσαν αετό» (The History of Rome, p. 399 – 1864).

Ο Robert Gordon Latham λέει: «Είναι πλέον βέβαιο ότι υπήρχε Σκιπετάρικο (αλβανικό) αίμα σε περισσότερους από έναν αρχαίους ήρωες. Υπήρχε σκιπετάρικο αίμα στις φλέβες περισσοτέρων τους ενός βασιλιάδων του αρχαίου ελληνιστικού κόσμου. Ο Πύρρος για παράδειγμα και οι Τημενίδες της Μακεδονίας ήταν πιθανόν περισσότερο ή λιγότερο Σκιπετάροι» (The Nationalities of Europe, p. 7, 1863).

  Συνημμένα

Όταν το 1417 οι Αλβανοί θα εκδιωχθούν από την Μικροβλαχία (Αιτωλία - Ακαρνανία - Ευρυτανία), από τον Ιταλό δεσπότη της Ρωμανίας, Κάρολο Α' Τόκκο, ενώ λίγο αργότερα θα εκδιωχθούν και από την Μεγαλοβλαχία (Θεσσαλία - Φθιώτιδα), φάρες όπως αυτές των Σπάτα, των Λιόσα και των Μαλακάσα θ'αναζητήσουν καταφύγιο νοτιότερα. Συγκεκριμένα, το δουκάτο των Αθηνών των Ατζαγιόλων, αλλά και τα δεσποτάτα του Μορέως των Παλαιολόγων, θα ενθαρρύνουν τη μετανάστευσή τους στις κτήσεις τους. Απόγονοι αυτών είναι οι Αρβανίτες.

  Συνημμένα

Το όνομα "Αλβανία" δεν προέρχεται από το Ιταλικό "Alba". Υπήρχε μία Ιλλυρική φυλή που λεγόντουσαν "Αλβανοί". Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (πέθανε το 160-168 μ.Χ.) αναφέρει μια φυλή στην Ιλλυρία με το όνομα Άλβανες, που ζούσε στο χώρο μεταξύ Δυρραχίου και Δίβρης. Είναι φανερό ότι πρόκειται για ένωση πατριών που συγκροτήθηκε για αυτοάμυνα. Αυτή η ένωση ενισχύεται πολύ την εποχή των μεγάλων βαρβαρικών επιδρομών του 4ου-7ου μ.Χ. αιώνα (άλλες Ιλλυρικές φυλές ήταν οι Εγχελοί, οι Ταυλάντιοι ή όπως αποκαλούνταν από τους Έλληνες Χελιδόνιοι, οι Βιλιόνοι, οι Δασσαρέτες κ.α.).

Ο Νίκος Καράμπελας στο βιβλίο του «Ο Άγγλος θεολόγος Thomas S. Hughes στην Πρέβεζα και στη Νικόπολη» λέει: «Οι βυζαντινοί συγγραφείς φαίνεται να έχουν πάρει το όνομα ‘Αλβανοί’ από τον Πτολεμαίο. Οι βυζαντινοί ιστορικοί αναφέρονται σε αυτούς με τα επίθετα ‘Αλβάνοι’, ‘Αρβάνοι’, ‘Αλβανίτες’, ‘Αρβανίτες’ κ.τ.λ.».

Για άλλη μια φορά διαπιστώνουμε ότι οι Αλβανοί είναι απόγονοι των Ιλλυριών και αυτόχθονες στα Βαλκάνια και όχι απόγονοι των Αλβανών του Καυκάσου ή απόγονοι των Κάρπων από τη Δακία. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από κοινά έθιμα που υπήρχαν στους Αλβανούς και στους Έλληνες γείτονες τους. Το υποτιθέμενο χρονολογικό χάσμα ανάμεσα στους Αλβανούς και τους Ιλλυριούς, εξηγείται λόγω του επηρεασμού τους από τον Ελληνικό/Ελληνιστικό πολιτισμό αλλά και με την προτίμησή τους, είτε για την ελληνική, είτε για την λατινική γλώσσα, όσον αφορά τον γραπτό λόγο. Διαπιστώνουμε επίσης την Αλβανική καταγωγή των Σουλιωτών αλλά και τη στενή σχέση των Αλβανών με τους Αρβανίτες. Διαπιστώνουμε επίσης ότι ο Πύρρος, ο Γεώργιος Καστριώτης και οι Ηπειρώτες ήταν δίγλωσσοι, και γνώστες της ιλλυρικής. Ποια ήταν η μητρική τους (η ιλλυρική ή ελληνική) δεν είναι σαφές, και ούτε έχει μεγάλη σημασία.

Στο «Λεξικό Εθνών - Εθνοτήτων - Λαών» του Γιόζεφ Βολφ, αναφέρονται τα παρακάτω:
«Αρβανίτες ή Αλβανοί: Λαός που διαμορφώθηκε στο χώρο της σημερινής Αλβανίας τους πρώτους μ.Χ. αιώνες. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (πέθανε το 160-168 μ.Χ.) αναφέρει μια φυλή στην Ιλλυρία με το όνομα Άλβανες, που ζούσε στο χώρο μεταξύ Δυρραχίου και Δίβρης. Είναι φανερό ότι πρόκειται για ένωση πατριών που συγκροτήθηκε για αυτοάμυνα. Αυτή η ένωση ενισχύεται πολύ την εποχή των μεγάλων βαρβαρικών επιδρομών του 4ου-7ου μ.Χ. αιώνα. Τότε, στην περιοχή θα εισβάλουν σλαβικά φύλα που θα καταστρέψουν τις πόλεις. Μεγάλο μέρος των κατοίκων αυτών των πόλεων καταφεύγει στα βουνά και πυκνώνει τις γραμμές των Αλβανών, οι οποίοι φυσικά αντιστέκονται και αποκρούουν τους Σλάβους.

Στις αρχικές ιλλυρικές πατριές, που συγκρότησαν τους Αλβανούς ή Αρβανίτες, προστέθηκαν τώρα και στοιχεία των παραλίων, ελληνικά, ρωμαϊκά κ.λπ. Οι Αλβανοί ή Αρβανίτες ενισχύονται ακόμα περισσότερο στην περίοδο της βουλγαρικής επέκτασης. Είναι καθαρά ποιμενικές πατριές, που κρατούν το όπλο στο χέρι. Οι Βυζαντινοί θα τους χρησιμοποιήσουν ως κλεισουράρηδες, φύλακες στα ορεινά μέρη.

Θα ξεχωρίσουν τρεις διαφορετικές ομάδες: Οι Γκέγκηδες, οι Τσάμηδες και οι Τόσκηδες, με μια μικρότερη υποδιαίρεση, τους Λιάπηδες. Δε συγκρότησαν έθνος, παρόλο που είχαν βρεθεί από νωρίς μπροστά σε κοινό εχθρό. Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, οι αρβανίτικες πατριές χρησιμοποιούνται ως στρατός στα φεουδαρχικά κρατίδια που συγκροτήθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Τον 14ο αιώνα οι ένοπλοι αυτοί Αρβανίτες που είχαν εγκατασταθεί σʼ όλη την οροσειρά της Πίνδου εξεγείρονται, ανατρέπουν την εξουσία στην Ήπειρο και δημιουργούν τρία κρατίδια: των Μπουαίων με κέντρο το Αγγελόκαστρο, των Λιοσαίων με κέντρο την Άρτα και του Κάρολου Τόπια, που καταλάμβανε τη Β. Ήπειρο και μέρος της Αλβανίας. Με τη διάλυση αυτών των κρατιδίων οι πολεμικές πατριές των Αρβανιτών σκορπούν ως μισθοφόροι σε διάφορα μέρη της Ελλάδας: στην Αττική και Βοιωτία ως μισθοφόροι των Ατσαγιόλι και στην Πελοπόννησο ως μισθοφόροι των Παλαιολόγων. Οι Τούρκοι θα τους βρουν απλωμένους σʼ όλη την Ελλάδα.

Οι Τούρκοι θα εξισλαμίσουν το βασικό όγκο των αρβανίτικων φατριών, που κατοικούσαν πέρα από τα όρια της σημερινής Ελλάδας και θα τους χρησιμοποιήσουν ως στήριγμα της εξουσίας τους. Οι Αρβανίτες που βρέθηκαν σκορπισμένοι, ως μισθοφόροι θα μείνουν κατά το πλείστο χριστιανοί και γιʼ αυτό θα πολεμούν τους Τούρκους. Αυτοί οι Αρβανίτες θα συγχωνευτούν τελικά με το Νεοελληνικό έθνος. Αντίθετα, οι εξισλαμισμένοι θα συγκροτήσουν το έθνος των Αλβανών, που ζει στην Αλβανία. Οι Αλβανοί όμως ονομάζουν τον εαυτό τους Σκιπτάρ.

Ως μισθοφόροι, οι Αρβανίτες βρίσκονται σκορπισμένοι στα πέρατα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι χριστιανοί Αρβανίτες θα είναι οι βασικοί μισθοφόροι της Βενετίας και θα δράσουν σʼ όλη τη διάρκεια των τουρκοβενετικών πολέμων. Μεγάλος αριθμός Αρβανιτών μισθοφόρων θα εγκατασταθούν στο βασίλειο της Νεάπολης, όπου θα παραμείνουν Και μετά την κατάλυση. Απόγονοί τους ζουν σήμερα σκορπισμένοι στη Ν. Ιταλία. Μεγάλος όγκος Αρβανιτών θα κατέβει στον ελλαδικό χώρο και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο το 1770, την εποχή των Ορλωφικών. Για μια περίοδο θα κυριαρχήσουν στην Πελοπόννησο, ενώ θα εξαναγκάσουν σε φυγή το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Πελοποννήσου. Έγιναν πραγματική συμφορά. Οι ίδιοι οι Τούρκοι θα τους καταδιώξουν. Σε συνεργασία με τις κλέφτικες ομάδες της Πελοποννήσου οι Τούρκοι θα τους εξοντώσουν.

Μαζί με τις ένοπλες πατριές είχαν κατέβει στην Πελοπόννησο και πολλοί ποιμένες. Με το διωγμό, οι περισσότεροι θα φύγουν για να εγκατασταθούν στα νησιά (Κυκλάδες, Σάμο κ.λπ.), ενώ ένα μεγάλο μέρος θα επιστρέψει στην Αλβανία, μετά από περίπου 10 χρόνια παραμονής στην Πελοπόννησο. Αρβανίτες θα εγκατασταθούν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, τόσο ως μισθοφόροι των Βενετών, όσο και ως μισθοφόροι των Τούρκων. Οι χριστιανοί Αρβανίτες, που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο πριν από την Τουρκοκρατία, θα πολεμήσουν τους Τούρκους και στη συνέχεια, μέσα από κοινούς με τον ελληνικό πληθυσμό αγώνες κατά των Τούρκων, θα συγχωνευτούν με τους Έλληνες. Οι Αρβανίτες θα αφομοιωθούν από το νεοελληνικό έθνος.

Η γλώσσα των Αρβανιτών γενικά ήταν φτωχή και οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιούν πολλές ελληνικές λέξεις. Σιγά σιγά η γλώσσα τους χάνεται. Η αρβανίτικη γλώσσα δε χάθηκε εντελώς μόνο στις περιοχές, όπου οι Αρβανίτες έμειναν ως αποκλειστική-κλειστή κοινωνία(Αττική και Βοιωτία και κατά κάποιο τρόπο η Κορινθία). Όταν η κλειστή κοινωνία τους θα σπάσει (από τα μέσα του 18ου αιώνα και έπειτα) η αρβανίτικη γλώσσα θα αρχίσει να υποχωρεί. Εξακολουθεί να αντιστέκεται όμως, στα ορεινά χωριά της Βοιωτίας-Αττικής
». Αν και το κείμενο έχει κατά τη γνώμη μου κάποιες μικρές υπερβολές, εντούτις βλέπουμε ότι και εδώ Αλβανοί, Αρβανίτες και Ιλλυριοί ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ.

Ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Άμαντος, υπεραμύνεται της Ιλλυρικής καταγωγής των Αλβανών στην εγκυκλοπαίδια Δρανδάκη-Πυρσου. Γράφει: «Είναι ευνόητον ότι οι περισσότεροι των ερευνητών αποκλίνουν υπέρ της γνώμης ότι οι σημερινοί Αλβανοί, όσον και αν ανεμίχθησαν μετ’ άλλων λαών, πρέπει να κατάγωνται κατά μέγα μέρος τουλάχιστον, εκ των αρχαίων κατοίκων της χώρας, των Ιλλυριών. Τουλάχιστον εις το εσωτερικόν, εις την ορεινήν Αλβανίαν, δεν δυνάμεθα να δεχθώμεν ότι οι αρχαίοι Ιλλυριοί έφυγαν και ότι άλλοι λαοί αντικατέστησαν αυτούς. Τα παμπάλαια πατριαρχικά έθιμα, όλος ο βίος των ορεινών Αλβανών συνηγορεί υπέρ της γνώμης ότι είναι απόγονοι των αρχαίων Ιλλυριών. Διαφέρει το ζήτημα ως προς τους κατοίκους των παραλίων, των πεδιάδων και της Ηπείρου. Εκεί ήτο πολύς ελληνικός πληθυσμός. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι εις τους σημερινούς Αλβανούς υπάρχει άφθονον ελληνικόν αίμα (νότια και παράλια), σερβικόν και εν μέρει ιταλικόν, αλλ’ ότι τον κύριον πυρήνα αποτελεί το ιλλυρικόν στοιχείον, το διασωθέν εις την ορεινήν Αλβανίαν και εκείθεν διαδοθέν και εις τα παράλια». Παρόλο που αναφέρει ότι οι Αλβανοί ήρθαν σε επιμειξίες με Έλληνες και Σλάβους, αναγνωρίζει και αυτός τους Αλβανούς ως απογόνους των Ιλλυριών και αυτόχθονες στα Βαλκάνια.

Όσο για το Κόσοβο, πολύ σωστά είχε πει σε μία συνέντευξη πριν μερικά χρόνια κάποιος Αλβανός πολιτικός (δεν έχει σημασία ποιος): «Αν κάνετε μια ιστορική διαδρομή θα δείτε ότι το Κόσοβο ποτέ δεν ήταν συστατικό στοιχείο της Σερβίας. Ηταν συστατικό της Μεγάλης Σερβίας, επομένως ήταν υπό κατοχή. Η μάχη που δίνουν οι Σέρβοι για το λεγόμενο λίκνο του έθνους, δεν στηρίζεται στην ιστορία, αλλά σε μύθους. Αν αναφερθούμε σ' εκείνες τις εποχές, η Ελλάδα, το Κόσοβο, η Αλβανία είχαν μια σλάβικη ιστορία, αλλά ήταν ιστορία κατοχής η οποία διήρκησε για ένα διάστημα και μετά αποχώρησαν οι Σλάβοι. Αυτή είναι η αλήθεια. Το 1389 πολέμησαν στην πεδιάδα του Κοσόβου Σέρβοι, Αλβανοί, Ούγγροι, πολέμησαν από κοινού. Μέχρι το 1912 ήταν βιλαέτι της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εδόθη στη Σερβία ως αμοιβή έναν αιώνα. Έναν αιώνα η Σερβία δεν έφτιαξε ουσιαστικές σχέσεις με το Κόσοβο αλλά αντιθέτως εγκαθίδρυσε αποικιακού χαρακτήρα καθεστώς. Οι Σέρβοι σε αυτόν τον αιώνα υιοθέτησαν εθνικιστική ιδεολογία όχι μόνο σε βάρος των Αλβανών αλλά και άλλων εθνοτήτων. Γνωρίζετε ότι οι Κροάτες ενώθηκαν εθελοντικά με τους Σέρβους και μετά από έναν αιώνα χώρισαν πάλι διότι οι Σέρβοι συμπεριφέρονταν σαν ηγεμόνες;»

Ας επανέρθουμε στους Αρβανίτες και στην εθνικιστική ελληνική προπαγάνδα, σύμφωνα με την οποία οι Αρβανίτες δεν έχουν καμμιά φυλετική σχέση με τους Αλβανούς, και ότι οι Αρβανίτες είναι αρβανιτόφωνοι Έλληνες Ηπειρώτες (αγνοώντας ότι οι Αρβανίτες που κατέβηκαν στην κυρίως Ελλάδα δεν ήταν μόνο Τόσκηδες (οι οποίοι πράγματι είχαν υποστεί ελληνικές επιρροές) αλλά και Γκέγκηδες, αφού πολλά ονόματα Αρβανιτών προέρχονται από βόρειες γκέγκικες αλβανικές φάρες (ιδιαίτερα οι Αρβανίτες της Αργολίδας –σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Αρβανίτες- είχαν στα ανθρωπολογικά τους χαρακτηριστικά κεφαλικό δείκτη περί το 85%, κοντύτερα με τους Γκέγκηδες της βόρειας Αλβανίας) ενώ κατά τις έρευνες του Κουν όσο προχωρούμε βόρεια προς την Ήπειρο και παραπέρα το ύψος της μύτης αλλάζει και διαφοροποιείται (ενώ π.χ. στη νότια Ελλάδα είναι περίπου 53,5 χιλιοστά, στην Ήπειρο φτάνει στα 55,5 ενώ στη βόρεια Αλβανία φτάνει μέχρι και τα 58% χιλιοστά). Διαπιστώνουμε δηλαδή της ως ένα βαθμό Διναρική/Αλβανική ύπαρξη στην Ήπειρο. Ιδιαίτερα όμως για τους Αρβανίτες, ο Μπίρης –αν και τους θεωρεί ως Έλληνες- εντούτις αναγνωρίζει (όπως και ο Δημόπουλος) ψυχικά χαρακτηριστικά που συναντούνται στους Αλβανούς και στους Διναρικούς πληθυσμούς (όπως π.χ. σκληρότητα, τραχύτητα στους τρόπους κ.α.).

Αυτούς λοιπόν που λένε ότι άλλο Αρβανίτες και άλλο Αλβανοί, τους παραπέμπω σε επίσημα έγγραφα των Εθνοσυνελεύσεων της Επανάστασης του 1821, που μιλάνε για τους «Αλβανούς συμμάχους», αλλά και στον Βυζάντιο, στον Παπαδιαμάντη και πλήθος άλλους συγγραφείς του 19ου αιώνα που όλοι τους ταυτίζουν τους Αρβανίτες με τους Αλβανούς. Επίσης, στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς στον 3ο τόμο η λέξη «Αρβανίτης» ερμηνεύεται ως «Αλβανός» (αλλά και ως σκληρός, σκληροτράχηλος κ.α.).

Αξίζει να αναφερθεί κατά τα μέσα του 14ου αιώνα είχε ήδη συντελεστεί η δημιουργία δύο περιορισμένων αλβανικών «κρατιδίων». Συγκεκριμένα, μετά τη μάχη του Αχελώου (1358 ή 1359), ο αρχηγός των Αλβανών, Κάρολος Θώπια, νίκησε στην Αιτωλία το δυσαρεστήσαντα τους Αλβανούς, Νικηφόρο Β΄ Άγγελο. Επακόλουθο αυτής της νίκης υπήρξε η ίδρυση δύο μικρών αλβανικών πριγκιπάτων, το ένα στην Άρτα, από τον Πέτρο Λιόσα και το άλλο στο Αγγελόκαστρο (Αιτωλία) από τον Γκιν Μπούα Σπάτα (Ψιμούλη, 1995, σελ. 25.).

Με τη λήξη του Β΄ Βενετοτουρκικού πολέμου (1499-1503) και την πτώση της Μεθώνης και της Κορώνης και ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, με την πτώση του Ναυπλίου (1534), Αλβανοί (και Έλληνες) εγκαταλείπουν την Πελοπόννησο και μεταναστεύουν προς την Κάτω Ιταλία και Σικελία. Αυτοί οι πληθυσμοί – σύμφωνα με τον Κόλλια – δεν θα πάψουν ποτέ να νιώθουν νοσταλγία για τη «χαμένη πατρίδα», την Πελοπόννησο, όπως αποδεικνύει και το τραγούδι που έλεγαν όλοι μαζί με στραμμένα τα πρόσωπα προς το Μοριά:

«Ω ε μπούκουρα Μωρέ Ω πανέμορφε Μοριά
Ση κουρ τε λυάσς με νούκου τε πασς Αφ’ ότου σ’ άφησα, δεν σε ξανάδα πια
Άτιε καμ ου Ζώτιν Ταν, Εκεί έχω εγώ τον πατέρα μου,
άτιε καμ ου ζώνιεν μεμε, εκεί έχω εγώ τη μητέρα μου,
άτιε καμ εδέ τιμ βλα, εκεί έχω εγώ τον αδελφό μου,
γκύθ μπουλιούαρε νε δε. όλους θαμένους μέσ’ τη γη.
Ωι ε μπούκουρα Μωρέ Ωι πανέμορφε Μοριά
Πλιοτ τε φλιας με λιότε νε σή Με λυγμούς και δάκρυα στα μάτια σε καλώ
Ωι μωρέ ω Αρμπερί ωι Μοριά κι Αρβανιτιά.»

Αρβανίτες=Αλβανοί (ωστόσο ο Κόλλιας, αν και ταυτίζει Αλβανούς και Αρβανίτες, για τους δικούς του λόγους επιμένει να τους χαρακτηρίζει ως Έλληνες, παρά τα τόσα στοιχεία που προαναφέραμε).

Είναι γνωστό επίσης ότι επί της Τουρκοκρατίας ο Γάλλος δούκας του Νεβέρ, της Μαγεντίας και του Ρετέλ προσπάθησε να πετύχει εξέγερση των Μανιατών εναντίον των Τούρκων και φρόντισε μέσω αντιπροσώπων του να έρθει σε συνεννόηση με τους ίδιους τους Μανιάτες και με τους Αλβανούς που κατοικούσαν στα γύρω χωριά, όπως αναφέρει ο Berger de Xivrey (Collection Bethune, n. 9,525, Nevers 3ο, bibl. Imp). Να πω εδώ ότι και ο Παύλος Μελάς –Ηπειρώτης στην καταγωγή- αν και είχε ακραιφνή ελληνική συνείδηση, όταν πήγε στα αρβανίτικα και στα αλβανικά χωριά της Φλώρινας (όπως π.χ. το βορείως του Νυμφαίου «Νεγκοβάνι» και το νοτίως αυτού «Λέχοβο» ή «Σαχόζ») υιοθέτησε το παρατσούκλι «Μίκης Ζέζας» από τον γιο του που λεγόταν Μίκης και από το αλβανικό «ζέζα» που σημαίνει μαύρος, μαυρίλας και πολλοί λένε ότι το «ζέζα» ήταν το πραγματικό του επίθετο πριν ελληνοποιηθεί (ο ίδιος αποκαλούσε πολλές φορές τον εαυτό του «αρβανίτικο κεφάλι» και ήταν φίλος με πολλούς Αλβανούς/Αρβανίτες της περιοχής όπως οι Νικόλαος (Λάκης) Πύρζας και Αλέξανδρος Κοντούλης (γνωστός και ως καπετάν Σκούρτης) κ.τ.λ. Βλέπουμε λοιπόν ότι στη σημερινή Ελλάδα μας κρύβουν πολλά σχετικά με την ιστορία του τόπου αυτού. Μήπως και αυτά είναι προπαγάνδα του Ενβέρ Χότζα;

Να αναφέρω εδώ ότι μέχρι τουλάχιστον τις αρχές του 19ου αιώνα, κυκλοφορούσε στην Αθήνα εφημερίδα με τίτλο «Η Φωνή της Αλβανίας» (αρχισυντάκτης της ήταν κάποιος Α.Ι.Κουλουριώτης). Η εφημερίδα αναγνώριζε τους Αρβανίτες ως Αλβανούς τους οποίους με τη σειρά θεωρούσε απογόνους των Ιλλυριών και την αλβανική γλώσσα ως αρχαιότατη (βλ. «Η φωνή της Αλβανίας», τεύχος 4, 20 Οκτωβρίου 1879).

Ο Κ.Χ.Βάμβας αναγνωρίζει την αλβανική καταγωγή των Αρβανιτών που πολέμησαν το 1821 εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και υπέρ των Ελλήνων και λέει: «Ευγνωμοσύνης καθήκον, πολιτισμού υποχρέωσις ήτο, οί νεώτεροι Έλληνες ελευθερωθέντες τού τυρρανικού ζυγού καί ανεξάρτητον έθνος αποτελέσαντες να στρέψωσιν το βλέμμα των περί τα περί εαυτούς ομογενή φύλα καί τον εκπολιτισμόν τούτων, αν όχι την απελευθέρωσιν, μία των κυρίων ενασχολιών των να έχωσιν. Εκείνο δε, πέριξ τού οποίου πάσα μέριμνα Κυβερνητική καί ιδιωτική έπρεπε να περιστραφεί, είναι η Αλβανία, ο ιπποτικός εκείνος τόπος όστις διά των ανδρείων τέκνων του, τα μάλα συνετέλεσεν είς την απελευθέρωσιν τού τμήματος τούτου της Ελλάδος..» (Κ.Χ.Βάμβας)

Ο διαπρεπής Αρβανίτης φιλόλογος Π. Κουπιτώρης στο βιβλίο του ''Αλβανικαί Μελέται'' που δημοσιεύτηκε το 1879 γράφει: «Οι ορθόδοξοι Αλβανοί συνέπραξαν προς κοινήν ανεξαρτησίαν μετά των Ελλήνων. Η επανάστασις ήτο σχεδόν εξίσου Αλβανική όσον και Ελληνική. Και κατά το τρίτον τουλάχιστον μέρος του Ελληνικού βασιλείου οι Αλβανοί εισίν υπεράριθμοι των Ελλήνων. Οι εν Ελλάδι Αλβανοί ουδέποτε αντεποιήθησαν της αλβανικής εαυτών ιδιότητος ουδ’ εχώρισαν ή διέκριναν εαυτούς από των Ελλήνων, αλλά και αυτός ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Μιαούλης επίστευον εαυτούς Έλληνας». Επίσης, γιατί κανένας δεν ομολογεί τη βοήθεια και τη στήριξη που πρόσφεραν οι Αλβανοί της Καστοριάς και των γύρω χωριών στον αγώνα του μητροπολίτη Γερμανού Καραβαγγέλη; Αν νομίζετε ότι λέω ψέματα, τότε διαβάστε το «Κρήτες Μακεδονομάχοι 1903-1912».

Διαπιστώνουμε ότι οι Αλβανοί είναι αυτόχθονες στα Βαλκάνια, είναι απόγονοι των Ιλλυριών και των Δαρδάνων, ενδέχεται να είχαν υποστεί επιμιξίες στην αρχαιότητα με ελληνικά φύλα (Αλβανοί και Έλληνες έχουν πολλά κοινά έθιμα), ένα μέρος των σημερινών Ελλήνων είναι στην πραγματικότητα Αλβανοί που έχουν αφομοιωθεί από τον Ελληνισμό (Αρβανίτες, Σουλιώτες κ.α.). Άρα λοιπόν δεν ισχύουν οι θεωρίες των Ελλήνων εθνικιστών, δεν ισχύει ότι οι Αλβανοί μετανάστευσαν στην Ήπειρο και στην Ιλλυρία από τον Καύκασο ή τη Δακία, όπως επίσης δεν ισχύει η θεωρία άλλων Ελλήνων εθνικιστών οι οποίοι θέλουν να θεωρούν τους Αλβανούς ως φυλετικά Έλληνες, αφού ορισμένοι παραδέχονται όπως είδαμε π.χ. ότι οι Αρβανίτες είναι Αλβανοί αλλά ισχυρίζονται ότι οι Αλβανοί έχουν ελληνική καταγωγή, λόγω της κοινής συγγένειας των Ελλήνων και των Αλβανών με τους Πελασγούς.

  Συνημμένα

Η αλβανική 'Λάιμ' των Σκοπίων, φιλοξενεί ένα 'ιστορικό' κείμενο το οποίο έχει τίτλο «Βρετανός πρωθυπουργός: Είμαι στα Ιωάννινα την πρωτεύουσα της Αλβανίας».

Το κείμενο αναφέρεται στην ιστορία του Βρετανού Benjamin Disraeli (1804-1881) ο οποίος έχει μείνει στην ιστορία ως μία από τις πιο ζωντανές εικόνες της βρετανικής πολιτικής του δεκάτου ενάτου αιώνα. Είχε διατελέσει δύο φορές πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της Βασίλισσας Βικτωρίας.

Ο Ντισραέλι σε νεαρή ηλικία είχε κάνει μια μεγάλη περιοδεία στην περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, φαινομενικά για λόγους υγείας. Το ταξίδι που διήρκεσε 17 μήνες από τον Ιούνιο 1830 έως τον Οκτώβριο του 1831. Ταξίδευσε προς την Ισπανία, τη Μάλτα, την Αλβανία, την Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή και αυτά τα ταξίδια με τις εμπειρίες που αποκόμισε τον διαμόρφωσαν από τα πρώτα χρόνια του με όμορφες αναμνήσεις.

Σύμφωνα με τον αλβανολόγο Robert Elsie, όπως δημοσιεύει στην ιστοσελίδα του -γράφει η εφημερίδα Λάιμ- παρουσιάζει μία επιστολή του Ντισραέλι που την έγραψε προς τον πατέρα από την Πρέβεζα. Για να μην μακρηγορούμε, λοιπόν, ο Ντισραέλι με δύο συντρόφους του φεύγοντας από την Κέρκυρα, μεταφέροντας μία επιστολή του Frederick Adam, του Βρετανού κυβερνήτη των Ιόνιων Νήσων, πήγε στην Άρτα και στα Ιωάννινα που τότε ήταν υπό την οθωμανική κυριαρχία και χαρακτηρίζει την πόλη των Ιωαννίνων ως πρώην πρωτεύουσα της Νότιας Αλβανίας υπο την οθωμανική κυριαρχία (στο αλβανικό κείμενο: atëherë kryeqyteti i Shqipërisë së jugut nën sundimin otoman)

Αναφέρει σε ένα σημείο της επιστολής του όπως παρουσιάζεται στην αλβανική εφημερίδα «Λάιμ» στα αλβανικά:
«E kam përmendur në letrën që të dërgova, se ka mundësi t'i bëj një vizitë Vezirit të madh në lagjet e tij në Janinë,kryeqyteti i Shqipërisë»
Δηλαδή,
«Ανέφερα στην επιστολή που σας έστειλα, ότι μπορεί να κάνω μια επίσκεψη στο Μεγάλο Βεζίρη και στις γειτονιές του στα Ιωάννινα, την πρωτεύουσα της Αλβανίας».

Επίσης, όπως φαίνεται οι Έλληνες της Αλβανίας (οι Βορειοηπειρώτες) μετανάστευσαν εκεί από νοτιότερα μετά τον 13ο αιώνα και δεν έχουν καμιά σχέση με τους αρχαίους Έλληνες της Ιλλυρίας. Αυτό άλλωστε το μαρτυράει η πλήρης ανυπαρξία ιχνών αρχαιοελληνικής γλώσσας στην περιοχή, όπως στη γλώσσα των Ποντίων για παράδειγμα. Άρα η ιδανική εικόνα μια ελληνικής Βορείας Ηπείρου που την εξαλβάνισαν οι κακοί Αλβανοί με τη δημιουργία του αλβανικού κράτους, είναι μια εθνική νεοελληνική φαντασίωση.

Ποιά ήταν όμως η Αλβανία και ποιοι οι Αλβανοί; Ας δούμε την απάντηση στο ερώτημα αυτό από το περιοδικό «Πρεβεζιάνικα Χρονικά»: «Άνω και Κάτω Αλβανία. Αν και τα όρια των δύο αυτών διαιρέσεων είναι πολύ ασαφή. Θα μπορούσαμε ορθά να τις ονομάσουμε Ιλλυρική Αλβανία και Ηπειρωτική Αλβανία. Οι περιοχές που υπάρχουν σε αυτή τη χώρα είναι: Σκούταρι (Σκόδρα), Άνω και Κάτω Ντίμπρα, Κρούγια, Ντούλτσινο, Δυρράχιο, Τίρανα, Ελμπασάν, Οχρίδα, Αυλώνα, Μπεράτι, Μουζακιά, Ντεσνίτσα, Σκραπάρι, Κορυτσά, Κολώνια, Κόνιτσα, Δαγκλή, Τοσκαριά, Μαλακάστρα, Αλμπέρι (ή Λιαπουριά), Αργυρόκαστρο, Χειμάρα, Δέλβινο, Λιουτζαριά, Ζαγόρια, Παλαιο-Πογωνιανή, Γιάννενα και Τσαμουριά. Θα μπορούσε ίσως τώρα να προστεθεί η Άρτα και ο Λούρος, καθώς ζουν σε αυτές τις επαρχίες τόσοι Αλβανοί όσοι και στις περισσότερες από τις πιο πάνω περιοχές……Κατά την άποψη του συνταγματάρχη Ληκ (Leake), ο οποίος μπορεί να κρίνει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, είναι απόγονοι κάποιου αρχαίου Ιλλυρικού φύλου που κατάφεραν, λόγω των ορεινών συνόρων τους να μην επιμειχθούν με τους Γότθους, Ούννους, Σκλαβούνους και άλλους λαούς που εισέβαλλαν και εγκαταστάθηκαν στις γύρω περιοχές» («Πρεβεζιάνικα Χρονικά», τ. 41-42, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2005, Δημοτική Βιβλιοθήκη της Πρέβεζας).

  Συνημμένα

Οι Σουλιώτες ξύριζαν τους κροτάφους τους, που είναι συνήθεια γκέγκικη και φορούσαν τη γνωστή μας φουστανέλλα που είναι το συνηθισμένο φόρεμα στην κεντρική Αλβανία. Η φουστανέλλα καθιερώθηκε το 1828 από τον Καποδίστρια σαν ελληνική εθνική φορεσιά, ενώ από λαογραφική σκοπιά δεν πρόκειται παρά για αλβανικό λαϊκό ένδυμα. Τη φορούν και σήμερα οι παππούδες στα αλβανικά χωριά. Όσοι λοιπόν ισχυρίζονται ότι η φουστανέλα προέρχεται από την αρχαιο-ελληνική χλαμύδα, γιατί δεν μας εξηγούν το πώς γίνεται και η φουστανέλα φοριέται ακόμα από τους Αλβανούς στα αλβανικά χωριά αλλά όχι και στα ελληνικά χωριά της Βορείου Ηπείρου, όπου σχεδόν κανείς δε φοράει πια φουστανέλα; Ως εθνική στολή, ξέμεινε στην Ελλάδα απ' την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης.

Κατά τον Παπαρρηγόπουλο «. .οι Σουλιώτες ήσαν κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών». Ο Μ. Μπενέκος στο Βιβλίο του «Οι αληθινοί Σουλιώτες» (σελ. 2 - 4) αναφέρει ότι οι Σουλιώτες ήταν καθαροί αρβανίτες, οι οποίοι ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Ο Πέτρος Φουρίκης γράφει επίσης ότι « . .ακολουθούντες την γραπτήν παράδοσιν και μαρτυρίας ξένων τινών περιηγητών, πιστεύουμε ότι οι πρώτοι καταφυγόντες εις τας κορυφάς των βουνων του Σουλίου ησαν Αλβανοί, Χριστιανοί Ορθόδοξοι, κατά πάσαν πιθανότητα Τσάμηδες. Εις την αντίληψιν ταύτην συνεπικουρεί και το γεγονός ότι όλα συλ-λήβδην τα παλαιά τοπονύμια της περιοχής, μηδ’ αυτού του Σουλίου εξαιρουμένου είναι αλβανικά. Συντρέχει επίσης εις την άποψιν ταύτην και το γεγονός ότι οι Σουλιώται εγνώριζον και μεταχειρίζοντο την αλβανικήν γλώσσαν».

Τέλος ο Ι. Λαμπρινίδης θεωρεί τον σουλιώτικο πληθυσμό κράμα μιας αρχικής ποιμενικής αλβανικής πατριάς, ήδη εγκατεστημένης στην περιοχή, στην οποία είχε δώσει και το όνομά της, και περιοίκων, αλβανοφώνων και ελληνοφώνων χριστιανών, που κατέφυγαν στο Σούλι στις αρχές του 17ου αιώνα προκειμένου να αποφύγουν οθωμανικές αυθαιρεσίες και συγγε-νικές αντεκδικήσεις.

Για την προέλευση του ονόματος «Σούλι» υπάρχουν πολλές και αντικρουόμενες απόψεις. Σύμφωνα με τον Χριστόφορο Περραιβό, το όνομα οφείλεται σε κάποιον Τούρκαλβανό Σούλην ή Σούλιον, ο οποίος σκοτώθηκε στην τοποθεσία που βρίσκεται το Σούλι και από αυτόν πήρε το όνομα. Άλλοι θέλησαν να ταυτίσουν το Σούλι με τους Σελλούς της Δωδώνης που αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα. Άλλοι θεωρούν ότι η λέξη προέρχεται από τους Συλίονες που αναφέ-ρει ο Στέφανος Βυζάντιος και άλλοι από την πόλη Σόλλιον την οποία αναφέρει ο Θουκιδίδης. Ο Πέτρος Φουρίκης θεωρεί την ονομασία αλβανική, εκ του Σούλ, που σημαίνει σκοπιά, βίγλα, την οποία έδωσαν στον τόπο οι πρώτοι αλβανόφωνοι κάτοικοί του, που είναι μάλλον και η πιο σωστή εκδοχή επειδή το Σούλι ήταν απομονωμένο ψηλά στο βουνό σε δύσβατη περιοχή.

Ο Ι. Λαμπρίδης θεωρεί το τοπωνύμιο σαν προσωπωνύμιο που αντιστοιχεί σε όνομα αρχηγού εποικιστικού γένους, «. .ηγέτου επηλύδων ομωνύμου. Στρατιώτης και φυλάρχης πατριάς εκ της φυλής των Τσιάμιδων ήν ο Σούλης, ός σκηνώσας εν τη νυν ομωνύμω περιοχή δέδωκε κατά το σύνηθες και το όνομα αυτού εις ταύτην». Τέλος η Ψιμούλη γράφει στο βιβλίο της «Σούλι και Σουλιώτες» : «Θεωρώντας, συνεπώς, δομικό στοιχείο της λειτουργίας του γένους την ονομασία του ίδιου και της περιοχής εγκατάστασής του από το όνομα του ιδρυτή του, καταλήγουμε στην άποψη η οποία αποδέχεται ότι το όνομα Σούλι προέρχεται από πρόσωπο, αρχηγό γένους. Με την επικράτηση του ονόματος του αρχηγού και του γένους του στην περιοχή, οριοθετείται ο χώρος υπέρ αυτών, εξασφαλίζοντας έτσι τις σχέσεις κατοχής και νομής της περιοχής».

  Συνημμένα

Ο Ίων Δραγούμης –πρόσωπο που τιμούν οι Έλληνες εθνικιστές και διάφοροι πατριδοκάπηλοι- αν και ταυτίζει λανθασμένα Έλληνες και Αλβανούς, θεωρεί και αυτός τους Αλβανούς αυτόχθονες στα Βαλκάνια: «...Φαντάστηκα έναν Ελληνισμό μεγάλο, έμορφο, με την δημοτική του γλώσσα, έναν Ελληνισμό πού περιλαβαίνει μέσα του καί την αλβανική ψυχή καί γλώσσα, τη συγγενική του» (Ίων Δραγούμης, «Ο Ελληνισμός μου καί οί Έλληνες»). Στο «10 άρθρα στον Νουμά» ο Ίωνας Δραγούμης –ο οποίος να σημειώσουμε ότι καταγόταν από δίγλωσση οικογένεια από την Αλβανία και ότι Δραγούμης ονομαζόταν ένας από τα πρωτοπαλίκαρα του Αλβανού ήρωα Γεωργίου Καστριώτη- αν και υποστήριζε την αφομοίωση των Αρβανιτών από τους Έλληνες, θεωρούσε ως πατρίδα και κοιτίδα τους την Αλβανία.

Ας δούμε και ένα άγνωστο μέχρι σήμερα κείμενο του Ιωνα Δραγούμη, που δημοσιεύτηκε πριν μερικά χρόνια στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία (στις 27 Μαρτίου του 2011) με τίτλο: «Αθήνα, η πρωτεύουσα της Κάτω Αλβανίας». Πρόκειται για ένα σενάριο «υποθετικής ιστορίας» (virtual history), σε έκθεση που συνέταξε για τον υπουργό Εξωτερικών Αλέξανδρο Σκουζέ ως υποπρόξενος στο Δεδεαγάτς (τη σημερινή Αλεξανδρούπολη). Αντικείμενό του, το ενδεχόμενο μιας διαφορετικής εθνικής εξέλιξης των Αρβανιτών της νότιας Ελλάδας, αν εξωτερικές επιρροές είχαν ευνοήσει μια πρόωρη «αφύπνιση» του αλβανικού εθνικισμού πριν η επανάσταση του 1821 εντάξει οργανικά αυτούς τους πληθυσμούς στο νεοελληνικό έθνος. Ολόκληρη η έκθεση φυλάσσεται στο προσωπικό αρχείο του Ιωνα, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (Εν Δεδεαγάτς τη 9.3.1906, αριθ.80).

Σε όλο το κείμενο, ο Δραγούμης αναφέρεται σε «Αλβανούς», ακολουθώντας την τρέχουσα πρακτική των ελλήνων λογίων της εποχής του. Αντίθετα με σήμερα, που οι λέξεις «Αρβανίτης» και «Αλβανός» έχουν σαφώς διακριτό περιεχόμενο, εκείνα τα χρόνια για «Αρβανίτες» (της Ελλάδας ή της Αλβανίας) μιλούσαν οι αγράμματοι και οι δημοτικιστές, «Αλβανούς» αποκαλούσαν τους ίδιους ανθρώπους οι λόγιοι:

«Προ τριών περίπου αιώνων, ως υπολογίζουνε ιστορικοί τινές, εγκατεστάθησαν εν Αττική, Βοιωτία, Αργολίδι και τισι των νήσων Αλβανοί χριστιανοί. Βαθμηδόν, είτε εξωθούντες προς τα αστικά κέντρα τους αγροτικούς πληθυσμούς, ους επί τόπου εύρον, είτε αφομοιούντες αυτούς ως εκ της υπεροχής του αριθμού, εκάλυψαν τας ειρημένας επαρχίας. Απέμειναν δε τότε ελληνικά μόνον τα μεγάλα κέντρα (κωμοπόλεις και πόλεις), αι Αθήναι, αι Θήβαι, τα Μέγαρα, το Αργος, η Κόρινθος κτλ αίτινες και ενισχύθησαν διά των από της υπαίθρου εκδιωχθέντων υπό της αλβανικής επιδρομής ιθαγενών.

Αλλά τα ολιγάριθμα ταύτα κέντρα ου μόνον διετήρησαν τον ελληνικόν αυτών χαρακτήρα και πολιτισμόν (culture), αλλ' οιωνεί εκάλυψαν δι' αυτών και την ύπαιθρον. Αλλωστε οι Αλβανοί ήσαν ομόδοξοι των Ελλήνων, τέκνα της Μεγάλης Εκκλησίας, ιερουργούντες ελληνιστί. Οι Αλβανοί ούτοι έποικοι, οι δυναθέντες να επικρατήσωσι του ιθαγενούς στοιχείου εν τη υπαίθρω, δεν είχον την δύναμιν να υπερισχύσωσι επί των πόλεων, απ' εναντίας εστρέφοντο προς τας πόλεις ίνα λαμβάνωσι τα φώτα, τον πολιτισμόν και την διεύθυνσιν.

Εγεννήθη εκ των πραγμάτων κατ' ανάγκην η αιωνίως υφισταμένη μεταξύ αγροτικών και αστυκών πληθυσμών αλληλεγγύη ή μάλλον οι υποκαταστήσαντες τους ιθαγενείς αγρότας Αλβανοί έγιναν υποκατάστατοι εκείνων και ως προς τας μετά των πόλεων υφισταμένας σχέσεις της υπαίθρου. Και η μεν ύπαιθρος δεν έπαυσε παρέχουσα κατ' ολίγον προς τα αστυκά κέντρα Αλβανούς αγρότας προς συγχώνευσιν και εξελληνισμόν, τα δ' άστεα επεκάλυπτον διά των πτερύγων της ηθικής και της δεσποτείας άπασαν την ύπαιθρον χώραν.

Υποτεθείσθω προς στιγμήν ότι, προ της απελευθερώσεως της Αττικής και Βοιωτίας από της Τουρκοκρατίας, εγεννάτο εν τη κεφαλή φίλου τινός Αυστριακού η χρήσιμος αλλ' ανθελληνική ιδέα επιχειρήσεως προπαγανδιστικής εργασίας προς απόσπασιν των Αλβανών αγροτών από της «τυραννικής» ελληνικής επιρροής των Αθηνών και των Θηβών. Τι θα συνέβαινε τότε; Ακριβώς ό,τι νυν συμβαίνει εν Μακεδονία και Θράκη. Θα ηναγκάζετο η Αυστριακή προπαγάνδα

α) Διά παντός μέσου να δηλητηριάση τους Αλβανούς ούτως ώστε να καταστρέψη την υφισταμένην μετ' αυτών και των Ελλήνων σύμπνοιαν και ιδιωτικήν αλληλεγγύην. Της δηλητηριάσεως θα εποίουν αρχήν δια της εξάψεως του φυσικώς υπάρχοντος φθόνου των γεωργικών λαών κατά των εμπορικών, ους θεωρούν ως εκμεταλλευομένους αυτούς.

β) Να αποσπάση τους Αλβανούς εκ της πνευματικής διευθύνσεως της Μεγάλης Εκκλησίας ούσης Ελληνικής, διότι εν Ανατολή, ως γνωστόν, σχεδόν μόνη η θρησκεία διακρίνει τας εθνικότητας. Οποίαν θρησκείαν θα ενεφύτευον οι Αυστριακοί εις τους Αλβανούς θα ήτο αδιάφορον, αρκεί να μην ήτο ελληνική θρησκεία. Εάν η καθολική θρησκεία παρίστατο δυσπρόσδεκτος τοις Αλβανοίς, θα προέκρινον αναμφιβόλως την μωαμεθανικήν προς εγκόλαψιν.

γ) Να ιδρύση δια παντός τρόπου εν Αθήναις και Θήβαις κοινότητας αλβανικάς ανεξαρτήτους των κοινοτήτων των πόλεων τούτων.

δ) Να αναλάβη προσωρινώς αυτή -η μόνη δύναμις και αλλοτρία τω τόπω- την διεύθυνσιν των βαθμηδόν αποσπωμένων Αλβανών, μέχρι της αυξήσεως και ενδυναμώσεως των αστυκών τούτων αλβανικών κοινοτήτων, οπότε θα ηδύναντο αύται αφ' εαυτών να διευθύνωσι την ύπαιθρον.

Καλή τύχη, η μέθοδος των προπαγανδών δεν είχεν εισέτι ανακαλυφθή, η δε Τουρκία ήτο, τω καιρώ εκείνω, ικανώς επίφοβος και εις αυτή την Αυστρίαν. Αλλως αι εργασίαι της υποθετικής ταύτης προπαγάνδας θα είχον πλείστας επιτυχίας, αι δε Αθήναι θα ήσαν νυν η πρωτεύουσα της Κατωτάτης Αλβανίας, ως τα Ιωάννινα είναι νυν της Κάτω!
».

Οι Έλληνες εθνικιστές, στην προσπάθεια τους να πείσουν ότι οι Αρβανίτες ήταν Έλληνες, επικαλούνται τον λόρδο Βύρωνα (Byron) ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τους Αρβανίτες ως δυνατή και ρωμαλέα ελληνική φυλή, αλλά ξεχνούν αυτό που στο παραπάνω κείμενο ομολογεί ο Δραγούμης, ότι δηλαδή οι Αρβανίτες ήταν Αλβανοί που αφομοιώθηκαν από τους Έλληνες, λόγω της κοινής τους χριστιανικής θρησκείας. Ένα άλλο επιχείρημα που επικαλούνται οι Έλληνες εθνικιστές για να υποστηρίξουν την ελληνική καταγωγή των Αρβανιτών, είναι ότι οι Αρβανίτες αποκαλούν τη λέξη «χωριό» ως «κατούντ» ή ως «κατούνα» (εννοώντας κυρίως τα χωριά που βρίσκονταν σε υψώματα και σε στενά περάσματα) και όχι ως «φσατ» (fshat) όπως είναι στα αλβανικά (στην τόσκικη αλβανική), άρα κατ’ αυτούς οι Αρβανίτες δεν είναι Αλβανοί αλλά ξεχνούν οι πατριδοκάπηλοι ότι η λέξη «κατούντ» (katund) σημαίνει «χωριό» στη διάλεκτο των Γκέγκηδων της βόρειας Αλβανίας. Μάλιστα, υπάρχει και χωριό με την ονομασία «Katund» κοντά στην Κρούγια στη βόρεια Αλβανία.

Ο αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης στο έργο του «Εκκλησιαστικαί επαρχίαι της Θράκης» αναφέρεται στους Αρβανίτες της Θράκης και ναι μεν λέει ότι είχαν αποκτήσει ελληνική εθνική συνείδηση. Ωστόσο παραδέχεται ως τόπο προέλευσης τους την Αλβανία και χαρακτηρίζει τα σχολεία τους ως «ελληνο-αλβανικά». Στις σελίδες 60-61 αναφέρεται στο χωριό Ιμπρίκ τεπέ και το χαρακτηρίζει ως «ελληνο-αλβανικό».

  Συνημμένα

Ο δε Δημήτριος Δημόπουλος λέει ότι «η μερική Διναροποίηση της Ηπείρου όπου η πλατυϊνία υπερβαίνει το 40% είναι σαφής» (ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα η πλατυϊνία κυμαίνεται κατά 2,5 με 13% σύμφωνα με τις έρευνες των ανθρωπολόγων) και «κάποια Διναρική επιμειξία υπάρχει μόνο στην Ήπειρο» και λέει χαρακτηριστικά: «Η συγκέντρωση Ιλλυριών στα παράλια της Αδριατικής, η εισχώρηση τους προς την Ήπειρο και την Ακαρνανία αλλά και η πιθανή επιμειξία τους με τους Δωριείς, έφεραν στη δυτική κυρίως Ελλάδα μία διναρική συμμετοχή στον Μεσογειακό πληθυσμό» ενώ επίσης καταγράφει ότι οι Έλληνες της βορείου Ηπείρου (αλλά και της υπόλοιπης Ηπείρου) έχουν ρινικό δείκτη περίπου και άνω του 65% (τη στιγμή που κατά τον Πίτσιο οι υπόλοιποι Έλληνες και ιδιαίτερα αυτοί της Πελοποννήσου έχουν ρινικό δείκτη μεγαλύτερο του 67,3%) ενώ ο Ξυροτήρης διατυπώνει την άποψη του λέγοντας «Η δυτική Ελλάδα είναι βασικά Διναρική» (Ξυροτύρης, Rassengeschichte von Griechenland εις Rassengesch der Menschheit, vi, 1975), αν και οφείλουμε να πούμε ότι ο Δημόπουλος διαφωνεί ποσοτικά με τα συμπεράσματα του Ξηροτύρη.

  Συνημμένα
Δεν υπάρχει κάποιο σχόλιο στο άρθρο
Φόρτωση Περισσότερων

Αφήστε τα σχόλια σας

Συνημμένα (0 / 3)
Share Your Location

Βρείτε μας

Μπορείτε να μας βρείτε στα παρακάτω μέσα κοινωνικής δικτύωσης και επίσης μπορείτε να κατεβάσετε την εφαρμογή μας για συσκευές android και iOS


Ακολουθήστε μας

Android APPiOS APP


Η σελίδα είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Γιώργου Γκιώνη

Λίστα ενημερώσεων